ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ ΡΟΔΙΝΟΥ ΧΡΥΣΗΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας – Μέρος 13ο
2.3 Ο ρόλος της δημιουργικότητας και του παραμυθιού στη κοινωνική εργασία.
Σύμφωνα με τις απόψεις αρκετών μελετητών της δημιουργικότητας υποστηρίζεται ότι η τέχνη αποτελεί ένα σημαντικό θεμέλιο της εκπαιδευτικής και της προσωπικής ανάπτυξης του κάθε μαθητή. Η Wierzchowska αναφέρει κάποιες από τις λειτουργίες της τέχνης, την αισθητική, την κοινωνική, τη γνωστική, τη θεραπευτική, την καθαρτική, την παιχνιδιάρικη και την αξιολογική, στοχεύουν στην ανάδειξη των πολλών δυνατοτήτων που παρέχει η δημιουργικότητα στους χρήστες της. Η δημιουργικότητα είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείται με βασικό στόχο την αυτοπραγμάτωση του κάθε ατόμου, παρέχοντας την ελευθερία στον καθένα να επιλέξει οποιαδήποτε μορφή τέχνης η οποία αντανακλά την μοναδικότητα της ταυτότητάς του. Η κάθε μορφή της τέχνης είναι απαραίτητο να στοχεύει στην έκφραση των αναγκών και των συναισθημάτων των μαθητών, στην ενθάρρυνση της ελευθερίας της άποψης του καθενός και στην εκμάθηση της σημασίας της συνεργασίας μέσα στη σχολική τάξη. Παράλληλα, είναι απαραίτητο να δίνει την ευκαιρία στους μαθητές να χαλαρώνουν, να πειραματίζονται αλλά και να δημιουργούν ένα τρόπο μη λεκτικής επικοινωνίας μεταξύ τους, τόσο με τους γονείς τους όσο και τους εκπαιδευτικούς τους.(Kuciapiński, 2014)
Τα θετικά της δημιουργικότητας είναι ποικίλα και επηρεάζουν σε πολλά επίπεδα τη ζωή των ανθρώπων. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι μέσω της τέχνης καλλιέργησαν δεξιότητες επικοινωνίας, έμαθαν να εκφράζουν τα συναισθήματα τους και ήρθαν κοντά με άλλους ανθρώπους λαμβάνοντας υποστήριξη και αποδοχή από εκείνους. Ένας αρκετά σημαντικός ρόλος της δημιουργικότητας αποτελεί και η αξία που έχει ως ένας χρήσιμος ενοποιητικός παράγοντας. Αυτό συμβαίνει διότι, η τέχνη διαθέτει τη δύναμη για να αποτελέσει την αφετηρία και το μέσο επίλυσης διάφορων συγκρούσεων των ατόμων, προβάλλοντας την ισότητα και αξιοποιώντας τη μοναδικότητα του καθενός ξεχωριστά.( Kuciapiński, 2014)
Κάποιες από αυτές είναι οι εικαστικές τέχνες, η χοροθεραπεία, η χρωμοθεραπεία, η θεραπεία παιχνιδιού, η θεραπεία δράματος και η βιβλιοθεραπεία. Μια μορφή δημιουργικότητας αρκετά διαδεδομένη σε ολόκληρο τον κόσμο αποτελεί το παραμύθι, με πολλές λειτουργίες σε διάφορα επίπεδα της ζωής των ανθρώπων. Ιδιαίτερα για τη θεραπευτική και παιδαγωγική αξία που διαθέτει ως ψυχοθεραπευτικό εργαλείο. Το παραμύθι ως ανάγνωσμα έκανε την εμφάνιση του το 300 π.Χ., μέσα από την επιγραφή της βιβλιοθήκης της πόλης των Θηβών στην αρχαία Αίγυπτο, «Ψυχής Ιατρείον». Βέβαια δεν σταμάτησε εκεί, καθώς πολλοί ρήτορες, σημαντικές προσωπικότητες αρχαίων Ελλήνων, ψυχοθεραπευτές και αρχηγοί κρατών χρησιμοποιούσαν τα παραμύθια και τους μύθους ως τρόπο μετάδοσης των μηνυμάτων τους στους ανθρώπους. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά με στόχο τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών, το 1966 στην Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου. Ωστόσο, η χρήση τους συνεχίστηκε μέχρι και σήμερα, καθώς αποτελούν εργαλείο θεραπείας, στη ψυχοθεραπεία των παιδιών, σε ομάδες γονέων και ζευγαριών αλλά και στον χώρο της εκπαίδευσης στοχεύοντας στην προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών.(Καστανιώτη, 2010)
Τη θετική επίδραση των διάφορων μορφών της δημιουργικότητας και ειδικότερα του παραμυθιού, υποστηρίζει η θεωρία της εμπειρικής μάθησης του Kolb. Η θεωρία αυτή βασίζεται σε έξι χαρακτηριστικά: στην αποφυγή της απομνημόνευσης, στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και νέων πεποιθήσεων με στόχο την εσωτερική ωρίμανση του μαθητή και στην άποψη ότι η μάθηση αποτελεί κομμάτι της σκέψης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς του άτομου. Επίσης, στηρίζεται στην αξία της αλληλεπίδρασης των ατόμων, της πραγματικής δημιουργίας της γνώσης και στην βελτίωση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων απόψεων. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, υποστηρίζεται η αξία της ενεργητικής μάθησης στη σχολική τάξη, κάτι το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί με εργαλείο το παραμύθι ως μέσο ενεργής αλληλεπίδρασης σε μια σχολική τάξη. Αυτό συμβαίνει διότι, μέσω αυτού του τρόπου διδασκαλίας ο κάθε μαθητής έχει την ευκαιρία να κινητοποιήσει τη σκέψη του και να μην δέχεται άκριτα ότι πληροφορία προσλαμβάνει, ερχόμενος πιο κοντά στην ίδια την κατάσταση. Βέβαια, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο δίνεται η δυνατότητα η μάθηση να μετατραπεί από ένα απλό μάθημα σε μία τάξη σε κάτι πιο προσιτό και ενδιαφέρον, καθώς οι μαθητές αναπτύσσουν συναισθηματικούς δεσμούς και την ικανότητά τους για ενσυναίσθηση. (Kirkendall & Krishen , 2014)
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που χρησιμοποιούν τον όρο βιβλιοθεραπεία για να αποτυπώσουν τη επιρροή του παραμυθιού και του αφηγήματος στον ψυχικό κόσμο του κάθε ατόμου. Η βιβλιοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ατομικά, είτε σε μικρές ομάδες, λειτουργώντας ως θεραπευτικό εργαλείο του συντονιστή της ομάδας ή του θεραπευτική του ατόμου με στόχο την προσωπική αναζήτηση και στη συνέχεια την εξέλιξη των ατόμων.(Καστανιώτη, 2010) Παράλληλα, σημαντικό στόχο αποτελεί η ανταπόκριση στις ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών. Κάποιες από αυτές είναι η ανάγκη για συναισθηματική επαφή, η ψυχαγωγία, η ανάγκη για ασφάλεια, η ανάγκη για αναζήτηση του νοήματος της ζωής και για πρότυπα συμπεριφοράς που μπορούν να μιμηθούν. Τους στόχους αυτούς το παραμύθι είναι ικανό να τους επιτύχει εξαιτίας των λειτουργιών που διαθέτει. Ειδικότερα, τα παιδικά βιβλία αποτελούν πηγές ερεθισμάτων και εικόνων για κάθε παιδί, περισσότερο για τα παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα πολλών εμπειριών και ευκαιριών για δραστηριότητες, έτσι μπορούν μέσω των σελίδων των παραμυθιών να αναπτύξουν την φαντασία και τη δημιουργική τους σκέψη. Ακόμη, τα παιδιά μέσω των παραμυθιών μπορούν να βελτιώσουν τις προσαρμοστικές τους ικανότητες βλέποντας πως αντιμετωπίζουν διάφορες καταστάσεις οι ήρωες των παραμυθιών αλλά και να αναπτύξουν την σκέψη και την αντίληψή τους.( Kuciapiński, 2014)
Μέσα από τις απόψεις του Jacques Salome, με το ρόλο που διαθέτει ως ψυχοθεραπευτής και παιδαγωγός, αντιλαμβάνεται κανείς το λόγο επιλογής του παραμυθιού ως θεραπευτικό και παιδαγωγικό εργαλείο. Το παραμύθι μιλάει στο ασυνείδητο του κάθε ατόμου, δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να αντιληφθεί πτυχές του εαυτού που είχε κρυμμένες, να εντοπίσει κομμάτια της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας και να τα ταυτίσει, στη συνέχεια, με το παραμύθι δίνοντας έτσι ένα διαφορετικό νόημα σε αυτά. Παράλληλα, το άτομο μπορεί να εντοπίσει στοιχεία του παραμυθιού που αντιστοιχούν σε κάποιο γεγονός που βιώνει τη στιγμή εκείνη, αλλάζοντας έτσι τη σκέψη του για αυτή τη κατάσταση, βρίσκοντας κάποιες λύσεις και δίνοντας του την ευκαιρία να θυμηθεί κομμάτια του εαυτού του που τα είχε ξεχάσει ή τα είχε νοηματοδοτήσει με διαφορετικό τρόπο. Επίσης, ιδιαίτερη αξία έχουν τα παραμύθια και στον εσωτερικό κόσμο των γονέων, διότι τους δίνουν τη δυνατότητα για εσωτερική αναζήτηση σε δύο ρόλους που έχουν, ως ξεχωριστά άτομα αλλά και ως γονείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λόγια ενός γονέα, μέλος μιας ομάδας προσωπικής ανάπτυξης: « Τα παραμύθια μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε τις εγκαταλελειμμένες παιδικές πορείες μας σταματημένες σε κάποιο πρόβλημα και, τουλάχιστον, να συνοδεύσουμε κάποιον σιγά-σιγά στο δικό του δρόμο. Όλοι έχουμε κάποια παρατημένη πορεία στη ζωή μας».(AlbaMarcoli, 2001, σελ. 267). (Καστανιώτη, 2010)
Επίσης, μέσα από την ανάγνωση ενός παραμυθιού ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας, να εκφράσει και να αποφορτίσει τον συναισθηματικό του κόσμου αλλά και να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του εντοπίζοντας πτυχές του στον ήρωα του παραμυθιού. Ακόμη, δίνει την ευκαιρία στο κάθε άτομο να αναπτύξει τη φαντασία, τη δημιουργική του σκέψη, να κατανοήσει τη μοναδικότητά του και να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του. Παράλληλα, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων των παραμυθιών, το κάθε παιδί αλλά και ο ενήλικας, λαμβάνει το μήνυμα ότι για να επιτύχει τους στόχους που επιθυμεί χρειάζεται να αντιμετωπίσει κάποιες δυσκολίες και εμπόδια, φτάνοντας έτσι στην ολοκλήρωσή του.( Καστανιώτη,2010)
Ακόμη, τα παραμύθια μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα μέσο «στήριξης» των παιδιών σε καταστάσεις πένθους και άγχους, καθώς μπορούν να ταυτιστούν με ήρωες και ιστορίες που βιώνουν αντίστοιχες καταστάσεις με τις δικές τους παίρνοντας έτσι δύναμη και ελπίδα και βλέποντας ταυτόχρονα ότι όλα αντιμετωπίζονται και ξεπερνιούνται. Σύμφωνα με τον Campbell, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να εντάσσει τα παραμύθια στο εκπαιδευτικό του πλάνο, καθώς μέσω αυτών τα παιδιά έρχονται κοντά με τα στοιχεία της φύσης, μαθαίνουν να αγαπάνε τα ζώα και τα φυτά αλλά και να τα σέβονται, κάτι που χάνεται όλο και περισσότερη στη σύγχρονη εποχή. (Καστανιώτη, 2010) Ακόμη, τα παραμύθια δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν προσπαθεί να επιβάλλει οτιδήποτε στον αναγνώστη, δεν τον κατευθύνει αλλά αντιθέτως του παρέχει ένα χώρο κατάλληλο να επεξεργαστεί έντονα ψυχικά γεγονότα, να δώσει νόημα σε σημαντικές στιγμές για αυτόν αλλά και να αναγνωρίσει πτυχές του εαυτούς του που έχει κρυμμένες.(Καστανιώτη, 2010)
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός ότι η αξία του παραμυθιού ως θεραπευτικό μέσο στη σχολική τάξη είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο, η απλή ανάγνωση του δεν είναι αρκετή, απαραίτητο είναι ο κάθε κοινωνικός λειτουργός να δίνει τον κατάλληλο χρόνο αλλά και χώρο στα παιδιά να κατανοήσουν τι άκουσαν, τι διάβασαν και να το νοηματοδοτήσουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από δραστηριότητες μέσα στην τάξη, οι οποίες ενθαρρύνουν την ανοιχτή συζήτηση και έκφραση σχετικά με το παραμύθι, τι επίδραση είχε σε αυτούς αλλά και πως το αντιλήφθηκαν. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να ακουστούν οι απόψεις των παιδιών και να αλληλοεπηρεαστούν ακούγοντας ο ένας τον άλλον. Επίσης, σε ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον, οι μαθητές θα μπορούν να κοινωνικοποιηθούν μεταξύ τους και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, χωρίς το φόβο της κριτικής και της μη αποδοχής. (Καστανιώτη, 2010) Ακόμη, είναι απαραίτητο το παιδικό βιβλίο που επιλέγεται ως εκπαιδευτικό εργαλείο να παρέχει ζεστασιά και ασφάλεια στους μαθητές και να μπορούν να ταυτιστούν με τους ήρωες. Σε αυτή τη διαδικασία χρειάζεται ο κοινωνικός λειτουργός να κάνει ερωτήσεις στους μαθητές, να ενθαρρύνει την αφήγηση της ιστορίας με τα δικά τους λόγια και από την δική τους οπτική και να πραγματοποιεί αργά και με ζωντάνια στην ανάγνωση δίνοντας της χρώμα με στόχο να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητών, το κάθε παιδί να μπορεί να ηρεμεί αλλά και να εκπαιδεύεται μέσω αυτών (Kuciapiński, 2014)
Ο κάθε κοινωνικός λειτουργός που επιλέγει να χρησιμοποιήσει το παραμύθι ως εργαλείο στη καθημερινή του πρακτική είναι απαραίτητο να μην πέσει στην παγίδα του να γίνει κατευθυντικός αλλά να προσπαθεί να μεταδώσει στο άτομο το μήνυμα ότι είναι ικανό να τα καταφέρει με τις δυνάμεις που ο ίδιος έχει, ότι μπορεί να στηριχτεί στον εαυτό του και να τον υποστηρίζει κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας. Ακόμη, χρειάζεται να βοηθάει τον κάθε εξυπηρετούμενο να έρθει σε επαφή με κρυμμένα στοιχεία του εαυτού του μέσω των παραμυθιών, να ταυτιστεί με τους ήρωες των παραμυθιών και να λειτουργεί ως συνοδοιπόρος στο ταξίδι προς τη ψυχική του ωρίμανση. Με αυτό τον τρόπο ο εξυπηρετούμενος, θα μπορέσει να εμπιστευτεί τον κοινωνικό λειτουργό αλλά και την ομάδα αν αποτελεί μέρος ομαδικής θεραπείας, θα ενδυναμώσει τον εαυτό του και η διαδικασία αυτή θα συμβάλει στη ανάπτυξη της δημιουργικής του σκέψης αλλά και στην ικανότητα της προσαρμοστικότητας που διαθέτει. (Κουντουράς, 2018)
