Η επίδραση του χορού στην υποκειμενική ευημερία των αναπήρων: μια συστηματική ανάλυση των ποιοτικών ερευνών – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Νατάσας Τζήκα – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Π.Μ.Σ. «ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ» – Μέρος 46ο

Νοέ 12, 2025 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η επίδραση του χορού στην υποκειμενική ευημερία των αναπήρων: μια συστηματική ανάλυση των ποιοτικών ερευνών – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Νατάσας Τζήκα – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Π.Μ.Σ. «ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ» – Μέρος 46ο

 

6.2         Προτάσεις για μελλοντική έρευνα

 

Η αναγνώριση αυτού του ερευνητικού κενού όσον αφορά τον χορό και την αναπηρία, υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερες μελέτες και προγράμματα που να εξετάζουν την παρέμβαση μέσω αυτού ως μέσο βελτίωσης της ποιότητας ζωής των αναπήρων. Στόχος της παρούσας ανασκόπησης είναι να ερμηνεύσει και να αναλύσει τα υπάρχοντα ευρήματα τα οποία, παρόλο που είναι περιορισμένα, προσφέρουν σημαντικά σημεία εκκίνησης για μελλοντικές έρευνες. Τα ευρήματα αυτά μπορούν να προωθήσουν τη δημιουργία περισσότερο ολοκληρωμένων μελετών που θα εξετάσουν σε βάθος την προοπτική της κίνησης και του χορού σε συνδυασμό με την ψυχολογική, κοινωνική και σωματική υγεία.

Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που υπογραμμίζουν οι έρευνες είναι ότι το δείγμα σε συγκεκριμένες μελέτες είναι μικρό και δεν υπάρχει μακροχρόνια συντήρηση ή παρακολούθηση των αποτελεσμάτων (Lay- Trigo, 2022; Caretti et al, 2022; Scatozza et al, 2023). Υπάρχει έλλειψη δεδομένων σχετικά με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και την παρακολούθηση των συμμετεχόντων μετά την παρέμβαση. Μόνο το 11% των μελετών ανέφεραν δεδομένα αποτελεσμάτων 12 εβδομάδες μετά την παρέμβαση, χωρίς μακροχρόνια παρακολούθηση. Ενώ μικρές μελέτες μπορούν να δημοσιευθούν γρήγορα, πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ της ταχείας ολοκλήρωσης και της ανάγκης για μεγαλύτερες, πιο ισχυρές μελέτες που μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να ολοκληρωθούν (Hackshaw, 2008).

Επιπρόσθετα, δεν παρατηρείται πουθενά στις έρευνες να εξετάζεται ο χώρος στον οποίο πραγματοποιείται η παρέμβαση μέσω του χορού. Η σημασία του τόπου διεξαγωγής του χορού για τους ανάπηρους είναι πολύπλευρη. Ο χορός προσφέρει ένα δυνητικό μέσο για την αλλαγή των αποκλειστικών κοινωνικών αντιλήψεων για την αναπηρία (Mcgrath, 2012). Ο φυσικός χώρος μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στις παραστάσεις καθώς επίσης και στην εξάσκηση, επισύροντας και θεωρητικές αντιλήψεις για τον τόπο, την παράσταση και την ευαλωτότητα. Τα στούντιο χορού και τα θέατρα παρέχουν βασικά περιβάλλοντα για μάθηση και πολιτιστική έκφραση, ιδίως για τα παιδιά με βλάβες (Ames, 2015). Οι χώροι αυτοί διευκολύνουν την αποκατάσταση της κοινωνικής λειτουργίας, της πολιτιστικής εμπλοκής και των πιθανών οικονομικών ευκαιριών για ανάπηρους. Επιπλέον, οι πρακτικές χορού χωρίς αποκλεισμούς σε ειδικούς χώρους συμβάλλουν στην κοινωνική και πολιτιστική προσαρμογή, συμβάλλοντας στη μείωση των εμποδίων επικοινωνίας και στη βελτίωση της κοινωνικής αντίληψης για τους ανάπηρους (Portniagina, 2020). Με τη δημιουργία χώρων χορού χωρίς αποκλεισμούς, οι κοινότητες μπορούν να εργαστούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της συνολικής ποιότητας ζωής των πολιτών με αναπηρία και της προώθησης μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς.

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η έρευνα για το χορό και την αναπηρία, με έμφαση στους ενήλικες με σωματικές βλάβες και στις σύγχρονες μορφές χορού (Rossi & Van Munster, 2013). Οι μελλοντικές έρευνες φαίνεται πως θα πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση της αυστηρότητας του σχεδιασμού των μελετών και στην παροχή εμπεριστατωμένων περιγραφών των μαθημάτων χορού και των επιπτώσεών τους (Prieto et al., 2020).

Επιπλέον, οι έρευνες δεν δείχνουν να ασχολούνται καθόλου με τον χώρο στον οποίο πραγματοποιείται η παρέμβαση του χορού, και τις ατομικές ανάγκες των ανθρώπων με βλάβη, οι οποίες είναι διαφορετικές και μοναδικές. Υπάρχουν προσαρμοσμένα προγράμματα φυσικής αγωγής που έχουν σχεδιαστεί για να καλύπτουν τις μοναδικές ανάγκες των αναπήρων, προωθώντας την ένταξη και βελτιώνοντας τη συνολική τους ευημερία (D’ Elia, 2021; Morris, 1977). Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν ένα φάσμα δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων ασκήσεων, παιχνιδιών και αθλημάτων, που είναι προσαρμοσμένα ώστε να καλύπτουν συγκεκριμένες σωματικές, κινητικές και αναπτυξιακές απαιτήσεις (Morris, 1977). Οι προσαρμογές μπορεί να περιλαμβάνουν τροποποιημένο εξοπλισμό, ειδικούς χώρους ή πρόσθετη υποστήριξη, ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες. Τονίζεται η σημασία των εξατομικευμένων προγραμμάτων, καθώς συμβάλλουν στη σωματική, πνευματική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη, ενώ καταπολεμούν τον καθιστικό τρόπο ζωής και την κοινωνική απομόνωση (D’Elia, 2021). Οι μεθοδολογίες για την ανάπτυξη προσαρμοσμένων προγραμμάτων φυσικής δραστηριότητας λαμβάνουν υπόψη τα χαρακτηριστικά, τις απαιτήσεις, τις συνήθειες και τις προτιμήσεις των αναπήρων (Barroso, 2016). Αυτές οι προσαρμοσμένες προσεγγίσεις στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των αναπήρων μέσω διαδικασιών χωρίς αποκλεισμούς και αυξημένης πρόσβασης σε φυσικές δραστηριότητες και αθλήματα (Barroso, 2016- D’Elia, 2021).

Τα μικρά μεγέθη δείγματος είναι ένα σύνηθες ζήτημα, που ενδεχομένως επηρεάζει τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων (Τσουπαροπούλου, 2023). Τα μικρά μεγέθη δειγμάτων αποτελούν ένα διαδεδομένο ζήτημα στην έρευνα, ιδίως στις μελέτες για την εκπαίδευση, τη βιομηχανική και τα miRNA, επηρεάζοντας δυνητικά τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων (Kok et al., 2017; Knudson, 2017; McNeish, 2017; Tipton et al., 2017). Σε μικρά δείγματα, οι στατιστικές αρχές μπορεί να μην ισχύουν, οδηγώντας σε ζητήματα εμπιστοσύνης με τις εκτιμήσεις των μοντέλων και σε προκλήσεις αναπαραγωγής (McNeish, 2017). Οι συμβατικές στατιστικές προσεγγίσεις, εξάλλου, μπορεί να αποτύχουν με μικρά δείγματα, καθιστώντας αναγκαία την εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων (McNeish, 2017). Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, οι ερευνητές θα πρέπει να βελτιώσουν τα μεγέθη των δειγμάτων, να αυξήσουν τη στατιστική ισχύ, να ενισχύσουν τη διαφάνεια των εκθέσεων και να διεξάγουν πιο αυστηρές στατιστικές αναλύσεις (Knudson, 2017; Tipton et al., 2017).

Οι ερευνητές διαπιστώνουν πως τα ευρήματα δεν είναι επαρκώς αξιόπιστα λόγω των περιορισμένων δεδομένων και της έλλειψης παρακολούθησης σε βάθος χρόνου. Αυτή η μακροχρόνια έλλειψη διατήρησης των αποτελεσμάτων είναι μια άλλη σημαντική ανησυχία, καθώς εμποδίζει την αξιολόγησή τους (Τσουπαροπούλου, 2023). Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη για πολλαπλές στατιστικές μεθόδους για την επαλήθευση της εγκυρότητας και της αξιοπιστίας των κλιμάκων μέτρησης (Ίσερης, 2016). Ο σωστός σχεδιασμός του μεγέθους του δείγματος είναι ζωτικής σημασίας, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το αναμενόμενο μέγεθος επίδρασης, η ομοιογένεια των συμμετεχόντων, ο αποδεκτός κίνδυνος σφάλματος και τα αναμενόμενα ποσοστά αποχώρησης (Burmeister & Aitken, 2012).

Αυτός ο τύπος κριτικής είναι συχνός σε μελέτες που επικεντρώνονται σε περιορισμένα δείγματα ή σε μικρής διάρκειας παρατηρήσεις, καθώς είναι δύσκολο να εξάγουμε αξιόπιστα συμπεράσματα για τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα ή επίδραση ενός παράγοντα ή μιας μεθόδου. Προτείνεται, λοιπόν, να υπάρχει σε αυτές τις μεθόδους ένας συμπληρωματικός έλεγχος (follow up), κάποιον καιρό μετά, όπου να πραγματοποιείται μέτρηση των αποτελεσμάτων του χορού εκ νέου. Οι βραχυπρόθεσμες παρατηρήσεις συχνά αποτυγχάνουν να αποτυπώσουν τον πλήρη αντίκτυπο των προγραμμάτων, όπως καταδεικνύεται σε μελέτες πρωτοβουλιών πρόληψης (Gandhi et al., 2007). Για να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα, οι ερευνητές υποστηρίζουν τις εκτεταμένες περιόδους παρακολούθησης, που κυμαίνονται από μήνες έως χρόνια, για την αξιολόγηση της διατήρησης των γνώσεων, των αλλαγών στη συμπεριφορά και της ανάπτυξης δεξιοτήτων (Walsh, 2016).

Η παρέμβαση μέσω του χορού είναι προτιμότερη για ανάπηρους, καθώς έρευνες έχουν δείξει πως προτιμούν τον κιναισθητικό τρόπο μάθησης, και όχι τον οπτικό ή τον ακουστικό, που χρησιμοποιείται ήδη (Αγαλιώτης, 2018). Τα προγράμματα με στοχοθεσίες στον κινητικό τομέα, θα πρέπει να έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια, για να παρατηρηθούν αλλαγές στην ισορροπία ή την αμφιπλευρικότητα των ανθρώπων με βλάβη. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι μακροχρόνιες παρεμβάσεις είναι απαραίτητες για την παρατήρηση σημαντικών αλλαγών στην ισορροπία, τον αμφίπλευρο συντονισμό και τη συνολική λειτουργικότητα των τελευταίων (Αυθίνος, 1998). Προτάσεις για τη βελτίωση των προγραμμάτων περιλαμβάνουν την αύξηση της διάρκειας των δραστηριοτήτων και τη δημιουργία ευκαιριών για κοινωνική αλληλεπίδραση, ώστε να ενισχυθεί η αίσθηση της κοινότητας και της υποστήριξης μεταξύ των συμμετεχόντων.

Επιπρόσθετα, για την υποκειμενική τους ευημερία θα πρέπει να ερωτώνται οι ίδιοι οι ανάπηροι, και όχι φροντιστές, διευκολυντές ή γονείς. Οι έρευνες σχετικά με την υποκειμενική ευημερία των αναπήρων υπογραμμίζουν τη σημασία της αυτοαναφοράς και της συμμετοχής (Van Campen & Iedema, 2007). Αυτή η προσέγγιση όχι μόνο ενισχύει στερεότυπα που παρουσιάζουν τους ανάπηρους ως παθητικά υποκείμενα, αλλά και υπονομεύει τη δυνατότητά τους να εκφράσουν τη δική τους μοναδική αντίληψη για τη ζωή τους. Επιπλέον, αποδυναμώνει τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός πιο συμπεριληπτικού και ισότιμου κοινωνικού διαλόγου, όπου οι φωνές όλων έχουν την ίδια αξία και βαρύτητα. Οι Tilley κ.ά. (2020) εξέτασαν τη βιβλιογραφία σχετικά με τις οργανώσεις αυτοσυνηγορίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή έχει γενικά θετικό αντίκτυπο στην υποκειμενική ευημερία των ατόμων με νοητική βλάβη. Η χειραφετητική έρευνα, η οποία ασκεί κριτική στις κυρίαρχες ερευνητικές παραδόσεις, στοχεύει στην ενδυνάμωση και τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε βασικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους (Barton, 2005). Ο σεβασμός προς την αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση των ανάπηρων απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους σε οποιαδήποτε συζήτηση αφορά τη ζωή τους. Η αλλαγή αυτής της πρακτικής είναι κρίσιμη για την καλλιέργεια μιας κοινωνίας που σέβεται τα δικαιώματα και την ανθρωπιά όλων των μελών της.

Επίσης, προτείνεται τα προγράμματα παρέμβασης μέσω του χορού, με τις ανάλογες προσαρμογές, να εφαρμοστούν σε ανθρώπους που στερούνται δυνατότητας λεκτικής επικοινωνίας, και να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα. Μελέτες έχουν καταδείξει βελτιώσεις στη φυσική κατάσταση, την κινητικότητα, την ισορροπία και τη λειτουργική δραστηριότητα για ενήλικες με νευροαναπτυξιακές βλάβες που συμμετέχουν σε προγράμματα χορού (Ladwig et al., 2023). Θα μπορούσε, επιπρόσθετα, η διδασκαλία του χορού να πραγματοποιείται με δραματοποίηση, έτσι ώστε να προσαρμοστεί κατάλληλα και να μεταβιβάζει στους ανάπηρους με μη λεκτικά μηνύματα αυτά που θέλει να πει. Οι Kim & Hong (2020) τάσσονται υπέρ των προσεγγίσεων δημιουργικής χορογραφίας που ενθαρρύνουν τη σκέψη, την έκφραση και την πρόκληση νέων εννοιών, αντί οι συμμετέχοντες να ακολουθούν απλώς χορευτικές κινήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, και αφού προηγηθεί ο απαραίτητος σχεδιασμός, θα είναι εφικτό να εξεταστεί εάν και σε ποιο βαθμό βελτιώνονται οι δεξιότητες των ανθρώπων με βλάβη σε διάφορους τομείς. Πρόκειται για μια πραγματική πρόκληση, καθώς η εφαρμογή στόχων από διαφορετικά πεδία σε παιδιά που δεν διαθέτουν λεκτική επικοινωνία είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Επιπλέον, είναι δύσκολο να αξιολογηθεί αν οι αλλαγές στη συμπεριφορά είναι ουσιαστικές και επηρεάζουν διαφορετικά επίπεδα. Οι άνθρωποι που έχουν ανεπτυγμένη σωματική νοημοσύνη συχνά χτίζουν ακόμη και τη μαθηματική τους κατανόηση μέσα από τη χρήση της κίνησης του σώματός τους (Αγαλιώτης, 2018).

Υπογραμμίζεται, επίσης, η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τους μηχανισμούς που συνδέουν τη σωματική δραστηριότητα με την ψυχική υγεία, καθώς και η ανάπτυξη διαδικτυακών προγραμμάτων χοροθεραπείας, ειδικά σε περιόδους όπως η πανδημία COVID-19. Οι διαδικτυακές παρεμβάσεις χορού έχουν καταδείξει οξείες βελτιώσεις στην ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση και την κοινωνική συνδεσιμότητα (Humphries et al., 2022; Rugh et al., 2022). Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της προώθησης της σωματικής δραστηριότητας για την ψυχική υγεία κατά τη διάρκεια περιόδων κοινωνικής απομάκρυνσης και αναδεικνύουν τις δυνατότητες των διαδικτυακών προγραμμάτων χοροθεραπείας ως προσβάσιμη παρέμβαση (Humphries et al., 2022; Kovačević et al., 2024). Ωστόσο, αυτά τα οφέλη ποικίλλουν ανάλογα με τα επιμέρους στυλ μάθησης, με τους απτικούς μαθητές να βιώνουν τις πιο σημαντικές βελτιώσεις στη διάθεση (Rugh et al., 2022).

Επιπρόσθετα, οι έρευνες δεν ασχολούνται με την κρισιμότητα της προσωπικής σχέσης που θα πρέπει να έχει αναπτυχθεί μεταξύ του δασκάλου και του μαθητή. Οι υποστηρικτικές σχέσεις μπορούν να προσφέρουν την απαραίτητη κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη στους εφήβους με βλάβη (Murray & Pianta, 2007). Οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για την αναπηρία επηρεάζουν τις συμπεριφορές και τις μεθοδολογίες διδασκαλίας τους, με την εξειδικευμένη εκπαίδευση και την εξοικείωση με τις διάφορες βλάβες να οδηγούν σε λιγότερο προκατειλημμένες αναπαραστάσεις και πιο στοχευμένες στρατηγικές (Rizzo et al., 2021). Οι εκπαιδευτικοί των μαθητών με βλάβες απαιτούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως υπομονή και ευαισθησία, και πρέπει να οικοδομούν συνεργασίες με τους μαθητές, τους γονείς και τους επαγγελματίες υποστήριξης. Οι ασφαλείς σχέσεις εκπαιδευτικών- μαθητών μπορούν να μειώσουν τις εξωτερικευμένες προβληματικές συμπεριφορές και να βελτιώσουν τις μαθησιακές ικανότητες που επηρεάζονται από την εκτελεστική λειτουργία σε μαθητές με βλάβες (Granot, 2016). Συνολικά, αυτές οι μελέτες υπογραμμίζουν τον προστατευτικό ρόλο των εκπαιδευτικών και τη σημασία της προώθησης θετικών σχέσεων εκπαιδευτικών-μαθητών για την ενίσχυση της κοινωνικοσυναισθηματικής προσαρμογής και των ακαδημαϊκών αποτελεσμάτων των μαθητών με βλάβες.

Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να μετακινηθούμε από αυτή τη νοοτροπία και να υιοθετήσουμε πιο ενταξιακές προσεγγίσεις, όπου οι ανάπηροι συμμετέχουν ισότιμα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στον σχεδιασμό της εκπαίδευσής τους και στις πρωτοβουλίες που τους αφορούν. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ενισχύσουμε την αυτονομία τους, να καλλιεργήσουμε την αίσθηση του ελέγχου στη ζωή τους και να περιορίσουμε την κοινωνική και ψυχολογική απαξίωση που βιώνουν.

Τέλος, υπογραμμίζεται η σημασία της σύνδεσης των τεχνών και της ψυχικής υγείας, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ισχυρή βάση αποδείξεων που να υποστηρίζει την ενσωμάτωσή τους στις πολιτικές υγείας και ευημερίας. Αυτό που χρειάζεται είναι μια πρόκληση των παραδοσιακών ιδεών για την ικανότητα. Το ζήτημα της ένταξης των αναπήρων στις τέχνες, τόσο ως δημιουργών όσο και ως συμμετεχόντων, έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Ο διαχρονικός αποκλεισμός τους από τον καλλιτεχνικό χώρο, σε συνδυασμό με τις διεκδικήσεις τους για ισότιμη πρόσβαση σε αυτόν, οδήγησε στην ανάπτυξη ποικίλων και θεωρητικών προσεγγίσεων. Ως αποτέλεσμα, οι διαφορετικές οπτικές σχετικά με τις τέχνες που σχετίζονται με αναπήρους συγκροτούν εξαρχής ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό πεδίο μελέτης (Κολτσίδα, 2023).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο