«Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ στις ΔΟΜΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ» – Διπλωματική Εργασία της Βιλντάν Γιουσούφ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. Κοινωνική Εργασία στην Εκπαίδευση – Ένταξη Ετεροτήτων – Μέρος 15ο
5.2 ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων του παιδιού είναι η πρώτη δεσμευτική πράξη στο διεθνή νόμο που έχει σχέση με τα δικαιώματα των παιδιών. Η συγκεκριμένη σύμβαση υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 1989 και κυρώθηκε µε τον νόµο 2101/1992 (ΦΕΚ Α 192). Η προστασία του δικαιώματος στην εκπαίδευση είναι πιο αναλυτική και προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 (απαγόρευση διακρίσεων), 3, 17 (συμφέρον του παιδιού), 28 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) και 29 (στόχοι της εκπαίδευσης) (Νάσκου Π. & Τζιβάρας, 2021). Το άρθρο 23 της συγκεκριμένης σύμβασης περιέχει πρόνοια ειδικά για τα δικαιώματα παιδιών με αναπηρίες, αλλά και απαγορεύει κάθε μεροληψία στο σεβασμό των δικαιωμάτων σε σχέση με την αναπηρία. Επίσης η «Σύμβαση για τα δικαιώματα των ΑµεΑ», υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 2006 και η Βουλή την κύρωσε µε τον νόμο 4074/2012 (Νάσκου Π. & Τζιβάρας, 2021). Έχει θεμελιώδη σημασία για το δικαίωμα των παιδιών µε αναπηρία στην εκπαίδευση που προστατεύεται στα άρθρα 24 (εκπαίδευση) και στο άρθρο 5 (ισότητα και µη διάκριση). Καμία διάκριση δεν είναι ανεκτή σε καμία βάση ή δικαιολογία. Η κοινωνικοποίηση και η αλληλεπίδραση των παιδιών µε τους άλλους και µε το περιβάλλον τους είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Για την ανεξαρτησία και την αυτονομία των ατόμων με αναπηρία, η κατοχύρωση όλων των δικαιωμάτων αυτών είναι εξαιρετικά σημαντικό, έτσι ώστε να μπορούν να συμμετέχουν με αξιοπρέπεια στην κοινωνικό- οικονομική ζωή αλλά και να απολαμβάνουν όλες τις παροχές του κράτους.
Το άρθρο 24 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ΑµεΑ απαγορεύει τον αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία από γενικό εκπαιδευτικό σύστημα εξαιτίας της αναπηρίας τους. Οι µμαθητές µε αναπηρία έχουν δικαίωμα «ίσης πρόσβαση σε µια ενιαία, ποιοτική, ελεύθερη και συμπεριληπτική σχολική εκπαίδευση στις κοινότητες στις οποίες ζουν (σχολείο της γειτονιάς)». (United Nations, 2006, άρθρο 24 παρ. 1 και 2) . Όπως επίσης και η παροχή εξατομικευμένων μέτρων υποστήριξης στα άτοµα µε αναπηρία στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και την ενίσχυση της ισότιμης συμμετοχής τους στην εκπαίδευση και στην κοινωνία αποτελούν τις εγγυήσεις αλλά και τις υποχρεώσεις που δεσμεύουν τα κράτη.
Η προσπάθεια παροχής εκπαίδευσης σε όλους χωρίς διακρίσεις συμπεριλαμβανομένου της ένταξης και των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία αλλά και η απορρόφηση τους από την αγορά εργασίας, είναι μέσα στους κύριους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης αλλά και των Ηνωμένων Εθνών (Σ. Σούλης, 2013).
Τα δικαιώματα των ανθρώπων στην δωρεάν παροχή της εκπαίδευσης προστατεύονται από τις χώρες και τις νομοθεσίες τους.
Στην χώρα μας, στις αρχές του 2000 με τον νόμο 2817/2000, προάγεται η ένταξη των ΑμεΑ στη γενική εκπαίδευση και το ειδικό σχολείο περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων (Ζώνου–Σιδέρη, 2011). Ο τελευταίος νόμος που έχει ψηφιστεί 3699/2008 κατοχυρώνει τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στην εκπαίδευση και αναπροσαρμόζει όλους τους νόμους που έχουν ψηφιστεί στο παρελθόν για την ειδική εκπαίδευση. Ταυτόχρονα αντικαθιστά την ειδική αγωγή σε ειδική αγωγή και εκπαίδευση σε άτομα με αναπηρία, ορίζοντας την ως παροχή υποχρεωτικής εκπαίδευσης και την εντάσσει στη δωρεάν και δημόσια παιδεία όπου το κράτος οφείλει να την βελτιώνει, να την προφυλάσσει και να προσφέρει δυνατότητες ίσης συμμετοχής (αυτονομία, εκπαίδευση, επαγγελματική αποκατάσταση, οικονομική ανεξαρτησία) στα άτομα αυτά, αναφέροντας ότι η αναπηρία αποτελεί φυσικό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης και σε καμία περίπτωση δεν υποβιβάζει το δικαίωμα του ατόμου στη συμμετοχή ή στη συνεισφορά του στη κοινωνία.
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν τα παιδιά με κάποια μορφή αναπηρίας διαμορφώνεται κατόπιν αξιολόγησης τους από την υπηρεσία «Κέντρο Διάγνωσης Αξιολόγησης Συμβουλευτικής και Υποστήριξης» (ΚΕΔΑΣΥ) για να προσαρμοστεί ο τρόπος διδασκαλίας τους σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Τα ΚΕΔΑΣΥ είναι κέντρα διεπιστημονικής αξιολόγησης και συμβουλευτικής υποστήριξης όπου είναι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και υπάγονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Τα κέντρα αυτά είναι στελεχωμένα από μια επιτροπή επιστημονικών μελών (Ψυχολόγους, Κοινωνικούς Λειτουργούς, Ειδικούς παιδαγωγούς, Λογοθεραπευτές, Εργοθεραπευτές)οι οποίοι συνεργάζονται με κοινό στόχο τη διερεύνηση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και ψυχοπαιδαγωγικών αναγκών των μαθητών αλλά και την υποστηρικτική παρέμβαση στις εκπαιδευτικές ανάγκες τους. Με βάση το πόρισμα από αυτή την αξιολόγηση, τα μέλη της επιστημονικής ομάδας εισηγούνται το πλαίσιο φοίτησης, τη σχολική μονάδα και τα ειδικά εξατομικευμένα προγράμματα, που αφορούν τον κάθε μαθητή(παράλληλη στήριξη, φοίτηση σε τμήμα ένταξης κ.α). Παράλληλα, παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη στο εκπαιδευτικό προσωπικό, αλλά και στους γονείς, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση των παρεκκλινουσών συμπεριφορών των μαθητών. Η διαδικασία της αξιολόγησης ξεκινάει κατόπιν αίτησης του γονέα όπου η διεπιστημονική ομάδα και συγκεκριμένα η κοινωνική λειτουργός συλλέγει το κοινωνικό και αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού. Ταυτόχρονα γίνεται η εκτίμηση του νοητικού δυναμικού και του προφορικού λόγου του παιδιού, καθώς και η αξιολόγηση του μαθησιακού επιπέδου, δηλαδή του γλωσσικού και μαθηματικού γραμματισμού. Η αξιολόγηση του μαθητή γίνεται με άτυπο διαγνωστικό υλικό, με βάση το αναλυτικό πρόγραμμα. Μόλις ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, η διεπιστημονική ομάδα συναποφασίζει με βάση τα αποτελέσματα και εκδίδει αξιολογική εκτίμηση-γνωμάτευση. Η οποία περιέχει και προτάσεις για το εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης του μαθητή και παρεμβάσεις υποστήριξης του μαθητή και της οικογένειας. Συνυπολογίζονται και οι εκτιμήσεις λογοθεραπευτή και εργοθεραπευτή.
Η διδασκαλία των μαθημάτων στις σχολικές μονάδες της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης είναι διαμορφωμένες ανάλογα με τις ανάγκες των παιδιών και τις αναπηρίες τους. Τα παιδιά μπορούν να ενταχθούν είτε στις τάξεις του γενικού πλαισίου με κατάλληλες αλλαγές – προσαρμογές στο γενικό πρόγραμμα, είτε σε ειδικά σχολεία όπου εκτός από μαθήματα προσφέρονται και άλλες θεραπευτικές υπηρεσίες όπως λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, φυσικοθεραπεία ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε παιδιού. Αναλυτικότερα:
Με το νόμο 3699/2008 η στήριξη των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες πραγματοποιείται με τους παρακάτω τρόπους:
- Αν δεν υπάρχει ειδικός παιδαγωγός, τότε από τον δάσκαλο της τάξης. Όταν οι δυσκολίες του μαθητή είναι ήπιες και το επιτρέπουν τότε ο μαθητής φοιτά στη γενική τάξη και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του διαμορφώνεται από τον δάσκαλο της τάξης σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς συμβούλους και τα ΚΕΔΑΣΥ.
- Στο τμήμα ένταξης σε συνεργασία του ειδικού παιδαγωγού με τον δάσκαλο της τάξης. Στην περίπτωση αυτή ο μαθητής ανάλογα με τις ανάγκες του που έχουν διαγνωστεί από τα ΚΕΔΑΣΥ, παρακολουθεί μαθήματα με τον ειδικό παιδαγωγό και τις υπόλοιπες ώρες παρακολουθεί κανονικά τα μαθήματα στην τάξη του.
- Με παράλληλη στήριξη του μαθητή μέσα στην τάξη σε συνεργασία και των δυο εκπαιδευτικών. Στην περίπτωση αυτή οι μαθητές ανάλογα με τις μαθησιακές ανάγκες
τους που έχουν διαγνωστεί από τα ΚΕΔΑΣΥ, παρακολουθούν το πρόγραμμα της τάξης με την βοήθεια ειδικού εκπαιδευτικού.
- Στα ειδικά σχολεία όπου εντάσσονται κατόπιν αξιολόγησης τους από τα ΚΕΔΑΣΥ όπου οι μαθησιακές τους δυσκολίες δεν τους επιτρέπουν να εντάσσονται στην γενική εκπαίδευση.
- Σε έκτακτες περιπτώσεις, σε αυτοτελή τμήματα, σε νοσοκομεία, σε ιδρύματα ανηλίκων αλλά και σε εκπαιδευτικές δομές για αποκατάσταση στις μονάδες ψυχικής υγείας.
- Όταν κρίνεται αναγκαίο, σε κατ’ οίκον εκπαίδευση
Οι σχολικές μονάδες Ειδικής αγωγής και Εκπαίδευσης της πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι:
- Τα Νηπιαγωγεία της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης όπου εφαρμόζεται πρώιμη παρέμβαση για παιδιά έως επτά ετών.
- Τα Δημοτικά Σχολεία της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης όπου φοιτούν τα παιδιά μέχρι δεκατέσσερα ετών και με δυνατότητα παράτασης φοίτησης για ένα χρόνο σύμφωνα με την αξιολόγηση του ΚΕΔΑΣΥ.
- Τα Γυμνάσια Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευση όπου οι μαθητές έχουν την δυνατότητα φοίτησης μέχρι και 19 ετών.
- Τα Λύκεια Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης όπου οι μαθητές έχουν την δυνατότητα φοίτησης μέχρι και το εικοστό τρίτο έτος της ζωής τους.
- Τα Ειδικά Επαγγελματικά Γυμνάσια για απόφοιτους δημοτικού σχολείου από το ειδικό ή γενικό δημοτικό με δυνατότητα φοίτησης πέντε χρόνια όπου και παρέχεται επαγγελματική εκπαίδευση
- Τα Ειδικά Επαγγελματικά λύκεια με δυνατότητα φοίτησης για τέσσερα χρόνια για απόφοιτους Ειδικών Επαγγελματικών Γυμνασίων αλλά και για απόφοιτους γενικών γυμνασίων και λυκείων.
- Τα Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΕΕΚ) όπου οι μαθητές έχουν την δυνατότητα φοίτησης από πέντε έως οχτώ χρόνια για απόφοιτους δημοτικών γενικής ή και ειδικής αγωγής (Νόμος υπ’ αρ. 3699/2008, Άρθρο 8, Κεφάλαιο Β, Οργανωτικά Θέματα).
Στην παρούσα φάση, στη χώρα μας οι μαθητές με αναπηρίες και με μαθησιακές δυσλειτουργίες, κατόπιν αξιολόγησης τους από το ΚΕΔΑΣΥ, μπορούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο εκπαίδευση όπου το εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα διαμορφώνεται σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες. Δυστυχώς όμως στην περιοχή της Θράκης, λόγω έλλειψης εκπαιδευτικών δομών αλλά και ιδιομορφίας των μαθητών όπως πολυπολιτισμικότητα, η μητρική γλώσσα που χρησιμοποιούν, μερικές φορές αποτελεί εμπόδιο παρόλο που έχουν ήπιας μορφής δυσκολία προσαρμογής παραπέμπονται από τα ΚΕΔΑΣΥ σε δομές Ειδική Αγωγής και Εκπαίδευσης.
Στη γενική εκπαίδευση γίνονται αρκετές προσπάθειες και βασικές κινήσεις για την ένταξη και την ενσωμάτωση των μαθητών με αναπηρία όπου στις τάξεις οι εκπαιδευτικοί γενικής και ειδικής αγωγής συνεργάζονται για την διαμόρφωση ενός τρόπου διδασκαλίας με βάση των εκπαιδευτικών αναγκών όλων των παιδιών.
Τα τελευταία χρόνια το μοντέλο της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης (inclusive education), έχει κερδίσει σημαντικό έδαφος έναντι των «ειδικών τάξεων» και των ειδικών σχολείων. Οι βασικές αρχές της εκπαιδευτικής αυτής φιλοσοφίας συνοψίζεται στα εξής: όλα τα παιδιά φοιτούν στο ίδιο σχολείο χωρίς διακρίσεις, διδάσκονται από τους ίδιους εκπαιδευτικούς, ακολουθούν το ίδιο αναλυτικό πρόγραμμα και απολαμβάνουν ίσες ευκαιρίες στη διδασκαλία και στη μάθηση (Στασινός, 2013).
Η συμπεριληπτική εκπαίδευση είναι μια φιλοσοφία που συμπεριλαμβάνει όλους τους μαθητές και τους δίνει τη δυνατότητα να φοιτούν στο γενικό σχολείο της γειτονιάς τους, στο οποίο αντιμετωπίζονται ισότιμα και σχετίζεται με τη μάθηση και τη συμμετοχή, την αποδοχή κάθε είδους ετερότητας, με το σχολείο ως ολότητα, το οποίο ανταποκρίνεται στο σύνολο των μαθητών.
Σύμφωνα με τους Ainscow, Booth & Dyson (2006) η συμπεριληπτική εκπαίδευση αναφέρεται, στις διεργασίες εκείνες που αυξάνουν τη συμμετοχή των μαθητών και μειώνουν τον αποκλεισμό τους από τα αναλυτικά προγράμματα, την πολιτιστική ζωή και τις κοινοτικές δραστηριότητες των σχολείων, αλλά και στην παρουσία, συμμετοχή και επιτυχία όλων εκείνων των μαθητών που είναι ευάλωτοι σε πιέσεις αποκλεισμού και όχι μόνο αυτών με αναπηρία ή αυτών που έχουν κατηγοριοποιηθεί ως «άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Ταυτόχρονα στην αναδιοργάνωση της κουλτούρας, της πολιτικής και της πρακτικής στα σχολεία, ώστε να ανταποκρίνονται στην ανομοιογένεια των μαθητών της συγκεκριμένης κάθε φορά περιοχής, σεβασμός σε κάθε ετερότητα αλλά και να γίνονται πιο δεκτικοί και ευαισθητοποιημένοι με την εικόνα της αναπηρίας.
Όσον αφορά τη συμπεριληπτική εκπαίδευση των μαθητών με αναπηρίες, στην πράξη ναι μεν υπάρχει συνεργασία εκπαιδευτικών ειδικής και γενικής εκπαίδευσης, όχι όμως στο πλαίσιο ενσωμάτωσης ενός μαθητή μέσα στη τάξη, αλλά με την παράλληλη στήριξη του μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο του σχολείου.
