«Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ στις ΔΟΜΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ» – Διπλωματική Εργασία της Βιλντάν Γιουσούφ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. Κοινωνική Εργασία στην Εκπαίδευση – Ένταξη Ετεροτήτων – Μέρος 4ο
2.2 Η ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Σε κάθε περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας, υπήρξαν διαφορετικές ομάδες ανθρώπων από την πλειοψηφία, εντός των συνόρων του ίδιου κράτους.
Μερικές από αυτές τις ομάδες έχουν μείνει στη μειοψηφία λόγω της διηπειρωτικής μετανάστευσης, κάποιοι λόγω σκλαβιάς και κάποιοι με ανταλλαγές πληθυσμών. Κάποιες από αυτές χαρακτηρίστηκαν εθνικές μειονότητες ανάλογα με την εθνική καταγωγή των μελών της και κάποιες θρησκευτικές ανάλογα με τις θρησκευτική πίστη που είχαν σε σχέση με την κυρίαρχη ομάδα.
Όσον αφορά την διαμόρφωση της μειονότητας της Θράκης ιστορικά μπορούμε να αναφερθούμε στο γεγονός υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάνης. Πριν την Συνθήκη της Λωζάνης μετά το Α’ παγκόσμιο πόλεμο, η Τουρκία βρίσκεται σε μια ηττημένη θέση και στις 14 Μαΐου του 1920 ο Ελληνικός Στρατός διατάσσεται να αναλάβει εξ ονόματος των συμμάχων, την κατάληψη και διοίκηση της Δυτικής Θράκης αντικαθιστώντας τα Γαλλικά στρατεύματα. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη προσαρτάται οριστικά στην Ελλάδα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες Ελληνικής καταγωγής, πολλοί από τους οποίους τουρκόφωνοι αλλά και Αρμένιοι, να εγκατασταθούν στην Ελλάδα και να αποκτήσουν την Ελληνική ιθαγένεια.
Στις 24η Ιουλίου του 1923 υπογράφεται η Συνθήκη της Λωζάνης στην ομώνυμη πόλη της Ελβετίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν από την μία πλευρά η Τουρκία και από την άλλη η Βρετανική Αυτοκρατορία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Σερβία, η Κροατία και η Σλοβενία. Με την Συνθήκη αυτή ορίστηκαν τα σύνορα της Τουρκίας με την Ελλάδα. Στην Τουρκική επικράτεια, μεταξύ άλλων, εντάχθηκε η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος και ορίσθηκε ότι θα είχε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε αυτή. Η Συνθήκη αυτή ουσιαστικά κατήργησε τη Συνθήκη των Σεβρών και μεταξύ άλλων υπογράφηκαν εκτός από την κεντρική Συνθήκη Ειρήνης και η Συνθήκη για την υποχρεωτική ανταλλαγή των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πλην των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και των Μουσουλμάνων της Θράκης. Η Συνθήκη αυτή εξαιρούσε από την ανταλλαγή τους πληθυσμούς Ίμβρου και Τένεδου.
Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, τόσο η Ελλάδα, όσο και η Τουρκία αποδέχτηκαν για πρώτη φορά επίσημα την ύπαρξη μειονοτήτων στην επικράτειά τους. Τυχόν παραβίαση της, καθόριζε τη δυνατότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα η Ελλάδα βρέθηκε να προσπαθεί να διαχειριστεί μία μειονότητα, τη μοναδική ορισθείσα από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία είναι θρησκευτικού και όχι εθνοτικού χαρακτήρα. Από το 1923 μέχρι τη δεκαετία του 1990 το Ελληνικό Κράτος κατά διαστήματα είτε την αγνοούσε , είτε την απομόνωνε. Τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να την κατανοήσει και να την ενσωματώσει στην Ελληνική κοινωνία. Η πολιτική της Ελληνικής Κυβέρνησης, ιδιαίτερα από το 1991 και μετά, με την εφαρμογή της ισονομίας και ισοπολιτείας χριστιανών και μουσουλμάνων (Ι. Ονσούνογλου, 1997), χαρακτηρίζεται από μετριοπάθεια και συναίνεση στο χειρισμό των προβλημάτων της μειονότητας.
Όσον αφορά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της μειονότητας της Θράκης, λόγω των γεωγραφικών χαρακτηριστικών των περιοχών που ζουν, είναι ένας πληθυσμός που ασχολείται περισσότερο με την γεωργία και με την κτηνοτροφία. Υπάρχουν ελάχιστες οικογένειες, συγκεκριμένα, οι οικογένειες που ζουν σε πόλης όπως Ξάνθη, Κομοτηνή και στα χωριά της Αλεξανδρούπολης που ασχολούνται και με το εμπόριο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί η έλλειψη επίσημων στατιστικών στοιχείων για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτής της πληθυσμιακής ομάδας όπως επίσης και ο πολύ μικρός αριθμός των κοινωνικών ερευνών που έχουν διεξαχθεί. Σύμφωνα με μια έρευνα που είχε γίνει από την κα. Ασκούνη το 2006, έχουμε τα εξής δεδομένα: το μεγαλύτερο μέρος της μειονότητας έχει αγροτική απασχόληση, ενώ ακολουθούν εργάτες – τεχνίτες σε ποσοστό 42%. Οι έμποροι αποτελούν ένα 5,3% ενώ οι εκπαιδευτικοί μαζί με επιστημονικά επαγγέλματα είναι 2,5%. Όσον αφορά μεν το επάγγελμα των γυναικών το 82% ασχολούνται με τα οικιακά, ένα 15% είναι αγρότισσες ενώ ένα 2,3% είναι εργάτριες. Τέλος στις κατηγορίες έμπορος- αυτοαπασχολούμενη και υπάλληλος ανήκουν πολύ λίγες γυναίκες. (Ν. Ασκούνη, 2006). Ο αγροτικός τομέας εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό τομέα απασχόλησης της μειονότητας παρά τη σαφή, από την δεκαετία του 1980, έντονη τάση αστικοποίησης και μετανάστευσης.
Το ποσοστό εγγράμματου πληθυσμού είναι αρκετά ψηλό αλλά το επίπεδο εκπαίδευσης του πληθυσμού είναι από τα χαμηλότερα στα Ευρωπαϊκά Έθνη. Είναι ένας πληθυσμός που αντί για εθνικισμό, έχει υψηλή εθνική συνείδηση, είναι μια κλειστή κοινωνία, ζουν σε μεγάλες οικογένειες και είναι εξαιρετικά συνδεδεμένοι με τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Το θρησκευτικό τους υπόβαθρο, λόγω της αναγνώρισής τους ως «θρησκευτική μειονότητα» εντός των συνόρων της Ελλάδας, είναι αρκετά ισχυρό και είναι μια κοινότητα αρκετά καλοπροαίρετη και με υψηλό πνεύμα αλληλεγγύης. Αν και τα μέλη της μειονότητας πολιτισμικά διαφέρουν από την κυρίαρχη πλειοψηφία, προσπαθούν πάντα για το καλό της χώρας που ζουν και επιλέγουν να είναι χρήσιμα για αυτήν. Αυτό το απέδειξαν και με την στήριξη τους στον Ελληνικό Στρατό κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου όπως επίσης και με τον εμφύλιο πόλεμο, κυρίως οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών.
