Διερευνώντας την επαγγελματική καθοδήγηση ατόμων με οπτική αναπηρία: Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μυκονιάτη Μαρίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 15ο
2.4 Παρουσίαση μεθοδολογίας των επιλεγόμενων ερευνών- αξιολόγηση ποιότητας
Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το μεθοδολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε στις επιλεγμένες είκοσι τρείς (23) έρευνες. Αρχικά, οι ερευνητές Argyropoulos & Papadimitriou (2019) διερεύνησαν την ένταξη ατόμων με οπτική αναπηρία στο εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα, με έμφαση στις εμπειρίες τους, τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν και την ύπαρξη ή μη υποστηρικτικών μηχανισμών κατά τη διάρκεια της μετάβασής τους από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Στην έρευνά τους ακολουθήθηκε μία ποιοτική ερευνητική προσέγγιση, με τη χρήση μελέτης περίπτωσης (case study). Το δείγμα αποτέλεσαν 20 άτομα με οπτική αναπηρία τα οποία είχαν εμπειρία απασχόλησης, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα. Η επιλογή του δείγματος έγινε με σκοπιμότητα, ώστε να συμπεριληφθούν συμμετέχοντες με διαφορετικό βαθμό αναπηρίας, επαγγελματικό υπόβαθρο και εκπαιδευτικό επίπεδο.
Για τη συλλογή των δεδομένων, χρησιμοποιήθηκαν ημι-δομημένες συνεντεύξεις με βάση έναν οδηγό θεμάτων που είχε διαμορφωθεί εκ των προτέρων. Οι ερωτήσεις εστίαζαν στις εμπειρίες των συμμετεχόντων σε σχέση με :
την εκπαιδευτική τους πορεία,
τη μετάβαση στον επαγγελματικό χώρο,
την υποστήριξη από φορείς και υπηρεσίες,
την αντίληψη της συμπερίληψης στον χώρο εργασίας.
Οι συνεντεύξεις ηχογραφήθηκαν και απομαγνητοφωνήθηκαν πλήρως για την ανάλυση. Η ανάλυση έγινε με ποιοτική θεματική ανάλυση. Οι ερευνητές εντόπισαν επαναλαμβανόμενα μοτίβα που αναδείχθηκαν από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων, όπως η απουσία επαγγελματικής καθοδήγησης κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, η ελλιπής προσαρμογή των χώρων εργασίας, και η σημασία της κοινωνικής υποστήριξης. Η ανάλυση ήταν ερμηνευτική, εστιάζοντας στην προσωπική εμπειρία και την υποκειμενική νοηματοδότηση της ένταξης. Η μελέτη ανέδειξε ότι η ελλιπής προσβασιμότητα, η απουσία προσαρμογών και οι κοινωνικές προκαταλήψεις αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην επαγγελματική ένταξη. Οι εκπαιδευτικοί επεσήμαναν παράλληλα την ανάγκη καλύτερης προετοιμασίας και ευαισθητοποίησης των εργοδοτών, προκειμένου να διευκολύνουν την επιλογή εργασίας από τα άτομα αυτά.
Στη συνέχεια, οι Bhaskar et al (2022) στόχευσαν στην κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν την επαγγελματική επιτυχία των ατόμων με οπτική αναπηρία, στο πλαίσιο του οικοσυστήματος καριέρας. Η μελέτη διεξήχθη στην Ινδία, σε συνθήκες αυξημένης κοινωνικής και οικονομικής μεταβλητότητας, εστιάζοντας τόσο σε ατομικούς όσο και σε θεσμικούς παράγοντες. Η μελέτη ακολούθησε μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση (mixed- methods), συνδυάζοντας ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα. Στο πρώτο στάδιο διεξήχθη ποσοτική έρευνα μέσω ερωτηματολογίων, ενώ στο δεύτερο πραγματοποιήθηκαν σε βάθος συνεντεύξεις. Το δείγμα της ποσοτικής φάσης αποτέλεσαν 216 άτομα με οπτική αναπηρία από διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους, κυρίως από τους τομείς της τεχνολογίας, εκπαίδευσης και δημοσίων υπηρεσιών. Η δειγματοληψία ήταν μη τυχαία, βασισμένη σε δικτυακή στρατηγική. Για την ποιοτική φάση επιλέχθηκαν 22 συμμετέχοντες, βάσει των απαντήσεών τους στο ερωτηματολόγιο.
Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε μεταβλητές όπως: επαγγελματική αυτονομία, κοινωνική υποστήριξη, εκπαιδευτικό επίπεδο, προσβασιμότητα στον χώρο εργασίας, εμπιστοσύνη στους εργοδότες και αίσθηση επαγγελματικής επιτυχίας. Τα δεδομένα αναλύθηκαν στατιστικά με χρήση ανάλυσης διαδρομών για τον εντοπισμό αιτιακών σχέσεων. Οι ποιοτικές συνεντεύξεις διευκόλυναν την ουσιαστική κατανόηση του τρόπου, με τον οποίο οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονταν τους παράγοντες που συνέβαλαν ή εμπόδισαν την επαγγελματική τους ανέλιξη. Τα ποσοτικά δεδομένα αναλύθηκαν με χρήση λογισμικού SPSS και AMOS, ενώ τα ποιοτικά δεδομένα υποβλήθηκαν σε ερμηνευτική φαινομενολογική ανάλυση. Οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τις αφηγήσεις των συμμετεχόντων σε θεματικές που σχετίζονται με τις σχέσεις με συναδέλφους, τους οργανωσιακούς μηχανισμούς υποστήριξης και τα εσωτερικά κίνητρα επιτυχίας. Η συγκεκριμένη μελέτη ανέδειξε τη σημασία της κοινωνικής υποστήριξης, της πρόσβασης στην εκπαίδευση, των θετικών στάσεων εργοδοτών και της προσαρμογής του εργασιακού περιβάλλοντος.
Ακολουθεί η έρευνα των Cha et al (2024), με βάση την οποία διερευνήθηκαν οι παράγοντες που επηρεάζουν την επαγγελματική εξέλιξη των ατόμων με οπτική αναπηρία στον τομέα της ανάπτυξης λογισμικού.
Στόχος αυτής της έρευνας ήταν η κατανόηση των παραμέτρων του εργασιακού περιβάλλοντος που επηρεάζουν την επαγγελματική κινητικότητα των ατόμων με οπτική αναπηρία στον τομέα του λογισμικού, ώστε να εντοπιστούν τα εμπόδια και οι δυνατότητες για την επαγγελματική τους ανάπτυξη. Η έρευνα βασίστηκε σε ημι-δομημένες συνεντεύξεις με 26 επαγγελματίες του λογισμικού που είναι τυφλοί ή έχουν χαμηλή όραση. Οι συμμετέχοντες είχαν ποικίλους ρόλους, επίπεδα εμπειρίας και εργάζονταν σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας λογισμικού. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2023 και διήρκεσαν από 53 έως 108 λεπτά, με μέσο όρο τα 76 λεπτά. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε μέσω θεματικής ανάλυσης για την αναγνώριση κοινών παραγόντων που σχετίζονται με την επαγγελματική κινητικότητα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας, αναδείχτηκαν οι παρακάτω τέσσερις βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την επαγγελματική κινητικότητα των ατόμων με οπτική αναπηρία:
Τεχνικές προκλήσεις: Δυσκολίες που σχετίζονται με την πρόσβαση και τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων και συστημάτων.
Αντιλήψεις συναδέλφων: Προκαταλήψεις ή περιορισμένες αντιλήψεις των συναδέλφων σχετικά με τις ικανότητες των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Αντιλήψεις για διοικητική εξέλιξη: Προβληματισμοί και περιορισμοί που αντιμετωπίζουν τα άτομα με οπτική αναπηρία όσον αφορά την πρόοδο σε διοικητικές θέσεις.
Επένδυση στην προσβασιμότητα στον χώρο εργασίας: Πρωτοβουλίες και προσπάθειες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας στον εργασιακό χώρο.
Σε γενικές γραμμές, αυτή η μελέτη παρέχει συστάσεις για σχεδιαστές εργαλείων, οργανισμούς και ερευνητές, με στόχο την προώθηση πιο προσβάσιμων χώρων εργασίας, που θα υποστηρίζουν την επαγγελματική κινητικότητα των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Σε μία ακόμη έρευνα ο Eckhaus (2022) διερεύνησε τα κίνητρα των εργοδοτών όσον αφορά την πρόσληψη ατόμων με οπτική αναπηρία, υιοθετώντας μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση (mixed-methods approach). Στόχος της έρευνας ήταν να εντοπίσει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά τους βασικούς παράγοντες της απόφασης πρόσληψης. Ο ερευνητής χρησιμοποίησε στρωματοποιημένη δειγματοληψία, με βάση τον κλάδο και το μέγεθος της επιχείρησης.
Το τελικό δείγμα περιλάμβανε 106 εργοδότες από διάφορους επιχειρηματικούς τομείς, κυρίως από ΜΜΕ αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, καθώς στην ποσοτική φάση χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο τύπου Likert που διερευνούσε στάσεις, αντιλήψεις και προηγούμενες εμπειρίες εργοδοτών με άτομα με οπτική αναπηρία. Επίσης, στην ποιοτική φάση διενεργήθηκαν ημι-δομημένες συνεντεύξεις με 15 εργοδότες από το αρχικό δείγμα, ώστε να εμπλουτιστούν τα ποσοτικά ευρήματα με εις βάθος ποιοτικές ερμηνείες. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας τα ποσοτικά δεδομένα αναλύθηκαν μέσω παραγοντικής ανάλυσης και ανάλυσης παλινδρόμησης με το SPSS. Για τα ποιοτικά δεδομένα εφαρμόστηκε θεματική ανάλυση (thematic analysis), με σκοπό την κατηγοριοποίηση των εσωτερικών και εξωτερικών κινήτρων που επηρεάζουν τις αποφάσεις των εργοδοτών.
Επιπρόσθετα, οι Limbachia & Mistry (2024) εστίασαν στην εμπειρία των ατόμων με οπτική αναπηρία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όσον αφορά την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. Η μεθοδολογική τους προσέγγιση ήταν αποκλειστικά ποιοτική, με στόχο την εις βάθος κατανόηση προσωπικών εμπειριών. Το δείγμα αποτέλεσαν 15 άτομα με οπτική αναπηρία, ηλικίας 22 έως 55 ετών, με διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης και επαγγελματικές εμπειρίες. Η επιλογή έγινε με κριτήρια μέγιστης ετερογένειας, ώστε να καλυφθεί το εύρος εμπειριών, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε βάθος συνεντεύξεις διάρκειας 45-60 λεπτών, οι οποίες ηχογραφήθηκαν και απομαγνητοφωνήθηκαν. Οι ερωτήσεις επικεντρώνονταν:
στις προκλήσεις κατά την αναζήτηση εργασίας,
στην εμπειρία πρόσληψης και ένταξης,
στην πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες και τεχνολογίες.
Η ανάλυση βασίστηκε στην ερμηνευτική φαινομενολογική ανάλυση και οι ερευνητές ακολούθησαν τη διαδικασία πολλαπλών αναγνώσεων των αφηγήσεων, εντοπίζοντας θεματικές που σχετίζονταν με κοινωνικά εμπόδια, προσδοκίες των εργοδοτών και προσωπικές στρατηγικές προσαρμογής, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό τους παράγοντες ενασχόλησης αυτών των ατόμων σε κάποιους συγκεκριμένους τομείς.
Σε αυτή τη μελέτη συμμετείχαν 113 εργοδότες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η δειγματοληψία ήταν τυχαία, αλλά έγινε προσπάθεια να διασφαλιστεί η γεωγραφική και κλαδική αντιπροσωπευτικότητα. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε ένα δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο βασίστηκε σε προηγούμενες έρευνες που αξιολογούν τη στάση εργοδοτών απέναντι σε άτομα με αναπηρία. Οι ερωτήσεις αφορούσαν:
- την πρόθεση πρόσληψης,
- τις προκαταλήψεις ή φόβους,
- την αντίληψη σχετικά με τις δεξιότητες των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Τα δεδομένα αναλύθηκαν με περιγραφική και επαγωγική στατιστική και χρησιμοποιήθηκαν αναλύσεις συσχέτισης και πολλαπλή παλινδρόμηση, για να διερευνηθούν οι παράγοντες που σχετίζονται με θετική ή αρνητική στάση απέναντι στην απασχόληση ατόμων με οπτική αναπηρία, τα οποία επιλέγουν τις περισσότερες φορές τους τομείς ενασχόλησης τους με βάση τις δεξιότητες τους.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα σημαντική θεωρείται η έρευνα των Jahanzaib et al (2024), οι οποίοι επέλεξαν να διερευνήσουν τον ρόλο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και καθοδήγησης για παιδιά με οπτική αναπηρία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Για την υλοποίηση αυτής της έρευνας πραγματοποιήθηκε μία ποιοτική συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, επικεντρωμένη σε υπάρχουσες παρεμβάσεις σε σχολεία ειδικής αγωγής και ενταγμένα σχολικά περιβάλλοντα. Οι συγγραφείς ανέλυσαν περίπου 20 άρθρα και εκπαιδευτικά προγράμματα που σχετίζονται με τον επαγγελματικό προσανατολισμό σε μικρές ηλικίες, με στόχο να εντοπίσουν κοινές πρακτικές και αποτελεσματικές προσεγγίσεις. Με βάση τους ερευνητές, η επαγγελματική καθοδήγηση σε μικρές ηλικίες ενισχύει την ανεξαρτησία, την κατανόηση επαγγελματικών ρόλων και την αυτοεκτίμηση και θεωρείται αρκετά σημαντική για τη μακροπρόθεσμη απασχολησιμότητα και ομαλή κοινωνική ένταξη.
Στην επόμενη έρευνα οι Eseadi & Ogbuabor (2023) είχαν ως σκοπό τους τη διερεύνηση των εκπαιδευτικών και πολιτειακών μηχανισμών που υποστηρίζουν (ή εμποδίζουν) τη μετάβαση ατόμων με οπτική αναπηρία από την εκπαίδευση στην εργασία.
Για να ικανοποιήσουν τον στόχο τους οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μεικτή μεθοδολογία (mixed-method), κυρίως με ποιοτική Ως προς το περιεχόμενο ανάλυση εθνικών πολιτικών, νομοθεσιών και εκπαιδευτικών κατευθυντήριων γραμμών από Νιγηρία και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Επιπλέον, συμπεριλήφθηκαν συνεντεύξεις με 15 επαγγελματίες συμβούλους και εκπαιδευτικούς σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η απουσία οργανωμένων υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού δημιουργεί χάσμα στην προετοιμασία για την αγορά εργασίας, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνεται η ανάγκη για διατομεακή συνεργασία και θεσμοθέτηση υπηρεσιών μετάβασης.
Στη συνέχεια, οι Molekoa et al. (2023) επεδίωξαν να διερευνήσουν το πώς οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν τον επαγγελματικό προσανατολισμό για μαθητές με οπτική αναπηρία στα “ της Νότιας Αφρικής. Κατά τη διάρκεια της έρευνας χρησιμοποίησαν μία ποιοτική έρευνα με ημιδομημένες συνεντεύξεις σε 12 εκπαιδευτικούς διαφορετικών ειδικοτήτων (ειδικοί παιδαγωγοί, σύμβουλοι, δάσκαλοι τάξης). Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε θεματική ανάλυση για να αναδειχθούν τα μοτίβα στις αντιλήψεις και πρακτικές τους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά τους, οι εκπαιδευτικοί δήλωσαν έλλειψη κατάρτισης και υποστήριξης για να παρέχουν ουσιαστική καθοδήγηση. Ωστόσο, έδειξαν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε διεπιστημονικά σχήματα εάν αυτά δημιουργηθούν και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επαγγελματική καθοδήγηση θεωρείται σημαντική, παρόλο που υποστηρίζεται ανεπαρκώς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έρευνα των O’Mally & Antonelli, (2016), οι οποίοι αποφάσισαν να αξιολογήσουν το κατά πόσο το mentoring από επαγγελματίες επηρεάζει θετικά την απασχολησιμότητα φοιτητών με νομική τύφλωση. Οι ερευνητές υλοποίησαν μία ποσοτική πειραματική μελέτη με ομάδα παρέμβασης (n=40) και ομάδα ελέγχου (n=38). Οι συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης συμμετείχαν για 6 μήνες σε πρόγραμμα mentoring με ειδικά εκπαιδευμένους μέντορες από διάφορους επαγγελματικούς κλάδους. Στο πλαίσιο αυτών των μηνών καταγράφηκαν τα αποτελέσματα στην απασχόληση 6 μήνες και 12 μήνες μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, οι συμμετέχοντες με μέντορα παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης, καθώς και αυξημένα επίπεδα αυτοπεποίθησης και επαγγελματικής ωριμότητας. Κατά συνέπεια, αυτή η έρευνα τεκμηρίωσε την αποτελεσματικότητα της καθοδήγησης ως εργαλείου ένταξης.
Με βάση το ερευνητικό ερώτημα που αφορά τη συνεργασία και τη διεπιστημονική προσέγγιση μεταξύ κατάρτισης, επαγγελματικής καθοδήγησης και οργανισμών με στόχο την εργασιακή συμπερίληψη ατόμων με οπτική αναπηρία –σημαντική θεωρείται η μελέτη των Chu & Chan (2024). Αυτή η έρευνα διερεύνησε την επίδραση της επαγγελματικής κατάρτισης στην ποιότητα ζωής των ατόμων με οπτική αναπηρία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο πλαίσιο συνεργασιών ανάμεσα σε επαγγελματική καθοδήγηση, κέντρα κατάρτισης και οργανισμούς (δημόσιους και ιδιωτικούς). Επίσης, αυτή η μελέτη αναζήτησε στοιχεία διεπιστημονικής προσέγγισης και κοινοτικής υποστήριξης στην εργασιακή ενσωμάτωση. Οι ερευνητές υιοθέτησαν τη μικτή μέθοδο έρευνας, που συνδύασε ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα, για πιο ολοκληρωμένη κατανόηση.
Το δείγμα αποτέλεσαν 120 άτομα με οπτική αναπηρία που είχαν ολοκληρώσει τουλάχιστον ένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης σε διάστημα 12 μηνών. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο βασισμένο στο WHOQOL-BREF για την εκτίμηση της ποιότητας ζωής, μαζί με ερωτήσεις για το περιβάλλον εκπαίδευσης, την καθοδήγηση που έλαβαν, και τη συνεργασία με εργοδότες. Επιπλέον, εφαρμόστηκε η στατιστική ανάλυση μέσω SPSS με τεχνικές συσχέτισης και ANOVA, για να εξεταστεί η σχέση μεταξύ των παραμέτρων κατάρτισης και των αποτελεσμάτων στην ποιότητα ζωής. Ως προς το ποιοτικό μεθοδολογικό πλαίσιο διεξήχθησαν η ημιδομημένες συνεντεύξεις με 15 συμμετέχοντες, 5 εκπαιδευτές κατάρτισης, και 4 στελέχη οργανισμών απασχόλησης. Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκε η ανάλυση θεμάτων, για να αναδειχθούν παράγοντες επιτυχούς ένταξης στην εργασία, η σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας και οι προκλήσεις εφαρμογής της. Με βάση τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας επισημάνθηκε ότι τα άτομα που συμμετείχαν σε προγράμματα με οργανωμένη καθοδήγηση και δικτύωση με εργοδότες, εμφάνισαν υψηλότερη ποιότητα ζωής και καλύτερες πιθανότητες απασχόλησης.
Για τους ερευνητές τα προγράμματα που ενσωματώνουν διεπιστημονική υποστήριξη (όπως ψυχολόγους, συμβούλους, εργοδότες και κοινωνικούς λειτουργούς) ήταν πιο αποτελεσματικά στην ενίσχυση της αυτάρκειας και απασχολησιμότητας των συμμετεχόντων. Παρόλα αυτά, εντοπίστηκαν και προβλήματα συντονισμού και έλλειψη πόρων, κυρίως σε δημόσια κέντρα εκπαίδευσης.
Οι Echarti et al (2020 θέλησαν να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο της επαγγελματικής επανεκπαίδευσης στα αποτελέσματα απασχόλησης ατόμων με αναπηρίες, με εστίαση στην περίπτωση της Γερμανίας. Πιο συγκεκριμένα, μελέτησαν το αν και κατά πόσο η συμμετοχή σε προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης αυξάνει τις πιθανότητες επανένταξης στην αγορά εργασίας και πώς συμβάλλει η συνεργασία μεταξύ φορέων και επαγγελματικών καθοδηγητών. Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκε η πειραματική προσέγγιση, βασισμένη στην αντιστοίχιση προδιάθεσης, για να ελέγξει την αιτιώδη σχέση μεταξύ συμμετοχής σε επανεκπαίδευση και απασχόλησης. Ως πηγή αξιοποιήθηκε η γερμανική μικροοικονομική βάση δεδομένων (SOEP) σε συνδυασμό με δεδομένα από δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης. Παράλληλα, το δείγμα αποτέλεσαν 5.573 άτομα με αναγνωρισμένες αναπηρίες, εκ των οποίων ένα ποσοστό είχε συμμετάσχει σε προγράμματα επανεκπαίδευσης.
Η περίοδος ανάλυσης εκτείνεται σε πολλαπλά έτη επιτρέποντας την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων απασχόλησης σε βάθος χρόνου. Για την ανάλυση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές matching (PSM) για την εξισορρόπηση των ομάδων (συμμετοχής και μη συμμετοχής) και πραγματοποιήθηκε διαστρωματική ανάλυση με βάση ηλικία, φύλο, επίπεδο εκπαίδευσης και βαθμό αναπηρίας. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στις εξής παραμέτρους :
απασχολησιμότητα
διάρκεια ανεργίας
εισοδήματα μετά την κατάρτιση.
Όπως επισημαίνουν οι μελετητές, η συμμετοχή σε προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης είχε θετικά αποτελέσματα στην πιθανότητα απασχόλησης, ιδιαίτερα για άτομα με μέτριας μορφής αναπηρίες. Επίσης, η συνεργασία μεταξύ των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, των παρόχων κατάρτισης και των υπηρεσιών επαγγελματικής καθοδήγησης θεωρήθηκε σημαντική για την επιτυχή έκβαση των προγραμμάτων. Επιπρόσθετα, σαφής είναι και η ανάγκη για στοχευμένη και εξατομικευμένη προσέγγιση, με βάση τις ανάγκες του ατόμου και σε συνεργασία με την αγορά εργασίας.
Η συστηματικη ανασκόπηση των Cavenaugh και Giesen (2012), διερεύνησε την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων μετάβασης που στοχεύουν στη βελτίωση της απασχολησιμότητας των νέων με οπτική αναπηρία. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη διαφαίνεται οτι οι παρεμβάσεις που αναφέρονται συμβάλλουν καταλυτικά στην ενίσχυση ποικίλων δεξιοτήτων και πιο συγκεκριμένα στην διαμόρφωση επαγγελματικής επίγνωσης και στις κοινωνικές δεξιότητες που επιδρούν θετικά τόσο στην αναζήτηση εργασίας όσο και στην ανεξάρτητη διαβίωση.
Το προκαθορισμένο πρωτόκολλο που εφαρμόστηκε για τον εντοπισμό και την επιλογή μελετών (a priori), βασίστηκε σε συγκεκριμένα κριτήρια ένταξης. Εντοπίστηκαν συνολικά 15 εμπειρικές μελέτες παρεμβάσεων, που ταξινομήθηκαν ανάλογα με τη μεθοδολογική τους προσέγγιση: τέσσερις μελέτες με δύο ομάδες (control–experimental), τέσσερις μελέτες με μονάδες ανάλυσης ατόμων (single-subject designs) και επτά μελέτες μονο-ομαδικής προσέγγισης (pre–post χωρίς ομάδα ελέγχου). Οι περισσότερες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε σχολικά, κοινοτικά ή κατασκηνωτικά περιβάλλοντα και απευθύνονταν σε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με νομικά ορισμένη τύφλωση ή χαμηλή όραση, ηλικίας 12–21 ετών.
Οι δραστηριότητες των παρεμβάσεων που εξετάστηκαν ήταν προσομοίωση συνεντεύξεων, καθοδήγηση καριέρας με γονεϊκή συμμετοχή, εκπαίδευση καθημερινών δεξιοτήτων και κατασκηνωτικά προγράμματα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων. Μέσω των ευρημάτων που συλλεχθηκαν αναδείχθηκε η θετική επίδραση των παρεμβάσεων σε επίπεδα καριερογνωσίας, ανεξαρτησίας και κοινωνικής αποδοχής, ωστόσο καμία μελέτη δεν κατέγραψε άμεση επίπτωση στην εξασφάλιση εργασίας. Επιπροσθέτως, η παντελής έλλειψη τυχαίων πειραμάτων και έγκυρων ψυχομετρικών εργαλείων σε αρκετές από τις μελέτες περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων.
Συμπερασματικά, η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της ενίσχυσης των δεξιοτήτων μετάβασης και την ανάγκη για αυστηρότερες ερευνητικές μεθόδους. Τονίζεται επίσης η ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ σχολείων, επαγγελματικών συμβούλων και υπηρεσιών αποκατάστασης, με στόχο την ουσιαστική επαγγελματική ένταξη των νέων με οπτική αναπηρία.
Στο άρθρο των Παπακωνσταντίνου και Παπαδόπουλου (2020) διευρευνήθηκαν οι επαγγελματικές δυνατότητες και επιλογές ατόμων με και χωρίς οπτική αναπηρία, χρησιμοποιώντας το ερωτηματολόγιο Self-Directed Search (SDS), που βασίζεται στη θεωρία προσωπικότητας-επαγγέλματος του Holland. Η μελέτη εστίασε στη συνοχή ανάμεσα στον επαγγελματικό τύπο προσωπικότητας και στην πραγματική επαγγελματική θέση των συμμετεχόντων, αναδεικνύοντας τυχόν αποκλίσεις.
Το δείγμα αποτελούνταν από 88 άτομα, εκ των οποίων 44 άτομα με οπτική αναπηρία και 44 χωρίς, ηλικιών 24 έως 44 ετών, όλοι πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης και πλήρως απασχολούμενοι. Οι συμμετέχοντες με αναπηρία επιλέχθηκαν μέσω του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, ενώ οι βλέποντες επιλέχθηκαν βάσει αντιστοίχισης φύλου, ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω προσωπικών συνεντεύξεων για τα άτομα με αναπηρία και τηλεφωνικώς για τους βλέποντες, με χρήση της αρχικής έκδοσης του SDS (Form R).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με οπτική αναπηρία έτειναν περισσότερο προς τα κοινωνικά επαγγέλματα (56,8%), ενώ οι βλέποντες παρουσίασαν κλίση προς τα επιχειρησιακά (27,3%) και ερευνητικά (25%) επαγγέλματα. Η σημαντικότερη απόκλιση παρατηρήθηκε μεταξύ των πραγματικών επαγγελμάτων των συμμετεχόντων και αυτών που πρότεινε το SDS. Τα άτομα με οπτική αναπηρία εργάζονταν κυρίως σε συμβατικά επαγγέλματα (56,8%), όπως τηλεφωνητές, αν και αυτά τα επαγγέλματα δεν αντιστοιχούσαν στις προσωπικότητές τους, σύμφωνα με το SDS. Η απόκλιση αυτή αποδίδεται κυρίως στο θεσμικό πλαίσιο της Ελλάδας, που οδηγεί άτομα με αναπηρία σε συγκεκριμένα επαγγέλματα για λόγους νομοθεσίας ή κοινωνικών προκαταλήψεων.
Η ανάλυση συνοχής μεταξύ των τρεχουσών επαγγελματικών θέσεων και των προτεινόμενων από το SDS μέσω του δείκτη Iachan έδειξε μη στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Αυτό υποδεικνύει ότι και οι δύο ομάδες έχουν περιορισμένη αντιστοιχία μεταξύ προσωπικότητας και επαγγελματικής θέσης. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η έλλειψη καθοδήγησης καριέρας, οι προκαταλήψεις των εργοδοτών και το περιορισμένο φάσμα επαγγελμάτων που προσφέρονται στα άτομα με οπτική αναπηρία επηρεάζουν σημαντικά τις επαγγελματικές επιλογές τους. Η μελέτη καταλήγει στη σημασία της επαγγελματικής καθοδήγησης και της ανάδειξης των ικανοτήτων των ατόμων με αναπηρία, ώστε να επιτευχθεί πλήρης και ουσιαστική επαγγελματική ένταξη.
Οι Cmar και McDonnall (2018) στην έρευνα τους μελέτησαν την αποτελεσματικότητα του προγράμματος εκπαίδευσης αναζήτησης εργασίας (job search training), που διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο ενός θερινού προγράμματος επαγγελματικής καθοδήγησης για άτομα με οπτική αναπηρία. Ο βασικός σκοπός της έρευνας ήταν η ενίσχυση των δεξιοτήτων αναζήτησης εργασίας με βάση τις γνώσεις, τη συμπεριφορά και την αυτοαποτελεσματικότητα των συμμετεχόντων.
Ακολουθήθηκε πειραματικό σχέδιο επαναλαμβανόμενων μετρήσεων (pre-post) περιλαμβάνοντας 42 συμμετέχοντες ηλικίας από 15 έως 22 ετών. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες,στην ομάδα παρέμβασης και στην ομάδα ελάγχου σύμφωνα με τη γεωγραφική τους περιοχή. Οι δύο ομάδες συμμετήχαν στο πρόγραμμα θερινής εργασίας, ενώ η ομάδα παρέμβασης παρακολούθησε πενθήμερη εκπαίδευση αναζήτησης εργασίας. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα “Putting Your Best Foot Forward” βασίστηκε στο μοντέλο JOBS του University of Michigan, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των ατόμων με οπτική αναπηρία, και περιλάμβανε ενεργητική μάθηση, παιχνίδια ρόλων, ανάπτυξη κοινωνικής υποστήριξης και ενίσχυση αυτοαποτελεσματικότητας.
Η διεξαγωγή των αποτελεσμάτων βασίστηκε σε τρεις βασικούς δείκτες που ήταν οι εξής: γνώση αναζήτησης εργασίας (μέσω τεστ γνώσεων), συμπεριφορά αναζήτησης εργασίας (πλήθος σχετικών ενεργειών) και αυτοαποτελεσματικότητα (με ερωτηματολόγια σε δύο διαστάσεις: συμπεριφορική και αποτελεσμάτων). Ενδιαφέρον παρατηρήθηκε στην στατιστικά σημαντική βελτίωση των αποτελεσμάτων της ομάδας παρέμβασης τόσο στη γνώση όσο και στη συμπεριφορά αναζήτησης εργασίας σε αντιδιαστολή με την ομάδα ελέγχου. Στον παράγοντα της αυτοαποτελεσματικότητας που ελέγχθηκε, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις δύο ομάδες, καθώς και στις δύο περιπτώσεις οι συμμετέχοντες είχαν αναφέρει ήδη από την αρχή του πειράματος υψηλά επίπεδα αυτοαποτελεσματικότητας.
Στο τέλος του προγράμματος τόσο οι συμμετέχοντες όσο και οι εκπαιδευτές τους αξιολόγησαν με θετικό πρόσημο την έκβαση του πειράματος καθώς καλλιεργήθηκαν πρακτικές δραστηριοτήτων και υποστηρίχθηκε η ατομική εργασία των ατόμων με οπτική αναπηρία. Παρόλα αυτά τονίζεται από τους συγγραφείς η εξάρτηση των ατόμων με οπτική αναπηρία σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας μπορεί να ελαχιστοποιήσει το εσωτερικό κίνητρο αυτών των ατόμων για ανεξάρτητη αναζήτηση εργασίας.
Συμπερασματικά, η έρευνα υποστηρίζει τον συνδυασμό εμπειρίας με συστηματική εκπαιδευση το κομματι της εύρεσης εργασίας και παράλληλα προτείνει τη σταδιακή μετατόπιση από επιδοτούμενες προς ανεξάρτητες μορφές απασχόλησης, υποδεικνύοντας ενθαρρυντικά ευρήματα για την επίδραση παρόμοιων παρεμβάσεων μελλοντικά σε άτομα με οπτική αναπηρία.
Ο McDonnall (2010) εξέτασε τους παράγοντες που προβλέπουν την επαγγελματική απασχόληση νέων ενηλίκων με οπτική αναπηρία, χρησιμοποιώντας δεδομένα από το National Longitudinal Survey of Youth 1997 (NLSY97). Η μελέτη στόχευε τόσο στον εντοπισμό των παραγόντων που σχετίζονται με την απασχόληση ατόμων με οπτική αναπηρία μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση όσο στην σύγκρισή αυτών των παραγόντων με εκείνους που προβλέπουν την απασχόληση στο γενικό πληθυσμό νέων.
Το δείγμα αποτελούταν από 140 άτομα με οπτική αναπηρία και από 5.734 άτομα δίχως οπτική αναπηρία, οι ηλικίες ανέρχονταν από 18 έως 23 ετών. Αναλύθηκαν πέντε χρόνια διαδοχικών δεδομένων (2002–2006), με εξαρτημένη μεταβλητή τον ετήσιο αριθμό ωρών εργασίας και ανεξάρτητες μεταβλητές που σχετίζονται με την προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, τις ακαδημαϊκές δεξιότητες, τη γονεϊκή υποστήριξη, την κατάσταση υγείας και τη συμμετοχή σε σχολικά προγράμματα μετάβασης (school-to-work programs).
Για τα άτομα με οπτική αναπηρία, οι σημαντικότεροι παράγοντες που προέβλεψαν θετικά την απασχόληση ήταν:
- Ο αριθμός θέσεων εργασίας στην εφηβεία (μέση αύξηση 99 ωρών εργασίας ανά εργασία).
- Το σκορ μαθηματικών και λεκτικών δεξιοτήτων στον ASVAB (γνωστικό τεστ).
- Η υψηλή γονεϊκή υποστήριξη.
- Η καλή αυτο-αντιλαμβανόμενη υγεία.
Αντίθετα, η εκπαιδευτική επίδοση (σε έτη σπουδών) και η συμμετοχή σε προγράμματα μετάβασης δεν είχαν σημαντική συσχέτιση με την απασχόληση των νέων με οπτική αναπηρία, σε αντίθεση με τον γενικό πληθυσμό, όπου τα δύο αυτά στοιχεία προβλέπουν θετικά την επαγγελματική έκβαση.
Η σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό αποκάλυψε τόσο κοινά σημεία όπως η σημασία της πρώιμης εργασιακής εμπειρίας, όσο και σημαντικές διαφορές. Οι διαφορές που εντοπίστηκαν εστιάζονται στο γεγονός ότι για τα άτομα με οπτική αναπηρία οι δεξιότητες ήταν πιο καθοριστικές για την απασχόληση, ενώ η επίδραση της υγείας και της γονεϊκής στήριξης ήταν εντονότερη.
Η μελέτη προτείνει ότι οι ποιοτικές πρώιμες εργασιακές εμπειρίες και η ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων (ιδίως μαθηματικών) είναι κρίσιμες για τη μετάβαση στην αγορά εργασίας. Τονίζεται επίσης η σημασία της προσωπικής ενίσχυσης μέσω της οικογένειας και η ανάγκη αναθεώρησης των προγραμμάτων μετάβασης, ώστε να βασίζονται σε τεκμηριωμένα δεδομένα.
Ο McDonnall (2011) εξέτασε τους παράγοντες που προβλέπουν την επαγγελματική ένταξη νέων με οπτική αναπηρία, κατά τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην ενήλικη ζωή. Η μελέτη αποτελείται από μια ποσοτική ανάλυση δεδομένων NLTS2 (National Longitudinal Transition Study 2, η οποία διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες σε 250 νέους 19 έως 23 ετών με οπτική αναπηρία. Το δείγμα αποτελούν από άτομα τα οποία είχαν εγκαταλείψει τη φοίτησή τους στο σχολείο κατά το διάστημα όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα.
Η μελέτη υιοθέτησε αναδρομικό σχεδιασμό με χρήση λογιστικής παλινδρόμησης (logistic regression), έτσι ώστε να εντοπίσει μεταβλητές που σχετίζονται τόσο με τη μερική απασχόληση (20+ ώρες/εβδομάδα) όσο και με την πλήρη (35+ ώρες/εβδομάδα). Οι ανεξάρτητες μεταβλητές ήταν παράγοντες όπως η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, οι κοινωνικές δεξιότητες, η αυτονομία στη μετακίνηση, η συμμετοχή σε μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι δυσκολίες στις μεταφορές, η χρήση βοηθητικής τεχνολογίας και οι γονικές προσδοκίες.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν έξι σημαντικούς προβλεπτικούς παράγοντες απασχόλησης: εργασία κατά τη διάρκεια του σχολείου, αριθμός πρόσφατων θέσεων εργασίας, ολοκλήρωση μεταδευτεροβάθμιου προγράμματος, κοινωνικές σχέσεις με συνομηλίκους, ανεξάρτητη μετακίνηση και ευκολία στις μεταφορές. Η έρευνα τόνισε τη σημασία της εμπειρικής βάσης για τον σχεδιασμό προγραμμάτων μετάβασης και την ανάγκη εστίασης όχι μόνο σε ακαδημαϊκές δεξιότητες αλλά και σε λειτουργικές και κοινωνικές δεξιότητες, κρίσιμες για την επαγγελματική ένταξη των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Η μελέτη Steverson (2020) πραγματοποιήθηκε ώστε να διερευνήσει αν υπάρχει σχέση μεταξύ της ηλικίας που ξεκινάει η οπτική αναπηρία και των εμποδίων απασχόλησης. Η έρευνα έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής με στόχο να διερευνήσει αν ο χρόνος που ξεκινάει η απώλεια όρασης (πρώιμη, σχολική ηλικία ή ενηλικίωση) σχετίζεται με τα εμπόδια και το είδος που έχουν να αντιμετωπίσουν τα άτομα με σχολική αναπηρία στον επαγγελματικό τομέα.
Η μελέτη είχε στοιχεία από εθνική έρευνα με θέμα την προσβασιμότητα στις μεταφορές. Βασίστηκε κυρίως σε δευτερογενή ανάλυση δεδομένων με δείγμα 144 ατόμων με οπτική αναπηρία. Με βάση την ηλικία οι ερωτηθέντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: πρώιμη (0–3 ετών), σχολικής ηλικίας (4–24 ετών) και ενήλικη (25+). Οι μεταβλητές σχετίζονταν με το είδος των δυσκολιών (π.χ. έλλειψη προσβασιμότητας, διακρίσεις, μεταφορικά προβλήματα) και τον αριθμό των δυσκολίων με βάση το κάθε άτομο.
Η ανάλυση αποτελούνταν από περιγραφικά στατιστικά, test ANOVA και chi-square test. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα άτομα σε πρώιμη απώλεια όρασης αντιμετώπισαν περισσότερα εμπόδια απασχόλησης από τις υπόλοιπες ομάδες. Τα πιο συχνά προβλήματα που ανέφεραν είναι οι διακρίσεις από τους εργοδότες, η δυσκολία στις μετακινήσεις, η έλλειψη ικανοτήτων και η έλλειψη προσαρμογών στο χώρο εργασίας.
Η μελέτη Steverson (2020) έδειξε την μεγάλη ανάγκη που υπάρχει για εξατομικευμένη υποστήριξη και παρεμβάσεις σύμφωνα με το κάθε ιστορικό ξεχωριστά απώλειας όρασης. Βασικός είναι ο ρόλος των επαγγελματιών υποστήριξης και η αξιοποίηση των ερευνητικών δεδομένων ώστε να διευκολυνθούν τα άτομα με οπτική αναπηρία στον εργασιακό τους χώρο.
Στην έρευνα που διεξήχθη από τους McDonnall και Tatch (2021), διερευνήθηκε αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου εκπαίδευσης και της απασχολησιμότητας των ατόμων με οπτική αναπηρία με βάση τις κοινωνικές ανισότητες και της προσβασιμότητας στο εργασιακό περιβάλλον. Η μελέτη έλαβε χώρο στις Ηνωμένες Πολιτείες με σκοπό να ελεγχθεί αν αποτελεί προστατευτικό παράγοντα η εκπαιδευτική επίδοση για τον κοινωνικό και εργασιακό αποκλεισμό που υφίστανται τα άτομα με οπτική αναπηρία στην αγορά εργασίας.
Η μελέτη βασίστηκε σε ποσοτική μεθοδολογία, αξιοποιώντας δεδομένα από εθνικά στατιστικά αρχεία, τα οποία περιλάμβαναν μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων με και χωρίς οπτική αναπηρία. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με στατιστικές μεθόδους προκειμένου να εντοπιστούν οι διαφορές στα ποσοστά απασχόλησης σε συνάρτηση με το μορφωτικό επίπεδο, ενώ εξετάστηκε η επίδραση επιμέρους μεταβλητών όπως το πτυχίο κολλεγίου, η ηλικία και το φύλο.
Η μελέτη συμπεριλάμβανε άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών με οπτική αναπηρία αλλα και βλέποντες συγκρίνοντας τις δυο ομάδες. Από την διεξαγωγή των αποτελεσμάτων αναδείχθηκε ότι στα άτομα με προβλήματα όρασης τα ποσοστά απασχολησιμότητας στην αγορά εργασίας είναι αισθητά χαμηλότερα σε σύγκριση με το δείγμα των βλεπόντων συμμετεχόντων, ωστόσο η κατοχή πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης βελτιώνει αισθητά τις πιθανότητες εργασιακής ένταξης. Πιο συγκεκριμένα το 62,5% των ατόμων με οπτική αναπηρία που κατείχαν πτυχίο είχαν υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης σε αντιδιαστολή με άτομα χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου.
Η έρευνα καταλήγει στο ότι είναι κρίσιμος παράγοντας η κατοχή πτυχίου στην ανώτερη εκπαίδευση των ατόμων με οπτική αναπηρία, καθώς ενισχύει την ένταξη τους στο εργασιακό περιβάλλον, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει οτι εξαλείφονται πλήρως οι ανισότητες και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυτά τα άτομα. Υποστηρίχθηκε επίσης, η αναγκαιότητα για θεσμική παρέμβαση στην προτροπή για τη συμμετοχή στην ανώτατη εκπαίδευση, στην επαγγελματική υποστήριξη και στη ευαισθητοποίηση των εργοδοτών.
Η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της συστημικής προσέγγισης, που περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την πολιτική απασχόλησης και τις εργοδοτικές πρακτικές, με σκοπό την ουσιαστική εργασιακή συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρίες.
Στην έρευνα του ο Budiarti (2018), μελέτησε ποιοί είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανδρών με οπτική αναπηρία στην Ινδονησία. Η έρευνα συγκεκριμένα δίνει έμφαση στον τρόπου που διαχειρίζονται οι άνδρες συμμετέχοντες με οπτική αναπηρία τις επαγγελματικές δυσκολίες με γνώμονα κοινωνικούς, ατομικούς και θεσμικούς παράγοντες. Για την διεκπεραίωση της έρευνα χρειάστηκε να ληφθεί υπόψιν το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα άτομα με αναπηρία έχουν μεγάλο ποσοστό ανεργίας, ενώ παράλληλα ο άνδρας αποτελεί τον μοναδικό οικονιμικό πάροχο στην κοινωνία.
Η μέθοδος συλλογής δεδομένων που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα έρευνα ήταν η ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση μέσω συνεντεύξεων. Έλαβαν μέρος 39 άνδρες συμμετέχοντες με οπτική αναπηρία η οποίοι ήταν έγγαμοι με γυναίκες βλέπουσες και δραστηριοποιούνταν στην Τζακάρτα και τη Μπαντούγκ. Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της αλυσιδωτής επιλογής (snowball sampling), ενώ οι συνεντεύξεις διεξήχθησαν στην τοπική γλώσσα και αναλύθηκαν θεματικά.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η επαγγελματική αποκατάσταση των ανδρών της Ινδονησίας με οπτική αναπηρία επηρεάζονται από κάποιους βασικούς άξονες. Οι πέντε άξονες που αναδείχθηκαν είναι: (1) θεσμικά πλαίσια (τύπος σχολείου και επαγγελματική αποκατάσταση), (2) στήριξη από την οικογένεια (ψυχολογική, οικονομική), (3) κοινωνική στήριξη (φίλοι, δάσκαλοι, κοινότητα, ΜΚΟ), (4) προσωπικά χαρακτηριστικά (αυτοεκτίμηση, αποφασιστικότητα, ανεξαρτησία, φιλομάθεια, επιχειρηματικό ένστικτο) και
(5) εργασιακές ρυθμίσεις (πολιτικές ένταξης).
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η ένταξη των ανδρών με οπτική αναπηρία στο εργασιακό χώρο κυρίως δεσμεύεται από τα κοινωνικά δίκτυα και την ατομική πρωτοβουλία παρά την θέσπιση νόμων. Οι περιορισμοί που τονίστηκαν ήταν η ελλειπής εκπαίδευση για την εργασιακή ένταξη, καθώς και τα ανεπαρκή προγράμματα επαγγελματικής καθοδήγησης που χρήζουν αναβάθμισης για την εργασιακή ενσωμάτωση.
Σε άλλη μελέτη των Ibrahimkhil et al. (2021), έγινε έρευνα σε νεαρά άτομα με οπτική αναπηρία στην περιοχή της Καμπούλ για τις ανάγκες επαγγελματικής απασχόλησης. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι συνθήκες του περιβάλλοντος ενέχουν κοινωνική, πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα. Μέσω της έρευνας διεξάχθηκαν πορίσματα σχετικά με τα βιώματα των νεαρών με οπτική αναπηρία στην αναζήτηση εργασίας.
Η παρούσα ποιοτική έρευνα επικεντρώθηκε στην εις βάθος κατανόηση των προσωπικών εμπειριών των συμμετεχόντων. Οι 14 συμμετέχοντες στο σύνολο μοιρασμένοι σε άνδρες και γυναίκες ηλικίας 20 έως 40 ετών είχαν διαφορετικό υπόβαθρο τόσο στο εκπαιδευτικό κομμάτι όσο και στην επαγγελματική κατάσταση που βρίσκονταν. Για τη συλλογή των δεδομένων διεξάχθηκαν συνεντεύξεις και έπειτα αναλύθηκαν με βάση τη θεματολογία.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανέδειξε τρεις θεματικούς άξονες που απασχολούσαν τους συμμετέχοντες: 1) την αναγκαιότητα εξασφάλισης επαγγελματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, 2) την απαραίτητη υποστήριξη από την κοινωνία και τους εργοδότες καθώς και 3) την ενδυνάμωση από την οικογένεια και τους φορείς υπεράσπισης. Τα άτομα με οπτική αναπηρία κατέληξαν στο ότι είναι υποχρεωτική η απόκτηση δεξιοτήτων και συγκεκριμένα τεχνολογική επάρκεια, με προσβάσιμο περιβάλλον και εξοπλισμό για την ένταξή τους στην εργασία.
Η μελέτη ανέδειξε επίσης ότι, παρά την ύπαρξη σχετικών νόμων στον Αφγανιστάν, η έλλειψη θεσμικής εφαρμογής, κοινωνικής επίγνωσης και διεπιστημονικής συνεργασίας παραμένει σοβαρό εμπόδιο για την επαγγελματική ένταξη των ατόμων με οπτική αναπηρία. Τονίστηκε η καθοριστική σημασία της οικογενειακής ενθάρρυνσης και της υποστήριξης από ΜΚΟ στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την εύρεση εργασίας.
Σε άλλη μελέτη των Steinman et al. (2013), γίνεται διερεύνηση του ρόλου της διοικητικής αυτονομίας των υπηρεσιών επαγγελματικής καθοδήγησης και αποκατάστασης για την προώθηση της επαγγελματικής απασχόλησης των ατόμων με οπτική αναπηρία. Η μελέτη διαξάχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενσωματώνοντας ποσοτικά δεδομένα από δύο εθνικές βάσεις, τα RSA-911 και NSSVRA. Ο βασικός στόχος της μελέτης ήταν να διαπιστωθεί αν οι οργανωτικές δομές που λαμβάνουν αποφάσεις επηρεάζουν τα επαγγελματικά αποτελέσματα των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Η μελέτη ακολούθησε ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση, βασισμένη σε πολυεπίπεδη στατιστική ανάλυση (multilevel logistic regression), εξετάζοντας 13.741 άτομα ηλικίας 22-65 ετών με οπτική αναπηρία. Οι ανεξάρτητες μεταβλητές εξέτασαν: τους ανθρώπινους πόρους, τις υποδομές, τα συστήματα πληροφόρησης, τις πολιτικές και τις διαδικασίες, ενώ τα εξαρτημένα μεγέθη ήταν η επίτευξη οποιασδήποτε μορφής απασχόλησης και ανταγωνιστικής απασχόλησης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ύπαρξη διοικητικού ελέγχου στις πολιτικές και τις διαδικασίες συσχετίζεται θετικά με την ανταγωνιστική απασχόληση των τυφλών ατόμων, ενώ, αντιθέτως, ο διοικητικός έλεγχος στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού συσχετίστηκε αρνητικά με τα ποσοστά απασχόλησης των ατόμων με μειωμένη όραση. Η μελέτη ανέδειξε την ανάγκη για στοχευμένες διοικητικές πρακτικές και καλύτερη οργανωτική ευελιξία, ώστε να ενισχυθεί η επαγγελματική ένταξη των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Σε μία ακόμα έρευνα των Parker και Peterson (2025), διερευνώνται οι μεταβλητές που παίζουν ρόλο στην επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με οπτική αναπηρία υπό το πρίσμα της καθολικής σχεδίασης-καθοδήγησης (universal design). Το άρθρο εστιάζει στην ανάδειξη των περιορισμών που αντιμετωπίζουν τα άτομα με τύφλωση αλλά και μειωμένη όραση στην επαγγελματική τους πορεία και πιο συγκεκριμένα εμβαθύνει σε θέματα που αφορούν την προσβασιμότητα, τις τεχνολογίες και της επαγγελματικής στήριξης και καθοδήγησης.
Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (scoping review), που στόχευσε στη συλλογή δεδομένων με θέμα τις επαγγελματικές συνθήκες απασχόλησης των ατόμων με οπτική αναπηρία. Συνδυαστικά, διεξήχθη συνέντευξη από ειδικό σύμβουλο επαγγελματικής καθοδήγησης σε άτομο με οπτική αναπηρία, ώστε να συμπεριληφθούν στην έρευνα βιωματικά δεδομένα.
Τα δεδομένα που αναδείχθηκαν από την έρευνα χωρίστηκαν θεματικά σε πέντε άξονες: ποιότητα και ικανοποίηση από την εργασία, περιβαλλοντικοί παράγοντες, εκπαίδευση και κατάρτιση, θέματα ασφάλειας και τεχνολογικά εμπόδια. Φαίνεται ότι δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στους ειδικούς συμβούλους επαγγελματικής καθοδήγησης και της συνεργασίας τους με τους εργοδότες ώστε να προαχθεί η συμπεριληπτική κουλτούρα και να εξαλειφθούν οι διακρίσεις. Από την έρευνα συμπεραίνεται ότι μέσω της καθολικής καθοδήγησης μειώνεται η ανάγκη για εξατομικευμένες προσαρμογές και παράλληλα μειώνονται τα ποσοστά αποκλεισμού στο εργασιακό περιβάλλον.
Η μελέτη τονίζει πως η συστηματική εφαρμογή των αρχών της καθολικής σχεδίασης μπορεί να ενισχύσει την αυτονομία, την ασφάλεια και την επαγγελματική ανέλιξη των ατόμων με οπτική αναπηρία, δημιουργώντας παράλληλα πιο δίκαιους και προσβάσιμους εργασιακούς χώρους για όλους.
