Το τυφλό πολυανάπηρο παιδί (δεύτερο κεφάλαιο): Μερικές κλινικές περιπτώσεις

Αυγ 17, 2011 | ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Τυφλοί με Πολλαπλές Αναπηρίες

Κεφάλαιο δεύτερο

Κλινικές πτυχές και ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του τυφλού παιδιού με πολλαπλές αναπηρίες

Του Ricardo Chiarelli


Μερικές κλινικές περιπτώσεις

Οι κλινικές περιπτώσεις που θα περιγραφούν τώρα φανερώνουν τον τύπο της παθολογίας που παρουσιάζεται στα παιδιά που φοιτούν στο Ιατρικό Ψυχο-Παιδαγωγικό Κέντρο και Οικογενειακής Συμβουλευτικής του Ινστιτούτου Romagnoli. Θα επεκταθώ στην έκθεση τους ακριβώς γιά να προσπαθήσω όσο το δυνατόν καλύτερα να αποσαφηνίσω την κλινική και υπαρξιακή πραγματικότητα του τυφλού παιδιού με πολλαπλές αναπηρίες. Είμαι πεπισμένος ότι, μόνο αν γίνει αναφορά κατ΄ ιδίαν στο παιδί, θα μπορέσει να τεθεί ο αναγνώστης μπροστά στην σαφήνεια και μόνο κατ΄ αυτό τον τρόπο οι θεωριτικές πτυχές που διαπραγματεύτηκαν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ένα νόημα και μιά συγκεκριμένη κλινική εικόνα.


Μαρία (7 ετών). Από την ηλικία των 6 ετών φοιτά στο κέντρο. Το κορίτσι παρουσιάζει μια επιληπτογενή εγκεφαλοπάθεια, μια πολύ σοβαρή ψυχοκινητική καθυστέρηση και μια τάση προς ψυχική απομόνωση.

Οι γονείς την έφεραν στο κέντρο για μια αξιολόγηση της λειτουργίας της όρασης, καθ΄ όσον αντιλαμβάνονται ότι δυσκολεύεται στο να κοιτάζει, μια σχεδόν πλήρη απουσία της οπτικής επικοινωνίας.

Η προσωπική της ιστορία δείχνει μία εγκυμοσύνη κανονική. Ο τοκετός έγινε με 20 ημέρες καθυστέρηση με καισαρική τομή λόγω μιας μη ικανοποιητικής διαστολής της μήτρας. Το κοριτσάκι ήταν κυανωτικό και γι΄ αυτό υποβλήθηκε σε οξυγονοθεραπεία. Το βάρος κατά την γέννηση ήταν 2,600 Κg (ανώριμη). Η τελευταία φάση του τοκετού οδηγούσε στην αποβολή ενός πλακούντα με βλάβες (παρουσίαζε πολυάριθμες περιοχές εμφραγμένες).

Στους τρεις πρώτους μήνες η ζωή του μωρού ήταν νωθρή, το κλάμα άτονο. Ο μητρικός θυλασμός διάρκεσε τους δυόμιση πρώτους μήνες, κατόπιν υπεισήλθε ο τεχνητός θηλασμός. Η διατροφή πριν από την είσοδο στο κέντρο, ήταν πρωταρχικά τριμμένη λόγω δυσκολιών μάσησης. Τώρα το παιδί αρχίζει να μασάει κομμάτια κρέατος τα οποία δεν είναι λιωμένα.

Πάνω σ΄ ένα επίπεδο ψυχοκινητικής ανάπτυξης δεν είναι σε θέση να σταθεί καθισμένη, δεν είναι ικανήνα πιάνει με την θέλησή της ούτε έχει φθάσει στο να ελέγχει πλήρως το κεφάλι.

Απουσιάζει οποιαδήποτε μορφή δομημένης ομιλίας. Το παιδί βγάζει “ήχους δυσαρέσκειας” (όπως ανέφερε η μητέρα), οι οποίοι εξαφανίζονται αν την νανουρίσει.

Δεν υπάρχει έλεγχος σφικτήρων. Η ανάπτυξη των σχέσεων είναι ιδιαίτερα διαταραγμένη. Απ΄ ότι αναφέρουν οι γονείς, φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ ένα πρώτο απευθυνόμενο χαμόγελο. Από την ηλικία των 5 ετών, φαίνεται να γελά μερικές φορές όταν η μητέρα την παίζει. Ως επιβεβαίωση της πάρα πολύ δύσκολης κατάστασης των σχέσεων με το παιδί, οι γονείς βεβαιώνουν ότι είχαν την πεποίθηση κατά τους πρώτους μήνες της ζωής της Μαρίας, ότι αυτή ήταν τυφλή και κωφή.

Κάνοντας αναφορά στις δυσκολίες επαφής της κόρης, η μητέρα λέει ότι αυτή δεν αγγίζει τα αντικείμενα, αλλά απομακρύνει αμέσως το χέρι “όπως αν έκαιγαν”. Ενθυμούμαι τον τρόμο στο πρόσωπο της μητέρας όταν μου διηγείτο για το βλέμμα της Μ., μου έλεγε ότι όταν το κορίτσι την κοίταζε, αυτή, κατά την στιγμή κατά την οποία, αντιλαμβανόταν το βλέμμα του κοριτσιού, προσπαθούσε να του απευθλυνει το δικό της ως προσπάθεια ανταλλαγής, η Μαρία ως απάντηση απόφευγε το βλέμμα της μητέρας. Όταν η Μ. ήταν 5 ετών γεννήθηκε ένα αδελφάκι. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της μητέρας είχε αρχίσει να χάνει περισσότερο σάλιο και να βάζει το χεράκι στο στόμα. Μετά την γέννηση του μικρού αδερφού το χάσιμο του σάλιου αυξήθηκε περαιτέρω και όλο και περισσότερο άρχισε να φέρνει το χεράκι στο στόμα το οποίο δαγκώνει.

Μεταξύ των 3 και των 4 μηνών το κοριτσάκι παρουσίασε για πρώτη φορά σπαστικές κρίσεις (σπασμούς της κεφαλής σε κάμψη και τα χέρια στην έκταση). Η κλινική όψη τέτοιων κρίσεων και το ηλεκτροεγκεφαλογραφικό εύρημα συνηγορούν για μια επιληπτογενή εγκεφαλοπάθεια. Από τότε το κοριτσάκι άρχισε να παρουσιάζει σπαστικές κρίσεις σε πολύ μεγάλη συχνότητα καθημερινά, μέχρι 50-60 την ημέρα.

Η νευρολογική εξέταση και η παρατήρηση του κοριτσιού οδήγησε στην διαπίστωση ύπαρξης μιας πολύ σοβαρής τετραπάρεσης, μιας διακεκριμένης ψυχοκινητικής καθυστέρησης, μιας έντονα τονισμένης σκολίωσης. Η ράχη του δεξιού χεριού, στο ύψος της άρθρωσης με το δάχτυλό του δείκτη, παρουσιάζει μια ζώνη κοκκινισμένη και ελαφρώς οιδηματώδη, εξαιτίας επανειλημμένων τραυμάτων (μικρές και συχνές δαγκωματίες) το κορίτσι τείνει στο να προτιμά μια ιδιαίτερη θέση εκείνη που θυμίζει την εμβρυακή. Τέτοια στάση γίνεται πιό έντονη κατά τις στιγμές κατά τις οποίες το κορίτσι αντιλαμβάνεται μια κατάσταση η οποία βιώνεται απ΄ αυτό ως επικίνδυνη.

Οι δυνατότητες επικοινωνίας είναι σε επίπεδα πολύ πρωτόγονα: διαφοροποιήσεις του μυϊκού τόνου, ουρλιαχτά, ακαμψία οτυ σώματος, δαγκωματίες, τράβηγμα μαλλιών. Αυτές οι συμπεριφορές εκφράζουν έναν πόνο, μία κατάσταση οργής ή έντασης, σ΄ αυτές εναλλάσονται καταστάσεις μεγαλύτερης μυϊκής χαλάρωσης, ησυχίας, που φαίνεται να εκφρα΄ζουν μια κατάσταση ηρεμίας και σχετικής ευεξίας.

Όσον αφορά την λειτουργία της όρασης, μια οφθαλμολογική επίσκεψη φανέρωσε την παρουσία ενός οπτικο-κινητικού αποσυντονισμού και μιας οπτικής υποατροφίας με μια περιορισμένη ικανότητα όρασης.

Η παρατήρηση επιβεβαίωσε την παρουσία οφθαλμικών κινήσεων ασυντόνιστων περιπλανώμενων (βλέμμα που πλανάται) με μια ελλειπή ικανότητα του κοριτσιού να προσηλώσει το βλέμμα στα αντικείμενα. Εν τούτοις φαίνεται να υπάρχει ένα υπόλοιπο όρασης τέτοιο ώστε να αντιλαμβάνεται αντικείμενα ακόμη και σε απόσταση μερικών μέτρων.

Κλινικές παρατηρήσεις – Φαίνεται ότι η  αιτία της βαριάς εγκεφαλοπάθειας της Μ. ανάγεται στην περίοδο πριν από τον τοκετό. Η παρουσία της βλάβης του πλακούντα εμπόδισε την πρόσληψη της ανάλογης ποσότητας οξυγόνου και θρεπτικών ουσιών εκ μέρους του νευρικού συστήματος (είναι γνωστό ότι τα νευρικά κύταρα είναι τα πιό ευαίσθητα στην έλλειψη θρεπτικών ουσιών και οξυγόνου), προκάλεσε μιά ανεπανόρθωτη εγκεφαλική βλάβη. Φυσικά με την καθυστέρηση με την οποία πραγματοποιήθηκε ο τοκετός, παρατάθηκε η φυσιολογική διαδικασία γήρανσης του πλακούντα.

Κοντά στην αρχική ψυχοκινητική καθυστέρηση (σε ηλικία 3 ετών το κορίτσι δεν κρατούσε ακόμη το κεφάλι ίσια) και στην παρουσία μιάς απάθειας (σημεία εγκεφαλικής πάθησης), μιά τέτοια εγκεφαλοπάθεια έδωσε δείγμα του χαρακτήρα της κατά δραματικό τρόπο με τους πολύ βαρείς σπασμούς που άρχισαν γύρω στον 3ο-4ο μήνα της ζωής. Η μεγάλη συχνότητα τέτοιων κρίσεων συσώρευσε βλάβη πάνω στην βλάβη, οξύνοντας την εγκεφαλική παθολογία. η πλήρης σχεδόν αδυναμία κίνησης εκ μέρους του κοριτσιού, η δυσκολία του να πάρει τα αντικείμενα και να τα εξερευνήσει, οδήγησε σε μιά πολύ σοβαρή έλλειψη εμπειριών γνώσης, με αποτέλεσμα μιά βαριά καθυστέρηση σε όλους τους γνωστικούς τομείς αρχίζοντας από την ομιλία, πρακτικά ανύπαρκτη. Το σύνολο των μυϊκών ιστών του κοριτσιού είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εκλεπτυσμένο, ως μαρτυρία ότι η Μ. δε χρησιμοποίησε ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) τα χέρια της για να πάρει αντικείμενα. Το ίδιο πράγμα συνέβη και με τα κάτω άκρα. Κοντά σ΄αυτές τις παρατηρήσεις πάνω στην ψυχοκινητική ανάπτυξη, πρέπει επίσης να σταθούμε  στην ψυχολογική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Η απουσία ενός χαμόγελου που να απευθύνεται προς τη μητέρα δείχνει ότι η σχέση μητέρας – παιδιού είναι πολύ έντονα διαταραγμένη εξ αρχής. Η μητέρα αναφέρει πως στάθηκε πάντα δύσκολη μια επαφή μεταξύ της Μ. και της ίδιας, σαν να μην υπήρξε ποτέ μια οπτική ανταλλαγή. Αναμφιβόλως η παρουσία μιας οπτικής υπό-ατροφίας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οπτική ικανότητα είναι περιορισμένη, η παρουσία ασυντόνιστων οπτικών κινήσεων εντάσσεται στο περιβάλλον ενός πλαισίου βαριάς τετραπάρεσης. Ξέρουμε πως ο αποσυντονισμός των οπτικοκινητικών μυών καθιστά δύσκολη τη δυνατότητα εστίασης ενός αντικειμένου και πως αυτή η δυσκολία επιδρά αρνητικά στη γνωστική ανάπτυξη και σ΄αυτήν των σχέσεων. Η οφθαλμοκινητική διαταραχή, μαζί με τη βλάβη του οπτικού θηλιδίου, καθιστά το κορίτσι πρακτικά τυφλό, ακόμη κι αν, σε επίπεδο επέμβασης, είναι δυνατόν να γίνει προσπάθεια ώστε να ερεθιστεί οπτικά το κορίτσι, για να ενισχυθεί μια αρχική ικανότητα εστίασης του αντικειμένου. Εν τούτοις μπορούμε να υποθέσουμε ότι η παρουσία τέτοιων περιπλανώμενων κινήσεων είναι το προϊόν , όχι μόνο μιας οπτικοκινητικής ανωριμότητας, αλλά επίσης μιας έντονης άρνησης για να κοιτάξει. Πράγματι, πολλές φορές μου συνέβη εκείνο που συνέβη επίσης στη μητέρα, στη σχέση της με την Μ.

Σε διάφορες περιστάσεις, όταν ήμουν παρουσία του κοριτσιού, μπόρεσα να αντιληφθώ το βλέμμα του στραμμένο σ΄εμένα, αλλά όταν δυνάμει αυτής της αντίληψής μου, έστρεφα το βλέμμα μου προς το κορίτσι, για να επιδιώξω να συναντηθώ οπτικά με αυτό και να συλλάβω το βλέμμα του, αυτό άμεσα ξέφευγε και τα μάτια του επλανώντο ατάκτως αλλού, χωρίς πλέον τη δυνατότητα εκ μέρους μου να συνδεθώ με αυτό. Η αίσθηση είναι εκείνη μιας βαθειάς άρνησης  και απομόνωσης εκ μέρους του κοριτσιού.

Άλλη μαρτυρία σχετικά με την ανεπαρκή επαφή με τον κόσμο εκ μέρους της Μ. προκύπτει απ΄τα λόγια των γονέων όταν βεβαιώνουν ότι πίστευαν ότι το κορίτσι ήταν τυφλό και κωφό. Το να μη βλέπει να και να μην ακούει κανείς είναι μια τυπική έκφραση αποξένωσης από τον κόσμο. Αναμφιβόλως το κορίτσι δεν ήταν κωφό (ακουστικομετρικές εξετάσεις το απέκλεισαν), ούτε ολικά τυφλό, αλλά αν οι γονείς είχαν αντιληφθεί αυτό, επιβεβαιώνουν το βαθμό απομόνωσης του κοριτσιού ήδη από το πρώτο έτος της ζωής και εκφράζουν ακόμη τη δυσκολία τους να έρθουν σε επαφή μ΄αυτό.

Η σχέση με τον κόσμο βιώνεται πιθανώς από την Μ. ως άκρως επικίνδυνη (η μητέρα λέει ότι το κορίτσι απομακρύνει τα χέρια από τα αντικείμενα “όπως εάν έκαιγαν”) κι από το άλλο μέρος, το ότι είναι επίσης πολύ σοβαρή η ψυχοκινητική διαταραχή, δεν δικαιολογεί το ότι δεν μπορούσε να πιάνει σχεδόν καθόλου την εποχή κατά την οποία είχε το κοριτσάκι είχε έρθει στη συμβουλευτική υπηρεσία. Βεβαίως, η δυσκολία των γονιών να έρθουν σε επαφή με το κορίτσι, εξ αιτίας της απογοήτευσης, το χάσιμο των ελπίδων τους και της, αντικειμενικά, δύσκολης ερμηνείας των μηνυμάτων της Μ., είχε συμβάλλει στο να καταστεί αβέβαιη η αμοιβαιότητα της σχέσης.

Η εγγυμοσύνη της μητέρας, η οποία οδήγησε σε μια φυσική σύγκλιση ενέργειας και ενδιαφερόντων για το αναμενόμενο μωρό, καθόρισε κατά συνέπειαν μια περαιτέρω ψυχική απομάκρυνση της μητέρας από την Μ., η οποία αμέσως φανέρωσε τη στενοχώρια και απάντησε με ετοιμότητα με μια παλινδρδόμηση όσον αφορά τον έλεγχο του σάλιου και την εμφάνιση αυτοεπιθετικών συμπεριφορών. Εν τούτοις, αυτό το γεγονός δεν ήταν καθοριστικό για την τάση της Μ. στο να απομονώνεται, η οποία ανάγεται στις πρώτες περιόδους της ζωής.

Πιστεύω πως αυτή η πρώτη περίπτωση είναι μια εύγλωττη απόδειξη του πως, σ΄ ένα ιδιαίτερο τυφλό παιδί με πολλαπλή αναπηρία, συγκλίνουν διάφορα προβλήματα (κινητικά, νοητικά, ψυχοπαθολογικά) τα οποία αλληλοεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται αμοιβαία κατά τρόπο αρνητικό. Αρκεί να σκευτούμε το ελάτωμα της οπτικής λειτουργίας, στον καθορισμό του οποίου συγκλίνουν πολλοί παράγοντες: η οπτική υποατροφία, η ανωριμκότητα των οφθαλμοκινητικών μυών, η άρνηση του να κοιτάξει. Επίσης στη δυσκολία του να κινηθεί, στην αρχική και καθοριστική αιτία, η οποία είναι η εγκεφαλοπάθεια, επιτέθηκε η ψυχοπαθολογική αιτία το να μην κινέίται γιά να αποφύγει την επαφή με τον κόσμο. Σ΄ αυτούς τους δύο παράγοντες προστέθηκε η έλλειψη μάθησης της κίνησης στην οποία επέδρασαν η ελλειπής εμπειρία και ο δυσανάλογος οπτικός έλεγχος.

Πάνω σ΄ αυτή την τελευταία πλευρά βασίζεται ακριβώς η ψυχοπαιδαγωγική εκπαιδευτική επέμβαση.


Roberto (4 ετών και 9 μηνων). Ήρθε στο κέντρο στην ηλικία των 3 ετών και 3 μηνών.

Παρουσιάζει μιά κληρονομική τοφλότητα (η οποία εκδηλώνεται μόνο στα άτομα άρρενος φύλου, ενώ οι γυνέκες της οικογένειας είναι υγιείς φορείς), μια επιληπτογενή εγκεφαλοπάθεια και στοιχεία αυτιστικής απομόνωσης.

Έχει ένα μεγαλύτερο αελφάκι με εγκεφαλική βλάβη, το οποίο πάσχει από τον ίδιο τύπο τυφλότητας.

Η εγκυμοσύνη εξελίχτηκε κανονικά. Ο τοκετός έγινε με τεχνιτό τρόπο. Το βάρος του νεογέννητου ήταν 3,350 Κg. δεν υπήρξαν δυσάρεστες καταστάσεις κατά την περίοδο μετά τον τοκετό. Ο μητρικός θυλασμός διηρκεσε ένα μήνα, αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον τεχνιτό και κατόπιν από το αγελαδινό γάλα. Ο απογαλακτισμός άρχισε στους δυόμισυ μήνες με αφυδατομένες παιδικές τροφές. Αρχικά το παιδί δεν αποδεχόταν τις πρώτες κρέμες. Η μητέρα αναφέρει ότι το είχε πιέσει. Η όρεξη οπωσδήποτε ήταν ελλειπής. Λίγο πριν την είσοδο του στο Κέντρο, ο R. επέστρεψε στα χτυπητά, αρνήται συχνά να φάει, δέχεται μόνο το γάλα με μπιμπερό.

Η μητέρα δεν θυμάται τα στάδια της κινητικής εξέλιξης, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν σε κανονικά χρονικά διαστήματα. Το αυτόνομο περπάτημα άρχισε γύρω στο ενάμισυ έτος, αλλά η μητέρα το σταματούσε από το φόβο μήπως πάει και χτυπήσει. Μετά από 4-5 μήνες που το παιδί άρχιζε να έχει αυτή την “απόσπαση”, φαίνεται ότι μιά φίλη της αδερφής του R. τον είχε πάρει και στην συνέχεια από λάθος, αφημένο ξαφνικά το παιδί έπεσε πάνω στο κάθισμα, φοβήθηκε και από τότε άρχισε να γραπώνεται από την μητέρα γιά να περπατήσει. Περπατά μόνο αν έχει ένα στήριγμα, ακόμη και από την άκρη ενός ενδύματος. Αυτή η δυσκολία υπάρχει ακόμη και τώρα.

Όταν ήρθε στο Κέντρο ο R. δεν είχε έλεγχο των σφικτήρων. Ο έλεγχος του πρωκτικού σφικτήρα απουσιάζει εντελώς, εκείνος της ουροδόχου κύστης επιτυγχάνεται μερικώς (το παιδί μερικές φορές λέει “τσίσα”. Επί του παρόντος ο έλεγχος είναι στο δρόμο της απόκτησης.

Το λεξιλόγιο, κατά ένα μέρος ηχολαλικό, είναι φτωχό, αποτελείται από λίγες λέξεις και φράσεις ελλιπώς διατθρωμένες. Απουσιάζει η αντωνυμία “εγώ”.

Παρουσιάζει στερεοτυποποιημένες κινήσεις των χεριών, στο σπίτι κουνιέται με τις ώρες στον ήχο της μουσικής, μερικές φορές ακολουθεί τον ρυθμό της, όταν κουνιέται φέρνει το ένα πόδι τεταμένο μπροστά, αιωρώντας το σώμα εμπρός-πίσω. Δαγκώνει το δάχτυλο στις στιγμές του θυμού ή του ερεθισμού.

Το παιδί παρουσιάζει ασυγκράτητες κρίσεις κλάματος οι οποίες τρομάζουν τον πατέρα.

Είναι ακόμη εξαρτημένος στην διατροφή. Περιεργάζεται γιά λίγο τα πράγματα και στη συνέχεια τα πετά.

Κατά την διάρκεια της φοίτησης στο Κέντρο, το παιδί παρουσιάζει γενικευμένες σπαστικές κρίσεις με απώλεια της συνείδησης, σποραδικές αρχικά, σταδιακά πιό συχνές στη συνέχεια μέχρι πού έφθασαν καθημερινά σε μεγάλη συχνότητα. Οι ίδιες οι κρίσεις ποικοίλουν κατά την έκφραση τους, εναλλάσονται γνήσιες κλονικές, με κρίσεις όπου επικρατεί μιά σκλήρυνση και με άλλες οι οποίες χαρακτηρίζονται από μία αιφνίδια μείωση του μυϊκού τόνου με πτώση της κεφαλής προς τα εμπρός. Μία σειρά από ηλεκτροεγκεφαλογραφικές έρευνες φανέρωσαν την ύπαρξη μιάς επιληπτογενούς εγκεφαλοπάθειας, γιά την οποία κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή σε νοσοκομείο. Ασκήθηκε κορτιζονική θεραπεία η οποία η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ύφεση των επιληπτικών κρίσεων.

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου το παιδί παλινδρομεί, τόσο όσον αφορά τη  συμμετοχική συμπεριφορά όσο και εκείνη που είναι σχετική με την αρχική απόκτηση ορισμένων σταδίων ωρίμανσης. Όταν ξεπεράστηκε αυτή η στιγμή της πολύ σοβαρής όξυνσης της εγκεφαλοπάθειας, το παιδί αρχίζει να ανακτά την πορεία του προς την απόκτηση σταδίων ωρίμανσης.

Κλινικές παρατηρήσεις- Ο R. έχει μιά κληρονομική τυφλότητα η οποία μεταβιβάζεται μόνο στα άρρενα, την κληρονόμησε εκ μέρους της μητέρας. Εν τούτοις εκείνο το οποίο κληρονόμησε δεν είναι μόνο η τυφλότητα, αλλά ακόμη μιά ισχυρή προδιάθεση του εγκεφάλου στο να αρρωσταίνει. Επίσης ο αδελφός έχει μιά εγκεφαλοπάθεια. Υπάρχουν στενές συνάφειες και ένα μέρος του οφθαλμού (ο αμφιβληστροειδής) αποτελεί μέρος του νευρικού συστήματος.

Η εγκεφαλοπάθεια του R. εκδηλώνεται κατά τρόπο οξύ με επιληπτικές κρίσεις, ποικίλουσες στην μορφολογία τους και στην συχνότητα τους, στην ηλικία των 4 ετών, ακόμη και αν τις πρώτες εκφράσεις της τις βρίσκουμε στην συνολική καθυστέρηση ωρίμανσης του παιδιού.

Η πρόγνωση μιας επιληπτογενούς εγκεφαλοπάθειας είναι πάντα πολύ αμφίβολη. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η εγκεφαλοπάθεια οπισθοχωρεί, χωρίς να ξαναπαρουσιαστούν κρίσεις επιληψίας. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορούν να παρουσιαστούν στιγμές όξυνσης εκ νέου κατά διαστήματα τα οποία ποικίλουν, μέχρι και να προξενήσει εγκεφαλικές βλάβες όλο και πιό βαριές και μη αναστρέψιμες. Είναι χωρίς αμφιβολία καλός οιωνός το γεγονός ότι η φαρμακολογική θεραπεία μπόρεσε να είναι αποτελεσματική, για να ξεπεραστεί η κρίσιμη στιγμή, ακόμη και αν δεν μπορεί να πεί κανείς τίποτα με βεβαιότητα πάνω στο μέλλον του R.

Αλλά, κοντά στην εγκεφαλοπάθεια, υπάρχουν άλλες πτυχές που πρέπει να δούμε οι οποίες είναι υπέρμετρα σημαντικές και οι οποίες αφορούν τους τρόπους σχέσεων του παιδιού. Επιστρέφοντας στην ανάπτυξη του R., εκείνο που του συνέβει τη στιγμή κατά την οποία μάθαινε να περπατά είναι τυπικό μιας σχέσης μεταξύ ενός τυφλού παιδιού και του περιβάλλοντός του. Η μητέρα το σταματούσε, από το φόβο μήπως χτυπήσει, φοβόταν ότι θα μπορούσε να πάθει κακό. Όποιος ενδιαφέρεται για τυφλά παιδιά ξέρει ότι αυτό το φαινόμενο είναι πάρα πολύ συχνό. Ο R. έζησε σ΄ ένα περιβάλλον όχι και πολύ διατεθειμένο να του επιτρέψει να εξερευνήσει τον γύρω κόσμο. Ένα περιβάλλον που φοβόταν μήπως βλάψει το παιδί. Το επεισόδιο της πτώσης πάνω στο καρεκλάκι δεν ήταν τιποτ΄ άλλο παρά μία στιγμή αυτή καθ΄ εαυτή όχι σοβαρή, αλλά αρκετή για να προκαλέσει στον R. έναν τρόμο στο να κινηθεί από μόνος του. Αν αυτό το επεισόδιο επέφερε μεγάλο φόβο στο R., εν τούτοις οι αρχές αυτού του φόβου ανάγονται αναμφιβόλως στην προηγούμενη από το επεισόδιο ιδιαίτερη σχέση με το περιβάλλον ήταν ήδη φοβισμένο από το γεγονός ότι ο R. θα μπορούσε να αφεθεί να περπατήσει μόνος του. Ξέρουμε πόσο σημαντικό είναι για τις κατακτήσεις ενός παιδιού και για τις εξερευνήσεις του, το αίσθημα της εμπιστοσύνης που προσφέρεται από τους γονείς, οι ιδιαίτεροι τρόποι με τους οποιους αυτοί έρχονται σε σχέση μ΄ αυτό, ο τρόπος που χαίρονται με τις κατακτήσεις του. Ο Winnicot (1974) θεωρεί καλό το περιβάλλον το οποίο διευκολύνει, που επιτρέπει στο παιδί να εκφράσει τις δυνατότητές του. Μπόρεσα να παρατηρήσω το R. τις στιγμές κατά τις οποίες εκαλείτο να περπατήσει μόνος του. Μερικές στιγμές είναι ένας απλός φόβος, είναι μια βαθιά φοβία, το σώμα του τρέμει, αρχίζει να ασθμαίνει. Είναι τρόμος μην πέσει στο κενό, μην διαλυθεί στο τίποτα, τυπικό όποιου δεν έχει ένα περιβάλλον-οδηγό, ένα περιβάλλον το οποίο να έχει λειτουργήσει ως φίλτρο μεταξύ του παιδιού και του εξωτερικού κόσμου. Το πρόβλημα του R. δεν είναι μόνο το περπάτημα, είναι η επαφή με τον κόσμο. Οι σχέσεις του μ΄ αυτόν είναι χωρίς γνωστικό σκοπό, χωρίς την επιθυμία της μάθησης. Λείπει εκείνη η υγιής περιέργεια που υπάρχει στα παιδιά της ηλικίας του. Ο R. αμύνεται απέναντι στον κόσμο αιωρώντας το σώμα του, είναι ένα νανούρισμα, μια απομόνωση. Οι στερεότυπες χειρονομίες του είναι προσπάθειες να δημιουργήσει ένα αμυντικό θώρακα έναντι των εξωτερικών επιβουλών. Χωρίς αμφιβολία η αναπηρία της όρασης, ή καλύτερα, η απάντηση του περιβάλλοντος σ΄ αυτή, μαζί με την εγκεφαλοπάθεια, καθόρισε βασικά την σημερινή ψυχολογική διάταξη του R., ένα παιδί που φοβάται να γνωρίσει.


Francesca (13 ετών) Τριτογενής. Φοιτά στο Κέντρο από την ηλικία των 5 ετών. Είναι μερικώς βλέπουσα εκ γενετής, παρουσιάζει μικροφθαλμία στα αριστερά, μιά γενική καθυστέρηση ωρίμανσης και ένα πλαίσιο κλεισίματος προς το περιβάλλον. Η πορεία της εγκυμοσύνης υπήρξε κανονική, ο τοκετός φυσιολογικός. Δεν υπήρξαν ενδείξεις καθυστέρησης κατά την γέννηση.

Ο θηλασμός στο στήθος διήρκεσε μέχρι τον όγδοο μήνα, ο οποίος διεκόπει απότομα από μιά είσοδο στο νοσοκομείο (γιά οφθαλμολογική επέμβαση). Παρέμεινε 25 ημέρες χωρίς την παρουσία της μητέρας. Έτσι απότομα αρχισε ο απογαλακτισμός. Το μωρό έκλαιγε. Από αυτή την περίοδο άρχισε να παρουσιάζει ανορεξία, άρνηση γιά την τροφή. Δεχόταν μόνο το μπιμπερό. Αυτή η συμπεριφορά διατροφής διήρκεσε μέχρι την ηλικία των 6 ετών περίπου.

Τα στάδια κινητικής ανάπτυξης αποκτήθηκαν με καθυστέρηση: Το παιδί άρχισε να στέκει καθισμένο από μόνο του σε ηλικία 3 ετών. Περπάτησε κατά τρόπο αυτόνομο στην ηλικία των επτά ετών. Ακόμη και σήμερα το περπάτημα είναι αβέβαιο και σε ευρεία βάση. Παραμένουν εμπόδια στην λεπτή κινητικότητα.

Είναι αυτόνομη στην διατροφή από την ηλικία των 8 ετών περίπου. Σήμερα είναι σε θέση να ντυθεί και να ξεντυθεί.

Σχεδόν ανύπαρκτη η δομημένη ομιλία μέχρι την ηλικία των 6 ετών. Την παρούσα στιγμή το λεξιλόγιο είναι φτωχό, οι φράσεις διαρθρωμένες σε μικρό βαθμό. Παρουσιάζει περιόδους αλαλίας στο σχολείο, ενώ στο σπίτει ομιλεί, εν τούτοις στο σπίτι εκδηλώνει συμπεριφορές περισσότερο παλιδρομιμένες (γύρω από την διατροφή και την αυτονομία) και εναντίωσης (αρνείται την τροφή). Στο σχολείο η συγκέντρωση της F. είναι εύθραυστη οι χρόνοι της προσοχής είναι συντομοι. Εν τούτοις υπάρχει μία δικριτική ικανότητα απομνημόνευσης. Άκρως περιορισμένες είναι οι συμβολικές και σημιουργικές δυνατότητες. Παίζει σπανίως, ως επί το πλείστον κατά τρόπο στερεότυπο. Απουσιάζει  κάθε έκφραση αντιστρεπτής σκέψης. Οι πρωτοβουλίες είναι πενιχρές. Αν η F. αφεθεί στον εαυτό της, επικρατούν τα κουνήματα και οι στερεότυπες χειρονομίες. Το παιδί περνά το χρόνο του κυρίως καθισμένο, αν δεν επέμβει κάποιος μεγάλος γιά να του δώσει ερεθίσματα.

Η κοινωνική συμμετοχή ήταν πάντα ελλειπής. Δεν έχει διάλογο με τους άλλους συμαθητές και η επικοινωνία, πέρα από τις στιγμές του κλεισίματος προς το περιβάλλον, γίνεται μόνο στο πλαίσιο μιάς δυαδικής σχέσης με ένα μεγάλο.

Από την ηλικία των 9 ετών, το παιδί, μόλις φθάσει στο σπίτι ξεντύνεται. Αν σ΄ αυτή της την πρόθεση αντιταχθεί η μητέρα, προσπαθεί να βγάλει από πάνω της κάθε ρούχο, σε μιά κατάσταση ταραχής που εμπλέκει συναισθηματικά όλη την οικογένεια. Συχνά επιτίθεται στην μητέρα μόλις την βλέπει (δαγκωματιές, τράβηγμα των μαλιών). Οι γονείς εκδηλώνουν μιά ολική σύγχυση γύρω από την κατανόηση των μυνημάτων και των συμπεριφορών της F., η οποία στην οικογένεια παρουσιάζει στάσεις ισχυρής εναντίωσης και απομόνωσης. Οι συμπεριφορές χαρακτηρίζονται “παράξενες” από τους γονείς, οι οποίοι εκφράζουν την δυσκολία τους να τις κατανοήσουν. Φαίνονται και οι δύο ανίκανοι να έλθουν σ΄ επαφή με τις δικές τους συναισθηματικές πτυχές και με εκείνες που αναφέρονται στη σχέση με το παιδί. Τον τελευταίο καιρό, γίνονται φανερές οι δυσκολίες της μητέρας, σε σχέση με την αναδυόμενη εφηβεία της F., να διαχειριστεί τα προβλήματα τα οποία συνδέονται με την σεξουαλική ανάπτυξη της κόρης, η  δυσκολία της να μιλήσει μαζί της γι΄ αυτά.

Κλινικές παρατηρήσεις – Στην ιστορία της F., υπάρχει μιά στιγμή άκρως τραυματική γι΄ αυτή. Ο χωρισμός επί μακρόν από την μητέρα στους 8 μήνες, η απότομη διακοπή του στενού δεσμού με αυτή μέσα από το μητρικό θυλασμό, το πέρασμα σε μιά εντελώς διαφορετική διατροφή, μέσα σ΄ ένα περιβάλλον ελάχιστα κατάλληλο να μπορέσει να υποκαταστήσει τις μητρικές φροντίδες. Σ΄ αυτή την οδυνηρή κατάσταση, το παιδί απάντησε αμέσως, έκλαψε επί μακρόν, αρνήθηκε την τροφή. Ο χωρισμός από την μητέρα ήταν χωρίς αμφιβολία ένα τραυματικό γεγονός εκείνη την ώρα. Στον όγδοο μήνα εμφανίζεται αυτό που ο Spitz ορίζει ως “η αγωνία του αγνώστου” και που είναι προϊόν μιάς ικανότητας που αποκτά το παιδί να αναγνωρίζει την μητέρα ως ολικό αντικείμενο, ξεχωριστό από τον εαυτό του. Αυτή την εποχή, ένα παιδί μπορεί να υποφέρει μόνο σύντομους χωρισμούς από την μητέρα ή από το μητρικό υποκατάστατο. Χωρισμοί μεγάλης διάρκειας σχετικά με την ικανότητα αντοχής του παιδιού, βιώνονται με πολύ μεγάλη αγωνία, την οποία δύσκολα διαχειρίζονται. Η “σταθερότητα” του αντικειμένου είναι ακόμη άκρως επισφαλής, ένα αντικείμενο που εξαφανίζεται δεν συγκρατείται εσωτερικά πάρα πολύ χρόνο, και αυτό προκαλεί μία αγωνία συνδεδεμένη με ένα αίσθημα βαθιάς μοναξίας, για ένα αντικείμενο που στο βίωμα του παιδιού, μπορεί ακόμη να είναι χαμένο για πάντα. Δεν ξέρουμε ποιά ήταν η σχέση του παιδιού με την μητέρα πριν από τους 8 μήνες, είναι όμως βέβαιο ότι, μετά απο αυτό τον βεβιασμένο αναγκαστικό χωρισμό, η μητέρα δεν ήξερε πώς να επανακτήσει το δεσμό. Η συμπεριφορά του παιδιού, από τότε, υπήρξε πάντα διαταραγμένη. Η άρνηση της τροφής αναπαριστούσε γι΄ αυτό την άρνηση της μητέρας, σε μια περίοδο της ζωής όπου υπάρχει η εξίσωση τροφής-μητέρα (A. Freud, 1979). Η F. αρνήθηκε τη μητέρα καθ΄ όσον αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένη από αυτή (ακόμη και αν με αντικειμενικούς όρους η είσοδος στο νοσοκομείο δεν καθορίστηκε από τη μητέρα και η απουσία της από το νοσοκομείο δεν ήταν ηθελημένη από αυτή). Η εχθρότητά της έναντι της οικογένειας και του περιβάλλοντος διαρκεί μέχρι και σήμερα. Με αυτό τον τρόπο η F. πηγαίνει ενάντια στο σύστημα κανόνων της οικογένειας. Επίσης και στο σχολείο εκφράζει την εχθρότητά της με το να αρνείται να ομιλήσει (περίοδοι αλαλίας) ή αρνούμενη, μερικές φορές, να συμμετάσχει στις διδακτικές δραστηριότητες.

Η F. έχει δυσκολία στο να ανοιχθεί στο περιβάλλον, απέναντι του οποίου είχε πάντα μια μεγάλη δυσπιστία. Το περιβάλλον βιώνεται απ΄ αυτή ως να είναι απειλητικό “είναι ένα περιβάλλον στο οποίο δεν μπορεί κανείς να ανοιχθεί με εμπιστοσύνη, γιατί στη συνέχεια εγκαταλείπει” (αυτό θα μπορούσε να είναι το υπονοούμενο μήνυμα σε πολλές από τις στάσεις της F.) Tο σύνολο των αρνητικών εμπειριών δεν της επέτρεψε, πράγματι, να το βιώσει κατά τρόπο επιβεβαιωτικό, με χαρά, δεν της επέτρεψε να αναπτύξει ικανοποιητικές συγκεκριμένες εμπειρίες, με βαριές επιπτώσεις πάνω στη δομή του εγώ και πάνω στη διανοητική ανάπτυξη. Η περιορισμένη συμβολική και γλωσσική ανάπτυξη, η απουσία δημιουργικών δραστηριοτήτων και μιάς αναστρέψιμης σκέψης, έτσι όπως και η συμπεριφορά της Φ., συνηγορούν για μια διανοητική καθυστέρηση, κοντά στο σοβαρό ψυχοπαθολογικό πρόβλημα, συντρέχει, σε μικρότερο βαθμό, μια ελαφρά εγκεφαλική δυσλειτουργία, η οποία απεκαλύφθει μετά από μια σειρά νευρολογικών εξετάσεων.

Στην ουσία δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος: η ελαφριά κατά βάση διανοητική καθυστέρηση, ο κακός οπτικός σχηματισμός και το μειονέκτημα της πόρασης έθεσαν τις προϋποθέσεις για μια δύσκολη σχέση με το περιβάλλον. Το περιβάλλον δεν ήταν σε θέση να συλλάβει τις ιδιαιτερότητες της σχέσης με την Φ. Σε όλα αυτά, προστέθηκε, ως καταλυτικός παράγοντας, ο τραυματικός χωρισμός στους 8 μήνες, ο οποίος στάθηκε μία πολύ έντονη αρνητική επίδραση στη ζωή της Φ. το παιδί, με την συμπεριφορά του, εκφράζει την πολύ μεγάλη στενοχώρια του και το θυμό στο εσωτερικό ενός οικογενειακού συστήματος το οποίο αποδείχτηκε ότι πάντα είχε δυσκολία να συγκαταβεί στον κόσμο του, να καταλάβει τις ανάγκες του παιδιού με το πολύ σοβαρό πρόβλημα στην όραση.


Ιωάννης (9 ετών), φοιτά στο Κέντρο από την ηλικία των 6 ετών. Παρουσιάζει μια βαριά εγκεφαλική βλάβη η οποία χαρακτηρίζεται από επουλωμένη υδροκεφαλία, μερική αγεννησία του τυλώδους σώματος, προεγκεφαλία. Υπενθυμίζω εν συντομία ότι ως υδροκεφαλία εννοείται μία αύξηση του εγκεφαλικού υγρού στο εσωτερικό των κοιλιών. Αυτό συνεπάγεται μία αύξηση της πίεσης στον εγκέφαλο του Ιωάν. είναι πάντως επουλωμένη, με την έννοια ότι έχει επιτευχθεί μία ισορροπία μεταξύ του σχηματσμού του υγρού και της αποβολής του, κατά τρόπο ώστε να μην έχουμε μία προοδευτική αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης. Φυσικά η υδροκεφαλία, παρούσα εκ γενετής, προκάλεσε μία αύξηση της κρανιακής περιφέρειας του παιδιού.

Ο G. παρουσιάζει επίσης κακό εγκεφαλικό σχηματισμό: η επί μέρους αγεννησία του τυλώδους σώματος. Το τυλώδες σώμα είναι ένας εγκεφαλικός σχηματισμός που αποτελείται από λευκή ουσία, και η οποία φέρνει σε επικοινωνία τα δύο ημισφαίρια και αποτελείται από διόδους σύναψης.

Ως ποροεγκεφαλία εννοείται η παρουσία “πόρων” στον εγκέφαλο και η οποία είναι αποτέλεσμα απώλειας νευρώδους ουσίας κατόπιν νέκρωσης του ιστού. Προξενήται από μιά διαταραχή της εγκεφαλικής κυκλοφορίας κατά την εμβρυακή περίοδο. Η αναπηρία στην όραση του G., συνδέεται αφ΄ ενός μεν με μιά οπτική αγνωσία (η οποία λέγεται επίσης εγκεφαλική τυφλότητα), η οποία οφείλεται στην εγκεφαλοπάθεια, και αφ΄ εταίρου σε μιά ατροφία του οπτικού νεύρου. Το παιδί είναι σε θέση να αναγνωρίσει μόνο τις διαφοροποιήσεις της φωτεινότητας (φως, σκοτάδι). Παρουσιάζει επίσης ένα συγκλίνοντα στραβισμό.

Ο G. γεννήθηκε 20 ημέρες προώρα. Το βάρος του ήταν 2,800 Kg. Από νεογέννητο άρχισε να παρουσιάζει σπασμωδικές επιληπτικές κρίσεις οι οποίες, με το πέρασμα των χρόνων, έφθασαν καθεμερινά σε μιά μεγάλη συχνότητα. Από την ηλικία των 5 ετών κατόπιν μιάς περαιτέρω τροποποίησης της φαρμακολογικής θεραπείας οι κρίσεις περιορίστηκαν κατά την ένταση και την συχνότητα. Από τότε παρουσιάζει μυοκλονίες, ιδίως στα κάτω άκρα ως επί το πλείστον κατά το ξύπνημα και περιστασιακά πιό εκτεταμένες μυοκλονικές ή τονικές κρίσεις, με απώλεια της συνείδησης.

Ο G. απέκτησε την ισορροπία του κορμού σε ηλικία περίπου ενάμισυ ετών, την όρθια στάση με στήριγμα 20 μηνών, μπουσούλισε τρισήμισυ ετών, το περπάτημα με στήριγμα στην ηλικία των 5 ετών. Το αυτόνομο περπάτημα απουσιάζει ακόμη. Επί του παρόντος, γιά να μετακινηθεί αυθόρμητα, προτιμά το μπουσούλιμα με τα τέσσερα ή το περπάτημα με στήριγμα ως επί το πλείστον πλαγιο-πλευρικό. Δεν καταφέρνει να κρατήσει ισορροπία στη στάση με ακίνητα τα πόδια. Παρουσιάζει αποσυντονισμό στις κινήσεις, χρησιμοποιεί πρωταρχικά το αριστερό άνω άκρο, όντας με το δεξιό αρκετά αδέξιος.

Άρχισε να παράγει αυθόρμητα τις πρώτες λέξεις “μαμά” και “μπαμπάς” γύρω στα 2 χρόνια. Από την ηλικία των ετών παράγει λίγες φράσεις των δύο λέξεων. Είναι ικανός να κάνει διάλογ, έχει μια διακριτική κοινωνική συμμετοχή. Απουσιάζε ο έλεγχος των σφιγκτήρων. Δεν συνεργάζεται επωφελώς κατά το ντύσιμο, είναι σε θέση πάντως να βγάλει κάποιο ένδυμα (καλτσάκια, λυμένα παπούτσια). Χαρακτηρίζεται από τους γονείς ως πεισματάρης και δύσπιστος, ιδίως απέναντι σε νέες καταστάσεις. Η δυσπιστία έχει οπωσδήποτε περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τους γονείς είναι ευαίσθητος στις επιπλήξες και δείχνει να έχει μια καλή σχέση με το αδερφάκι του που είναι 4 ετών.

Κλινικές παρατηρήσεις_ παρουσιάζω αυτή την περίπτωση με το σκοπό να δείξω την ανισότητα μεταξύ της πολύ βαριάς εγκεφαλικής βλάβης και των σχετικά καλών αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν από το παιδί κατά την εξέλιξή του, ιδίως αυτό που αφορά την κινητική ανάπτυξη και εκείνο των σχέσεων. Δεν θα έπρεπε να μας δημιουργούσε έκπληξη αν ένα τυφλό παιδί, με τέτοια εκτεταμένη εγκεφαλική βλάβη δεν θα είχε μπορέσει να κινηθεί και είχε παρουσιάσει έντονα σημάδια ψυχικής απομόνωσης. Ο G. αντίθετα είναι ικανός να καθορίσει μία διακριτική σχέση με τους άλλους (στο βαθμό που τα πολύ σοβαρά του μειονεκτήματα του το επιτρέπουν), μπορεί να μετακινηθεί με δική του πρωτοβουλία στο περιβάλλον, να διερευνήσει (έστω και με ένα παλαμιαίο πιάσιμο) τα αντικείμενα. Αναμφιβόλως ο G. μπόρεσε να μεγαλώσει σ΄ ένα οικογενειακό περιβάλλον ικανοποιητικά κατάλληλο, το οποίο, ζώντας το δράμα που συνάπτεται με την έλλειψη της όρασης κια με την πολλαπλή αναπηρία, δεν τρόμαξε, δεν απέφυγε, έγινε υπεύθυνο, κατά κάποιο τρόπο ήξερε να δώσει ένα ικανοποιητικό ψυχικό στήριγμα στο παιδί, μια ικανοποιητική συμβολή ερεθισμάτων, γι΄ αυτούς τους λόγους ο G. δεν απομονώθηκε και έχει μια ικανοποιητική σχέση με το περιβάλλον γύρω του.

Στην συνολική ανάπτυξη ωρίμανσης, η τυφλότητα επέδρασε αρνητικά στην απόκτηση ορισμένων σταδίων. Αναφέρομαι στην δυσκολία της στατικής και δυναμικής ισορροπίας του G. Αυτή του η δυσκολία σχετίζεται με την εγκεφαλοπάθεια, εν τούτοις η τυφλότητα, με την συνεπαγόμενη έλλειψη οπτικού ελέγχου του περιβάλλοντος, εμπόδισε τον G. να μπορέσει να αντισταθμίσει με την όραση το επισφαλές της ισορροπίας του, καθ΄ όσον δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις οπτικές παραμέτρους αναφοράς του χώρου. Υπάρχουν παιδιά που βλέπουν (και μεγάλοι) που η διαταραχή της ισορροπίας εκδηλώνεται μόνο με κλειστά τα μάτια. Επίσης γιά τον αποσυντονισμό των κινήσεων, που οφείλεται στην εγκεφαλοπάθεια, ο G. δεν μπορεί να βοηθηθεί  από την ρύθμιση που προσφέρει η όραση.


Maximo (5 ετών). Φοιτά στο Κέντρο από την ηλικία των 4 ετών. Τυφλός λόγω οπισθοφακικής ινοπλασίας. Παρουσιάζει στοιχεία ψυχικής απομόνωσης.

Η εξέλιξη της εγκυμοσύνης παρουσίασε διαταραχές λόγω απειλών αποβολής. Ο τοκετός ήταν πρόωρος, γεννήθηκε μετά από έξι μήνες εμβρυακής ζωής. Το βάρος του κατά την γέννηση ήταν 700 gr. η εμφάνιση ενός πολύ σοβαρού ίκτερου επέβαλε ολική μετάγγιση αίματος. Έμεινε στην θερμοκοιτίδα γιά δύο μήνες, κατά την διάρκεια αυτής της παραμονής απέκτησε την οπισθοφακική ινοπλασία. Η παραμονή στο νοσοκομείο ήταν 3 μήνες απούσης της μητέρας.

Η μητέρα δεν θυμάται τα στάδια της κινητικής ανάπτυξης (το παιδί ήταν υπό την φροντίδα της πεθεράς της). Το αυτόνομο περπάτημα αποκτήθηκε πάντως στην ηλικία των 12 μηνών περίπου.

Στους 7 μήνες πρόφερε τις πρώτες λέξεις “μα-μά” και “μπα-μπά”.  Τώρα ξέρει να λέει μόνο “μαμά”. Μέχρι την ηλικία των 18 μηνών πρόφερε διάφορες λέξεις. Από τότε άρχισε να κλίνεται στον εαυτό του και να χάνει τις γλωσσολογικές του κατακτήσεις.

Στους 7 μήνες το παιδί παρουσίασε μία βρογχοπνευμονία γιά την οποία μπήκε στο νοσοκομείο γιά 12 ημέρες. Επίσης παρέμεινε στο νοσοκομείο (γιά οφθαλμολογικά προβλήματα) στην ηλικία των 2 ετών, γιά 15-16 ημέρες.

Ο ρυθμός ύπνου-αγρυπνίας ήταν κανονικός το πρώτο έτος της ζωής. Από την ηλικία των δεκαοχτώ ετών ο Μ. ξυπνά την νύχτα και δεν ξανακοιμάται. Στην ηλικία του ενός έτους περίπου απεβίωσε η γιαγιά.

Στους 19 μήνες άρχισε να φοιτά στο νηπιακό σταθμό μαζί με την μητέρα, η οποία εργάζεται εκεί ως λειτουργός.

Στην ηλικία περίπου των δύο ετών αρχισε να παρουσιάζει αυτό- και έτερο-επιθετικές συμπεριφορές, που εκδηλώνονταν με κραυγές, δαγκωματιές, τράβιγμα των μαλιών, χτύπημα της κεφαλής κατά γης. Τέτοιες συμπεριφορές εμμένουν ακόμη και σήμερα.

Το παιδί παρουσιάζει πολυάριθμες στερεότυπες χειρονομίες, κουνιέται, χοροπηδά κυρίως στις μύτες των ποδιών, εις απάντηση εσωτερικών μεταπτώσεων. Σε μιά συνάντηση με την μητέρα, αυτή ανέφερε ότι ο Μ., μετά τις διακοπές των χριστουγέννων παρουσίασε μιά αύξηση των επιθετικών συμπεριφορών: γατζώνεται στη μητέρα αρνούμενος την επαφή των ποδιών με το πάτωμα, της επιτίθεται με γρατζουνιές, δαγκωματιές, τράβηγμα των μαλιών, ιδίως όταν η μάνα τον αρνήται.

Κλινικές παρατηρήσεις – Η ιστορία του Μ. είναι πλούσια σε χωρισμούς και απώλειες. Ο τοκετός πρόωρος, με τον μακρό χωρισμό των τριών μηνών, οι νοσοκομειακές περιθάλψεις στους 7 μήνες και στην ηλικία των 2 ετών. Το πένθος γιά το θάνατο γύρω στο πρώτο έτος. Η γιαγιά στάθηκε γιά τον Μ. ένα μητρικό υποκατάστατο. Ήταν αυτή που τον είχε φροντίσει, είτε γιατί η φυσική μητέρα είχε πρόβλημα με την εργασία, είτε ακόμη γιατί αυτή με την ανακάλυψη του πολύ σοβαρού μειονεκτήματος της όρασης του Μ., (έγινε στους 7 μήνες), είχε υποστεί ένα βαρύ ψυχικό τραύμα και δεν εύρισκε την απαραίτητη ενέργεια να αφιερώσει σ΄ αυτόν. Της ήταν πιό εύκολο να παραπέμψει τη φροντίδα του παιδιού στην γιαγιά. Εν τούτοις φαίνεται ότι στους 18 μήνες ο Μ. μπόρεσε να προοδεύσει στην ψυχοκινητική και γλωσσική του ανάπτυξη. Μετά απ΄ αυτή την εποχή υπήρξε μιά παλιδρόμηση στην ομιλία. Η αφορμή φαίνεται ότι δόθηκε από την ταυτόχρονη είσοδο στο νηπιακό σταθμό μαζί με την μητέρα (που συνέβει, πράγματι, στους 19 μήνες). Η μητέρα αναφέρει ότι το παιδί δεν ανεχόταν το να φροντίζει αυτή άλλα παιδιά.

Αυτό είναι μιά τυπική περίπτωση όπου δεν επέδρασε ένα μοναδικό τραύμα, αλλά η παρουσία περισσότερων τραυμάτων τα οποία αθροίστικαν στο παθολογικό τους αποτέλεσμα. H Μ. Khan (1979) μιλά σχετικά με αυτό το θέμα γιά “συσωρευτικό τραύμα”.Ο Μ. ήρθε αντιμέτωπος, από τότε που ήταν ήδη στην μήτρα, με μιά πρόωρη απομάκρυνση από την μητέρα. Επακολούθησαν κατόπιν επανειλημένοι χωρισμοί (συμπεριλαμβάνω επίσης και εκείνον που έχει σχέση με την κατάρευση της μητέρας λόγω της αποκάλυψης της τυφλότητας), η απώλεια της γιαγιάς-μητέρας. Το τελευταίο τραύμα, το οποίο πυροδότησε την συμπτωματολογία του κλεισίματος, ήταν τιά τον Μ. το να βρεθεί απρόοπτα μπροστά σε πάρα πολλά παιδάκια-αδελφάκια, τα οποία καθημερινά τραβούσαν την προσοχή της μητέρας του και την αποσπούσαν απ΄ αυτόν, της αποροφούσαν τις ενέργειες και τις φροντίδες, έτσι έμενε λίγο γιά τον Μ. Το παιδί δεν αντιστάθηκε, η ικανότητά του να αντέξει  την αποστέρηση εξαντλήθηκε. Από τότε ο Μ. άρχισε να αναδιπλώνεται στον εαυτό του, υπεραμυνόμενος αυτού του κόσμου του διά μέσου του κουνήματος, των πηδημάτων, και των στερεοτυπιών.

Μετάβαση στο περιεχόμενο