Tο Τυφλό Πολυανάπηρο Παιδί (πρόλογος)

Αυγ 17, 2011 | ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Τυφλοί με Πολλαπλές Αναπηρίες

E. Ceppi – M.E. Ceppi
R. Chiarelli – A. Passaro

Μετάφραση: Ηλίας Τουτούλης

Tο Τυφλό Πολυανάπηρο Παιδί


Πρόλογος

Το τυφλό πολυανάπηρο παιδί

Το έργο θέλει να δώσει μια συμβολή σκέψης και εμπειριών στο δύσκολο έργο που το σχολείο και ιδιαίτερα η οικογένεια έχουν αναλάβει, και που η κοινωνία σήμερα όλο και περισσότερο ανακαλύπτει με δραματικούς όρους αλλά όχι και με αποφασιστικότητα. Οι συγγραφείς δεν έχουν πρόθεση να δώσουν τελειωτικές θεωρίες ή θαυματουργικές συνταγές, συνηθίζεται συχνά στην εποχή μας να καταφεύγει κανείς σε εύκολες και αυτοσχέδιες λύσεις, χωρίς να σταματά ακόμη και μπροστά στα όρια του συνεχούς πόνου και της οδύνης, όταν θα ήταν σκόπιμο να σκύψει το κεφάλι και να προχωρήσει στις μύτες των ποδιών κρατώντας την ήρεμη στάση της δικαιοσύνης και της αγάπης, από την όποια να είναι δυνατόν να προκύψουν σημαντικές λειτουργικές συμπεριφορές σε σχέση με την αντικειμενικότητα, την συγκεκριμένη κατάσταση και τον παιδαγωγικό ρεαλισμό. Το βιβλίο συγκεντρώνει την συμβολή τεσσάρων εμπειριών οι όποιες ωρίμασαν μέσα από την πράξη, σε διαφορετικούς τομείς μελέτης και σε διαφορετικούς χρόνους.

Υπάρχει εν τούτοις ένας κοινός παρονομαστής πού πέρα από τις διαφορές εμπειρίας και χρόνου, κατά την διάρκεια του οποίου ωρίμασαν, ενώνει πολύ στενά την έμπνευση των τεσσάρων συγγραφέων, δίνοντας μια ενότητα κατεύθυνσης και σκοπό στο έργο: ο κοινός παρονομαστής είναι χωρίς αμφιβολία η απόλυτη πίστη, η όποια υπάρχει και στους τέσσερις συγγραφείς, στην θετικότητα, στην εγκυρότητα και στην αντικειμενική αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης του τυφλού παιδιού με πολλαπλά προβλήματα*

*Από τον συντονιστή της ομάδας, o όποιος ανέλαβε τo δύσκολο έργο να επεκτείνει αυτή την προϋπόθεση και να συγκεντρώσει την συμβολή των νέων συνεργατών του, μέχρι και τον πιο νέο απ’ αυτούς τους ίδιους τους συνεργάτες του, είναι κοινή ή επιστημονική και ταυτόχρονα ηθική πεποίθηση, σύμφωνα με την όποια, πέρα από το φραγμό πού έχει ανυψωθεί από την πολλαπλή αναπηρία και από την τυφλότητα ανάμεσα σε εμάς και στο παιδί, υπάρχει και ζει ένα παιδί με δυνατότητες πού δεν υποπτευόμαστε και πού μόνο ένα μικρό μέρος απ’ αυτές βγάζουμε στην επιφάνεια με τα λίγα μέσα πού διαθέτουμε τα όποια είναι συνδεδεμένα με την γνώση του προβλήματος πού έχουμε, με τις ελλείψεις και ακατάλληλες δομές για τόσο λεπτό και σύνθετο έργο, με την αδιαφορία της κοινωνίας και ιδιαίτερα του επίσημου σχολείου το όποιο θα όφειλε να ερμηνεύσει το μήνυμα της δικαιοσύνης και της αγάπης πού βρίσκεται στη βάση της συνάντησης με το τυφλό παιδί πού έχει πολλαπλά προβλήματα.

Ο γράφων αυτές τις γραμμές είχε  την ευκαιρία να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά με συστηματικότητα αν είναι δυνατόν να μιλάμε στη χώρα μας και στην εποχή μας για συστηματικότητα, από το 1966 όταν, αναλαμβάνοντας την προεδρία του κρατικού Ινστιτούτου εξειδίκευσης των εκπαιδευτικών τυφλών παιδιών “AUGUSTO ROMAGNOLI”, βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με το πρόβλημα πού συνίστατο στην αίτηση εκπαίδευσης παιδιών που εκτός της τυφλότητας παρουσίαζαν σοβαρά νοητικά, κινητικά, συναισθηματικά προβλήματα.

Τι απάντηση να δώσουμε στις οικογένειες;

Δεν υπήρχαν κατάλληλες δομές στη Ρώμη ή σ’ οποιοδήποτε άλλο μέρος στην Ιταλία για να παραπέμψουμε αυτά τα παιδιά με τις πολλαπλές αναπηρίες: έλλειπαν οι δομές, έλλειπαν οι λειτουργοί, και πάνω απ’ όλα έλλειπε η πεποίθηση ότι υπήρχε αντικειμενικός χώρος παρέμβασης σε επίπεδο εκπαίδευσης και αποκατάστασης. Ο γράφων είχε πραγματοποιήσει στο παρελθόν μια εμπειρία, επ΄ ευκαιρία μιας σύντομης επίσκεψης σ’ ένα ίδρυμα της  Αγγλίας για τυφλά παιδιά με πολλαπλά προβλήματα στο CONDOVER HALL στην CONTEA του SGHEARSBURY. Μια εμπειρία πού πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια ενός διεθνούς συνεδρίου πού έγινε τον Αύγουστο του 1962 και πού δεν διευκόλυνε ωστόσο μια πληρέστερη επαφή με την εκπαιδευτική δομή στην πλήρη λειτουργία της, λόγω του ότι βρισκόμασταν στην καρδιά των καλοκαιρινών διακοπών.

Εν τούτοις είχα την δυνατότητα να συναντήσω δασκάλους εκπαιδευτές, τεχνικούς λειτουργούς, να επισκεφτώ τις δομές, να δω τον εξοπλισμό ο όποιος δημιουργήθηκε μετά από μακρά παιδαγωγική εμπειρία και από μια σταθερή και λεπτομερή επαλήθευση.

Η *Αγγλική εμπειρία μου ήταν πολύ καλά γνωστή το 1966 όταν επρόκειτο να δώσουμε μια απάντηση στην μικρή ομάδα των τυφλών παιδιών με πολλαπλά προβλήματα πού απαιτούσαν στο όνομα της ανθρωπιάς και της παιδικότητας τους να εκπαιδευτούν: Αλλά δεν υπήρχε το μικρό κάστρο του CONDOVER με την λεπτή του διάρθρωση: και δεν γινόταν καθόλου σκέψη για συνάθροιση γύρω από αυτά τα παιδιά δώδεκα λειτουργών για να διατηρηθεί η αριθμητική αναλογία πού είχε επαληθευτεί στην * Αγγλία. Στο CONDOVER HALL, για δεκαέξι μαθητές πού ήταν παρόντες εκεί στο μικρό ίδρυμα εργαζόντουσαν εξήντα άτομα εκ των οποίων τα τρία τέταρτα αποτελούσαν το προσωπικό εκπαίδευσης και αποκατάστασης.

Χρειαζόταν να ξεκινήσουμε και στη Ρώμη με μια μικρή εμπειρία που να συγκλόνιζε τη συνείδηση των διοικούντων, ώστε να έδιναν τη συγκατάθεσή τους στην προώθηση μιας Ιταλικής εμπειρίας στον τομέα αυτό, ανοίγοντας λίγο φως και δίνοντας ελπίδες σ’ αυτές τις οικογένειες.

Μια τυχαία περίσταση έδωσε την ευκαιρία να ξεκινήσει αυτή η πρώτη πρωτοβουλία με την συμβολή τριών νέων οι οποίοι είχαν ήδη εργαστεί σ΄ ένα ιδιωτικό ίδρυμα με παιδιά πού είχαν πολλαπλά προβλήματα και ως εκ τούτου δεν ερχόντουσαν για πρώτη φορά σ’ επαφή με τα πολύ σοβαρά προβλήματα και την εκδήλωση τους.

Μεταξύ αυτών των νέων ήταν και ο καθηγητής ANTONIO PASSARO, ο οποίος συνεργάστηκε στο γράψιμο αυτού του βιβλίου, και αφού εργάστηκε σιωπηλά μέρα με τη μέρα χρόνο με το χρόνο, από το 1966 μέχρι σήμερα στον ιατρικό-παιδαγωγικό τομέα, έχει συμβάλλει στο να δημιουργηθεί αυτή η μεθοδολογική εμπειρία οι εκπαιδευτικοί προσανατολισμοί και αυτές οι τεχνικές αποκατάστασης, πού παρουσιάζουμε σ΄ αυτό τον τόμο ως καρπό τόσων χρόνων εργασίας.

Ο καθηγητής ANTONIO PASSARO δημιούργησε τη μεθοδολογία του και ωρίμασε την εμπειρία του όχι μόνο μέσα από την εκπαιδευτική επαφή με τα τυφλά παιδιά που έχουν πολλαπλά προβλήματα και με τις οικογένειές τους, αλλά και μέσα από μια σταθερή και υπομονετική μελέτη πού του επέτρεψε να αποκτήσει εκείνες τις σταθερές και απαραίτητες επιστημονικές βάσεις για να εργασθεί με διάθεση και υπευθυνότητα.

Ο μικρός ιατρικό-παιδαγωγικός τομέας για τυφλούς μαθητές με πολλαπλά προβλήματα, με την κατανόηση τού τότε επόπτη μελετών της Ρώμης ο όποιος συγκατετέθει να εφαρμοστεί η αρχή της διδακτικής συνέχειας με παράλληλη πειραματική έρευνα, χρόνο με το χρόνο αυξήθηκε όχι μόνο στον αριθμό των μαθητών αλλά ιδιαίτερα και στην εμπέδωση της μεθοδολογικής εμπειρίας και της πείρας σχετικά με την αποκατάσταση, πού είχε αποκτήσει ο βασικός πυρήνας των λειτουργών.

Και τα αποτελέσματα είναι δύσκολο να εκφράσουμε ποσοτικά αποτελέσματα μέσα σε περιστάσεις τόσο ιδιαίτερες μέσα στις όποιες ο Ιατρικό-παιδαγωγικός τομέας βρέθηκε να εργάζεται κατά την διάρκεια του χρόνου αυτού.

Αισθανόμασταν γύρω μας να μεγαλώνουν παιδιά, και τόσες οικογένειες να αποκτούν εμπιστοσύνη και ελπίδες καθ’ αυτό μας αρκούσε.

Ο πυρήνας των σχολικών λειτουργών υποστηριζόταν από ένα πυρήνα τεχνικών τον όποιο αποτελούσαν: ένας νευροψυχίατρος πλήρους απασχόλησης στο κρατικό Ινστιτούτο “AUGUSTO ROMAGNOLI”, από ένα ψυχολόγο και μια κοινωνική λειτουργό με σύμβαση. Οι ειδικοί εγγυόντουσαν την συνεργασία με την οικογένεια, εξασφάλιζαν την προετοιμασία και την επαλήθευση των πλάνων αποκατάστασης, διοχετεύοντας την εργασία τους στις ομάδες σύνθεσης οι όποιες συνεδρίαζαν μία φορά το μήνα για να εξετάσουν τις επεμβάσεις.

Δυστυχώς το πρόσκαιρο της νομικής σχέσης δεν επέτρεψε την παραμονή στον Ιατρικό-παιδαγωγικό τομέα των ιδίων ειδικών, έτσι είχαμε από το 1966 μέχρι σήμερα την διαδοχική απασχόληση τριών νευροψυχιάτρων οι όποιοι προερχόντουσαν βέβαια από την ίδια σχολή εξειδίκευσης, έπρεπε όμως να αποκτήσουν νέες εμπειρίες, να σκύψουν προσωπικά με μια ιδιαίτερη ανθρώπινη πολιτιστική διάσταση στο ειδικό πρόβλημα.

Ο τρίτος νευροψυχίατρος της τριάδας των ειδικών πού στήριξε και στηρίζει κατά τρόπο έγκυρο και καθοριστικό την εργασία του ιατρικό-παιδαγωγικού τομέα, είναι ο καθηγητής RICARDO CHIARELLI ο οποίος, μολονότι είναι μόνο μια τριετία στο λεπτό έργο του ερμηνευτή του προσανατολισμού της νευρολογίας κατά την θεραπευτική αποκατάσταση, συγκεντρώνοντας την δεκαετή εμπειρία των προκατόχων του, διευρύνοντάς την με μια έγκυρη επιστημονική μελέτη, αντικειμενικά δοκιμασμένη, μπόρεσε να συμβάλλει στη σύνταξη της παρούσας εργασίας με ένα, πυκνό σε επιστημονικό περιεχόμενο και πρακτικές μέρος.

Η εμπειρία προχώρησε μπροστά με πρωτοποριακό θάρρος στον μικρό τομέα του κρατικού ινστιτούτου “A. ROMAGNOLI” της Ρώμης, και βρήκε την ευκαιρία το 1975 ευρύτερης εφαρμογής και επέκτασης στο Ινστιτούτο SeRApICO για τυφλό-κωφούς της περιοχής Ασίζης. Το 1951 το ινστιτούτο SERAPICO της Ασίζης για τυφλό-κωφούς είχε χαρακτηριστεί ως ίδρυμα αρμόδιο για την αποκατάσταση των τυφλών με νοητική υστέρηση, σκοπεύοντας με αυτό τον ορισμό να χαρακτηρίσουν εκείνους τους τυφλούς οι όποιοι εξαιτίας κοινωνικών και περιβαλλοντολογικών συνθηκών η υποκειμενικών παραγόντων παρουσίαζαν ιδιαίτερες δυσκολίες μάθησης εξαιτίας των οποίων δεν ήταν δυνατόν να υιοθετηθεί η κοινή διδακτική μεθοδολογία που χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση των τυφλών, έχοντας ανάγκη περισσότερου χρόνου, εκπαιδευτικού χειρισμού και την εφαρμογή διαφοροποιημένης διδακτικής με ειδικές προσαρμογές για την αισθητηριακή εκπαίδευση και την κινητικό-νοητική ανάπτυξη.

Η θεσμοθέτηση των τάξεων στοιχειώδους εκπαίδευσης για τυφλούς της 26-1Ο-1952 ή όποια πραγματώθηκε με τον υπ’ αριθμό 1465 νόμο, περιόριζε το όριο της “νοητικής υστέρησης” που θα αντιμετωπιζόταν στα πλαίσια δημοσίων σχολείων, ακόμη και σε εκείνα πού λειτουργούσαν στο SERAFICO Ινστιτούτο της Ασίζης για τυφλό-κωφούς. Από το άλλο μέρος η αύξηση των αιτήσεων για ένταξη και φοίτηση στο ίδρυμα τυφλών παιδιών χωρίς αλλά προβλήματα οδήγησε το ινστιτούτο στο να εγκαταλείψει την αρχική θέση του σχολείου για τους τυφλούς με νοητική υστέρηση.

Το 1975,όταν είχε αρχίσει η διαδικασία ένταξης των τυφλών μαθητών στο κοινό σχολείο, το Ινστιτούτο της Ασίζης τέθηκε εκ νέου στη διάθεση των τυφλών παιδιών με πολλαπλά προβλήματα παρέχοντας και οικοτροφείο. Ο αργός μετασχηματισμός της δομής άρχισε με μια ενδιαφέρουσα συνέλευση τον Ιανουάριο του 1975 που επικυρώθηκε, σε νομικό επίπεδο, με την υπουργική απόφαση της 22 Οκτωβρίου 1977 αριθμός 4122 πού συνιστά αναμφίβολα μια θαρραλέα πράξη δικαιοσύνης, προοδευτικής οργανωτικής πολιτικής και φωτισμένης διοίκησης,έναντι των τυφλών παιδιών με πολλαπλά προβλήματα.

Η πραγματοποίηση του μετασχηματισμού ανετέθη, με την υπουργική απόφαση 4122, σε μια τεχνικό-επιστημονική επιτροπή που αντιπροσώπευε τις επιστημονικές, διοικητικές και πολιτικές συνιστώσες του εθνικού χώρου, επιβεβαιώνοντας την σπουδαιότητα πού το υπουργείο Παιδείας ήθελε να δώσει στην υλοποίηση της απόφασης.

Συνεστήθη στο εσωτερικό του ιδρύματος μία ομάδα ειδικών πού αποτελείτο: από τον ψυχολόγο σε πλήρη απασχόληση και τον νευρο-ψυχίατρο, το νευρολόγο, τον ψυχο-παιδαγωγό ως συμβεβλημένους λειτουργούς.

Από το 1978 το έργο του ψυχολόγου ανέλαβε η Διδάκτωρ MARIA EMILIA CEPPI η οποία από τότε είχε τον τρόπο να ερευνήσει, την ειδική διάσταση της σχέσης του τυφλού παιδιού με πολλαπλά προβλήματα με την οικογένεια και με το ίδρυμα για να εξατομικεύσει τις πιο κατάλληλες τεχνικές ψυχοθεραπείας, διάγνωσης της διαταραχής στα επίπεδα συμπεριφοράς και των επιδράσεων του περιβάλλοντος στην εμφάνιση δευτερογενών διαταραχών που συνυπάρχουν ή προέρχονται από την τυφλότητα.

Γι’ αυτή την υπομονετική και επιμελημένη ερευνά, φωτισμένη από μια σταθερή μελέτη στραμμένη ειδικά στην υπάρχουσα αμερικανική βιβλιογραφία στον τομέα της αποκατάστασης του τυφλού παιδιού με πολλαπλά προβλήματα, η Διδάκτωρ MARIA EMILIA CEPPI μας μιλάει στο δεύτερο μέρος αυτού του έργου με επιστημονική μέθοδο και αυστηρή αντικειμενικότητα, χωρίς να πέφτει σε συναισθηματικές και υποκειμενικές αξιολογήσεις αποφεύγοντας συγχρόνως τον κίνδυνο της εύκολης ρητορικής κάτι που είναι πολύ πιθανό για όποιον θεωρεί την ψυχολογία καθαρή και απλή επινόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Τι συνέβη με τις δύο πρωτοβουλίες τις όποιες αναφέραμε σ’ αυτό τον πρόλογο, και πάνω απ΄ όλα, τι μπορεί να συμβεί στο άμεσο μέλλον με αυτές, το συμπέρασμα μπορεί εύκολα να βγει με την ανάγνωση αυτού του τόμου ο οποίος απευθύνεται και αφιερώνεται όχι μόνο στους λύγους οι οποίοι εργάζονται με αυτά τα παιδιά αλλά και σε όλους τους εκπαιδευτικούς πού είχαν ή θα έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν στο κοινό ή στο ειδικό σχολείο ένα παιδί πού δεν επικοινωνεί μαζί τους με το βλέμμα ούτε με το λόγο ούτε με τη χειρονομία: ένα παιδί φαινομενικά αδιαπέραστο, ανίκανο να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα, το οποίο μεταδίδει ακατανόητα μηνύματα, αλλά τα οποία είναι επίσης μεστά σημασίας.

Ο σκοπός του έργου είναι να προσφέρει στους εκπαιδευτικούς, στους γονείς και σε όλους εκείνους οι οποίοι, κατά κάποιο τρόπο, ασχολούνται με το τυφλό πολυανάπηρο παιδί ή οπωσδήποτε το δέχονται στην κοινότητα τους, μια συμβολή για να κατανοήσουν τη σημασία των μηνυμάτων πού αυτό μας στέλνει και να γινόμαστε κατανοητοί από αυτό, με τη βεβαιότητα ότι με την αποκατάσταση της επικοινωνίας, επίσης και το τυφλό πολυανάπηρο πρόσωπο γίνεται πλήρως αποδεκτό μέσα στην κοινωνία.

ENRICO CEPPI

Μετάβαση στο περιεχόμενο