Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 23ο

Δεκ 29, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 23ο

 

 

Κεφάλαιο 4ο Συζήτηση (μέρος 3ο)

 

 

Παρατηρούμε ότι όλοι οι συνεντευξιαζόμενοι έχουν καλύψει την ανάγκη τους για σύναψη φιλικών σχέσεων, είτε με άτομα με αναπηρία είτε χωρίς, και αυτό τους δίνει όρεξη για να έρχονται στις πρόβες και τους επιτρέπει να απολαμβάνουν την παρέα νιώθοντας ευγνωμοσύνη. Σύμφωνα με την Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού είναι πιο πιθανό τα εγγενή κίνητρα να ευδοκιμήσουν σε κοινωνικά πλαίσια που χαρακτηρίζονται από την αίσθηση της ασφάλειας και της συσχέτισης (Ryan & Deci, 2000). Η συσχέτιση με άλλους αφορά το αίσθημα του ατόμου ότι είναι αναπόσπαστό κομμάτι των κοινωνικών οργανώσεων πέρα από τον εαυτό του, όπως υποστήριξε και ο Angyal (1941), και αυτό προέρχεται από την αίσθηση ότι το άτομο έχει στενές σχέσεις με τους άλλους, αλλά και από την ανάγκη να νιώθει μέλος των κοινωνικών ομάδων.

Η Θεωρία του Αυτοκαθορισμού δεν ασχολείται μόνο με την φύση των θετικών αναπτυξιακών τάσεων αλλά εξετάζει επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα που είναι ανταγωνιστικά προς αυτές τις τάσεις (Ryan & Deci, 2000). Σύμφωνα με τον/την Σ.5, η έλλειψη ομαδικών συζητήσεων και επικοινωνίας μεταξύ των μελών έχει οδηγήσει τον τελευταίο καιρό σε απουσία κινήτρου για κάποια μέλη της ομάδας, τα οποία δεν συμμετέχουν το ίδιο ενεργά σε όλες τις δραστηριότητες της ομάδας ενώ παλαιότερα το έκαναν (Σ.5: «Υπάρχουν κανόνες στην ομάδα αλλά κάποιοι δεν τηρούνται πάντα…θα βοηθούσε το να γίνονται συχνότερα αυτές οι συζητήσεις πριν ή μετά την πρόβα»). Φαίνεται πόσο σημαντικό είναι, λοιπόν, το να υπάρχει τακτικά ανταλλαγή απόψεων και σκέψεων μέσω συζητήσεων και να μην αμελείται ποτέ αυτό το κομμάτι της συσχέτισης και της επικοινωνίας.

Οι προστριβές μεταξύ των μελών είναι κάτι που εμφανίζεται στην ομάδα αλλά δεν προκαλεί σημαντικά προβλήματα στην λειτουργία της διότι αντιμετωπίζεται ως κάτι παροδικό που εύκολα ξεπερνιέται (Σ.5: «Έχει τύχει να υπάρξουν προστριβές μεταξύ μελών […] δεν κρατάμε κακίες ή δεν αφήνουμε να επηρεαστεί η δουλειά μας από προστριβές, συνεχίζουμε την συνεργασία κανονικά. Αυτό που ευνοεί τις προστριβές είναι συνήθως η κούραση και οι ανασφάλειες που όλοι έχουμε»). Οφείλεται κυρίως στην κούραση και στις ανασφάλειες που μπορεί να έχει ο καθένας από τα μέλη και όπως το συναίσθημα του θυμού θεωρείται ένα φυσικό γνώρισμα του ανθρώπου και ένα υγιές φαινόμενο (Scherer & Wallbott, 1994, όπ. ανάφ. στο Αγγελοπούλου, 2012), έτσι και οι προστριβές ωθούν τον άνθρωπο στο να υπερασπιστεί τον εαυτό του όταν αυτό χρειάζεται (Howells & Day, 2003). Θα βοηθούσε βέβαια, το να παίρνουν θέση στις αντιπαραθέσεις τα μέλη όταν το θέμα τους αφορά, και όχι να φοβούνται μην χάσουν την ηρεμία τους, καθώς αυτό δείχνει παθητικότητα και έλλειψη κινήτρου. Ωστόσο, επειδή τα μέλη γνωρίζουν την επιρροή της κούρασης, ξεπερνούν γρήγορα τις εντάσεις και δεν κρατάνε κακίες όπως ισχυρίζεται ο/η Σ.5., κάτι που δείχνει πως έχουν αναπτύξει δεξιότητες διαχείρισης της κόπωσης που προκαλεί η φύση της δουλειάς του ηθοποιού.

Ο/η Σ.1. (βλ. Σ.1: «Μια σημαντική συμβολή που μου έδωσαν τα μέλη της ομάδας…») τονίζει την σημασία των ορίων μεταξύ των μελών της ομάδας για την εξασφάλιση της οικειότητας παράλληλα με την αποφυγή αμηχανίας. Οι άνθρωποι των οποίων οι διαπροσωπικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από οικειότητα, έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση, είναι πιο κοινωνικοί, λιγότερο αγχώδεις και βιώνουν λιγότερο καταθλιπτικά συναισθήματα (Αναγνωστάκη, 2008). Η οικειότητα θεωρείται τόσο σημαντική και ευεργετική που έχουν σχεδιαστεί ειδικά προγράμματα με σκοπό να διευκολύνουν την ανάπτυξη της στις φιλικές σχέσεις παιδιών και εφήβων (Αναγνωστάκη, 2008), καθώς η ανάπτυξη της κρίνεται απαραίτητη για τον άνθρωπο πριν ακόμα την ενηλικίωση του. Ομοίως και στην ομάδα Εν Δυνάμει, ο/η Σ.1. υποστηρίζει πως χάρη στην ειλικρίνεια και την ισοτιμία μεταξύ των μελών, δημιουργείται ένα κλίμα οικειότητας και αποδοχής της αναπηρίας, καθώς η αναπηρία δεν αποτελεί αιτία για πιο επιεική αντιμετώπιση ή απόκρυψη συναισθημάτων, συμπεριφορές δηλαδή που οδηγούν σε αμηχανία. Εξάλλου, η οικειότητα περιγράφεται και ως «εγγύτητα» και «διάθεση να ανοιχτώ στον άλλον» (Αναγνωστάκη, 2008), το αντίθετο δηλαδή του να προσποιούμαι κάτι άλλο από αυτό που αισθάνομαι. Η κάλυψη της ανάγκης για συσχέτιση λοιπόν, ευνοείται μέσα σε ένα περιβάλλον σαν αυτό της ομάδας «Εν Δυνάμει» όπου ενθαρρύνονται οι ειλικρινείς και υγιείς σχέσεις, οι οποίες βασίζονται στα όρια και στον σεβασμό.

Για να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μία φιλία χρειάζεται το άτομο να έχει αναπτύξει κάποιες βασικές δεξιότητες αλλά και μεταξύ των ατόμων να έχουν αναπτυχθεί βασικοί μηχανισμοί όπως η ικανότητα για σαφή επικοινωνία, ανταλλαγή πληροφοριών και επίλυση συγκρούσεων (Ανδρεάδου, 2020). Αυτό, σύμφωνα με τα λεγόμενα του/της Σ.4 (βλ. Σ.4: «Το γεγονός του ότι ερχόμαστε τόσο …»), συμβαίνει μεταξύ των μελών χάρη στο «οικογενειακό» κλίμα της ομάδας «Εν Δυνάμει». Επομένως, ο φόβος απουσιάζει σε ότι αφορά την ανάγκη για συσχέτιση μεταξύ των μελών, γεγονός που ευνοεί την κάλυψη της βασικής αυτής ψυχολογικής ανάγκης.

Οι συνεντευξιαζόμενοι φαίνεται να αισθάνονται αρκετά αυτόνομοι καθώς έχουν λόγο για τους κανόνες, αποφασίζουν από κοινού για τα όρια που επιθυμούν να τεθούν, εκφράζουν τις σκέψεις τους χωρίς να διστάσουν και στηρίζουν ο ένας τον άλλον σε νέα βήματα και εγχειρήματα. Η δυνατότητα της επιλογής, η αναγνώριση των συναισθημάτων και οι ευκαιρίες για καθοδήγηση ενισχύουν την εσωτερική παρακίνηση επειδή επιτρέπουν στους ανθρώπους ένα μεγαλύτερο αίσθημα αυτονομίας (Deci & Ryan, 1985 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000). Ακόμη, όπως απέδειξε και ο Field σε μελέτες του (όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000), οι δάσκαλοι που υποστηρίζουν την αυτονομία, προκαλούν στους μαθητές τους μεγαλύτερα εσωτερικά κίνητρα, περιέργεια και επιθυμία για πρόκληση (π.χ. Deci, Nezlek & Sheinman, 1981- Flink et al., 1990- Ryan & Grolnick, 1986), πράγμα που λειτούργησε με παρόμοιο τρόπο και στην ομάδα «Εν Δυνάμει» καθώς δεν είναι τυχαίο που ένα μέλος της ομάδας αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία να γίνει ο ίδιος σκηνοθέτης μίας παράστασης χωρίς να δεχτεί κάποια ελεγκτική προσέγγιση από κάποιον, παρά μόνο βοήθεια και στήριξη από όλους.

Τα μέλη αισθάνονται αρκετά αυτόνομα και θεωρούν πως αυτό υποστηρίζεται μεταξύ άλλων και από την απουσία ελέγχου και υπερβολικής καθοδήγησης. Όπως οι μαθητές που διδάσκονται με μια πιο ελεγκτική προσέγγιση χάνουν την πρωτοβουλία και μαθαίνουν λιγότερο αποτελεσματικά, ειδικά όταν η μάθηση απαιτεί εννοιολογική, δημιουργική επεξεργασία (Amabile, 1996 – Grolnick & Ryan, 1987 – Utman, 1997 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000), έτσι και τα μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει» ωφελούνται από ένα περιβάλλον χωρίς έλεγχο αλλά ασφαλές και υποστηρικτικό. Οι κώδικες επικοινωνίας που έχουν αναπτύξει, οι από κοινού συνεννοήσεις και αποφάσεις και η ελευθερία που τους δίνεται, παίζουν σημαντικό ρόλο στην κάλυψη της ανάγκης τους για αυτονομία. Σύμφωνα με την Θεωρία του Αυτοκαθορισμού, οι άνθρωποι δεν πρέπει να βιώνουν μόνο την ικανότητα ή την αποτελεσματικότητα, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουν την συμπεριφορά τους ως αυτοκαθοριζόμενη για να υπάρχει εσωτερική παρακίνηση (Ryan & Deci, 2000). Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Αυτοκαθορισμού, η αυτονομία αναφέρεται στο αίσθημα της βούλησης που μπορεί να συνοδεύει κάθε πράξη, είτε είναι εξαρτημένη είτε ανεξάρτητη, είτε είναι κολεκτιβιστική, είτε ατομικιστική. Πρόσφατες έρευνες σε δείγματα Κορέας και ΗΠΑ διαπίστωσαν μια πιο θετική σχέση μεταξύ αυτονομίας και κολεκτιβιστικών στάσεων από ότι μεταξύ αυτονομίας και ατομικιστικών στάσεων (Kim, Butze & Ryan, 1998 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000).

O/η Σ.5 έχει αισθανθεί, όχι απαραίτητα ο/η ίδιος/α, αλλά ίσως για άλλα άτομα χωρίς αναπηρία, ότι τους ασκείται έντονη κριτική για το πως συμπεριφέρονται στα άτομα με αναπηρία. Πιθανότατα, κάποια μέλη επιδιώκουν να διορθώσουν συμπεριφορές άλλων, με τρόπο που δεν περιλαμβάνει τόση ενσυναίσθηση αλλά αυστηρότητα, γεγονός που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα καθώς αποτελεί επίπληξη ενώ θα μπορούσε να συζητηθεί εκ των προτέρων. Ωστόσο, οι υπόλοιποι συνεντευξιαζόμενοι εστιάζουν σε θετικές τακτικές που ακολουθεί η ομάδα σχετικά με το ζήτημα της αυτονομίας και της σχέσης με τα μέλη με αναπηρία. Αναφέρεται η τάση της ομάδας να ενημερώνει για το τι μπορεί να συμβεί στην συμβίωση με άτομα με αναπηρίες και να μην φέρνει τα μέλη αντιμέτωπα με καταστάσεις που θα τους αιφνιδιάσουν. Επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις παρουσίασης προβλημάτων μεταξύ των μελών, η ομάδα συγκεντρώνεται για να βρει τις αιτίες του προβλήματος και να προτείνει λύσεις. Τέλος, γίνεται μεγάλη προσπάθεια ώστε να μην αποτελεί η αναπηρία λόγο για ειδική μεταχείριση, αλλά αντιθέτως να υπάρχει ένα κλίμα ισότητας μεταξύ όλων των μελών. Όλες αυτές οι μέθοδοι συμβάλλουν στο να αισθάνονται τα μέλη αυτόνομα και να λειτουργούν αυθόρμητα χωρίς άγχος και έλεγχο, γεγονός που ενθαρρύνει την ενεργή συμμετοχή, την αυτοεκτίμηση και τον ενθουσιασμό. Η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού διακρίνει τα κίνητρα μεταξύ αυτόνομων και ελεγχόμενων. Το να είναι κανείς αυτόνομος περιλαμβάνει δράση με πλήρη αίσθηση της βούλησης, της έγκρισης και της επιλογής, ενώ το να είναι κανείς ελεγχόμενος περιλαμβάνει το αίσθημα εξωτερικής πίεσης ή του εξαναγκασμού να συμπεριφερθεί είτε με την υπόσχεση ενδεχόμενης ανταμοιβής, φόβου μίας τιμωρίας, εγωιστικής εμπλοκής, είτε άλλων εξωτερικών παραγόντων (Deci & Ryan, 2022). Εκατοντάδες μελέτες έχουν δείξει ότι όταν οι άνθρωποι παρακινούνται αυτόνομα, επιδεικνύουν υψηλότερο ενδιαφέρον, ενθουσιασμό, ζωτικότητα και αυτοπεποίθηση, με αποτέλεσμα καλύτερη απόδοση, δημιουργικότητα, επιμονή και συνολική ευημερία (Ryan & Deci 2017 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022).

Μετάβαση στο περιεχόμενο