ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Θωμά Γκογκορώση- ΠΜΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ του ΠΑ.Δ.Α. – Μέρος 15ο
1.5 Κοινωνικός αποκλεισμός και προσβασιμότητα ατόμων με αναπηρία
Ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» προέρχεται από τη Γαλλία όπου, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, χρησιμοποιήθηκε για την αναφορά σε άτομα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με προβλήματα ψυχικής υγείας και κατάχρησης ουσιών, που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε δικαιώματα πρόνοιας(Arthurson and Jacobs, 2003). Οι κοινωνικά αποκλεισμένοι ήταν εκείνοι που αποκλείστηκαν διοικητικά από το κράτος. Αργότερα η γαλλική σκέψη τόνισε τη σημασία της ανεργίας. Δίνοντας έμφαση στην ανεργία, αυτή η χρήση του όρου συμπίπτει με τις αμερικανικές απόψεις, αν και οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν όρους όπως γκετοποίηση, περιθωριοποίηση και κατώτερη τάξη, παρά κοινωνικός αποκλεισμός(Burchardt et al., 1999).
Για ορισμένους, ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι απλώς ένας μοντέρνος τρόπος ομιλίας για τη φτώχεια ή ακόμη και για ένα υποσύνολο των φτωχών, ενώ για άλλους, είναι μια ευρύτερη έννοια, που δεν εστιάζει κυρίως στο χαμηλό εισόδημα, όπως οι περισσότερες αντιλήψεις περί φτώχειας, συμπεριλαμβάνει όμως την πόλωση, τη διαφοροποίηση και την ανισότητα. Ορισμένοι απορρίπτουν κάθε ταύτιση του κοινωνικού αποκλεισμού με την τάξη ή την ανισότητα, υποστηρίζοντας ότι η τελευταία αφορά τις θέσεις των ανθρώπων στον κάθετο άξονα («πάνω» ή «κάτω»), ενώ ο πρώτος αφορά το να είσαι
«εντός» ή «εκτός» ενός κύκλου(Burchardt et al., 1999).
Επίσης, έχουν διατυπωθεί πλήθος ορισμών που επικεντρώνονται σε διαφορετικές διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού(Sakshi and Kumar, 2019). Για παράδειγμα ο κοινωνικός αποκλεισμός ορίζεται ως μια πολύπλοκη και πολυδιάστατη διαδικασία, η οποία «περιλαμβάνει την έλλειψη πόρων, δικαιωμάτων, αγαθών και υπηρεσιών και την αδυναμία συμμετοχής στις κανονικές σχέσεις και δραστηριότητες, που είναι διαθέσιμες στην πλειονότητα των ανθρώπων στην κοινωνία, είτε σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό είτε σε πολιτικό επίπεδο.»(Azmat, 2020). Ορίζεται επίσης ως «το να είναι κανείς αντιπαθής, να απορρίπτεται και να αποφεύγεται από τους άλλους» (Stenseng et al., 2014).
Επιπρόσθετα, ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί με μια πιο υποκειμενική έννοια για να περιγράψει την εμπειρία του προσωπικού αποκλεισμού και μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί όταν οι διακρίσεις, οι προκαταλήψεις και η μισαλλοδοξία προκαλούν ανισότητες στην κοινωνία. Ακόμα, υπάρχει μια σειρά από σχετικές έννοιες, οι οποίες συμβάλλουν όλες στην κατανόηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτές περιλαμβάνουν την κοινωνική απομόνωση, την ενσωμάτωση στην κοινότητα, τα κοινωνικά δίκτυα και την κοινωνική υποστήριξη(Nicholson and Cooper, 2013).
Ο όρος κοινωνικός αποκλεισμός θα μπορούσε να αναφέρεται στο άτομο, σε ομάδα ανθρώπων ή σε ολόκληρη την κοινότητα(Sakshi and Kumar, 2019). Πρόκειται για μια δυναμική έννοια που αναφέρεται τόσο σε διαδικασίες όσο και σε επακόλουθες καταστάσεις(Atkinson and Da Voudi, 2000), αλλά και για ένα «πολυδιάστατο φαινόμενο» με ατομικές, κοινωνικές, οικονομικές, κοινωνικοοικονομικές, θεσμικές και οργανωτικές και πολιτικές όψεις (Islam, 2015).Οι άνθρωποι μπορεί να αποκλειστούν, για παράδειγμα, από τα προς το ζην, την απασχόληση, τις αποδοχές, την περιουσία, τη στέγαση, την ελάχιστη κατανάλωση, την εκπαίδευση, το κράτος πρόνοιας, την ιθαγένεια, τις προσωπικές επαφές ή τον σεβασμό. H έννοια όμως εστιάζει στην πολυδιάστατη στέρηση, στο γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά στερούνται διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα(De Haan, 2000).
Έτσι, ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορεί να οριστεί ως «μια πολυδιάστατη διαδικασία που αποδυναμώνει τους δεσμούς μεταξύ των ατόμων και της υπόλοιπης κοινωνίας» (Baker, 2001). Αυτοί οι δεσμοί μπορούν να λάβουν μια οικονομική, πολιτική, κοινωνικο-πολιτισμική και γεωγραφική προοπτική(Baker, 2001). Η οικονομική διάσταση αναφέρεται σε διαδικασίες που εμποδίζουν τα άτομα να αποκτήσουν οικονομικούς πόρους μέσω των αγορών εργασίας, των πιστωτικών και ασφαλιστικών αγορών, των βασικών υπηρεσιών και της γης, με αποτέλεσμα να είναι φτωχά, ενώ η πολιτική διάσταση αναφέρεται σε άτομα που δεν έχουν την ικανότητα που θα τους επιτρέψει να ασκήσουν τις νόμιμες ελευθερίες τους και να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων. Ο πολιτικός αποκλεισμός επηρεάζει ιδιαίτερα τους φτωχούς, που δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στην εκπαίδευση και την πληροφόρηση που θα τους έδινε τη δυνατότητα να επωφεληθούν πλήρως από τα δικαιώματά τους βάσει του νόμου, ενώ η κοινωνικο-πολιτισμική διάσταση συνδέεται με την απομόνωση συγκεκριμένων ομάδων μέσω της εκπαίδευσης, της γλώσσας και των εθνοτικών πρακτικών. Τέλος, η γεωγραφική συνιστώσα αναφέρεται στην αρνητική επίδραση των εξωτερικών παραγόντων της τοποθεσίας σε επιμέρους ατομικά χαρακτηριστικά.. Όσο περισσότερες οι διαστάσεις από τις οποίες αποκλείεται ένα άτομο, τόσο πιο ευάλωτο γίνεται αυτό το άτομο(Baker, 2001).
Ένα ακόμα λιγότερο συζητημένο στη βιβλιογραφία χαρακτηριστικό του, είναι το ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός συνεπάγεται την εστίαση στις σχέσεις και τις διαδικασίες που προκαλούν στέρηση(De Haan, 2000). Οι άνθρωποι μπορούν να αποκλειστούν από πολλά διαφορετικά είδη ομάδων, συχνά ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, οι ιδιοκτήτες αποκλείουν τους ανθρώπους από την πρόσβαση σε γη ή στέγαση, οι ελίτ πολιτικές ομάδες αποκλείουν άλλους από τα νόμιμα δικαιώματα, οι μειονότητες ενδέχεται να αποκλείονται από την έκφραση της ταυτότητάς τους, κ.ά. Ο αποκλεισμός συμβαίνει σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας. Ο σχηματισμός ομάδας είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνίας και αυτό συνοδεύεται από τον αποκλεισμό των άλλων(De Haan, 2000).
Όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία, είναι καλά τεκμηριωμένο ότι βιώνουν φτωχότερη υγεία, χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, λιγότερες οικονομικές ευκαιρίες και υψηλότερη φτώχεια και στέρηση σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς αναπηρία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο(Hussain, 2021).Το 2017, για παράδειγμα, το 35,5% των ενηλίκων με αναπηρίες ηλικίας 18–64 ετών στις ΗΠΑ εργάζονταν σε σύγκριση με το 76,5% των ενηλίκων χωρίς αναπηρία και είχαν διπλάσιο ποσοστό φτώχειας (29,6% έναντι 13,2%)(Zhao et al., 2019). Επίσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 90% των παιδιών με αναπηρίες στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν πηγαίνουν σχολείο, ενώ παγκοσμίως, το ποσοστό αλφαβητισμού μεταξύ των ενηλίκων με αναπηρίες ανέρχεται σε 3%καιμόνο το 35% του συνόλου των ατόμων με αναπηρία εμπλέκεται σε δραστηριότητες που παράγουν εισόδημα(Murshid and Haque, 2020).
Επίσης, τα άτομα με αναπηρίες βιώνουν όχι μόνο οικονομικά μειονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα που σχετίζονται με τον κοινωνικό αποκλεισμό, όπως στέρηση δικαιωμάτων, κοινωνική απομόνωση και προκατάληψη, τα οποία, με τη σειρά τους, προσθέτουν ή πολλαπλασιάζουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν ως άμεσο αποτέλεσμα των αναπηριών τους. Παράλληλα, ο μηχανισμός του κοινωνικού αποκλεισμού επιδεινώνει και επιταχύνει το φαινόμενο της αναπηρίας. Έτσι, η αναπηρία και ο κοινωνικός αποκλεισμός πρέπει να νοούνται ως έννοιες στενά αλληλένδετες(Kim et al., 2016).
Ο κοινωνικός αποκλεισμός λειτουργεί τόσο στο προσωπικό όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών και κοινοτικών σχέσεων. Σε προσωπικό επίπεδο, μπορεί να αντανακλάται σε ανησυχίες για την υγεία, αισθήματα αδιαθεσίας και αντιληπτή έλλειψη πρόσβασης σε δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης. Σε διαπροσωπικό και κοινοτικό επίπεδο, οι διακρίσεις και ο εκφοβισμός, η εχθρική γειτονιά, η έλλειψη πρόσβασης στις μεταφορικές εγκαταστάσεις, η έλλειψη εκτίμησης για τα σχετιζόμενα με την αναπηρία θέματα, εμπλέκονται από κοινού στη δημιουργία αρνητικών αποτελεσμάτων για τα άτομα με αναπηρία, όπως κακή υγεία, περισσότερη φτώχεια, αυξημένη εξάρτηση και λιγότερη συμμετοχή στην κοινότητα. Επίσης, μεταξύ των λόγων για τους οποίους τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν κοινωνικό αποκλεισμό περιλαμβάνουν γενικές αντιδράσεις, παρανοήσεις και ανησυχίες σχετικά με την αναπηρία, αρνητικές συμπεριφορές αναπηρίας και το κακώς σχεδιασμένο φυσικό περιβάλλον(Pande, 2022).
