ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

“Θεσμοθέτηση κατώτατων ορίων εργασίας”

Μαρ 8, 2008 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σ’ έναν τόσο ευαίσθητο τομέα της κοινωνικής ζωής, όπως είναι οι εργασιακές σχέσεις, η ρύθμιση των κατώτατων ορίων προστασίας των εργαζομένων έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για την κοινωνική τάξη και ομαλότητα αλλά και για την προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου η οποία κατοχυρώνεται ρητά τόσο από το Σύνταγμα (άρθρο 2 παρ. 1) «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», (άρθρο 5 παρ. 1) «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη όσο και από διεθνείς συνθήκες, η σημαντικότερη των οποίων είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Από τη στιγμή που η διαπραγματευτική δύναμη του μεμονωμένου εργαζομένου είναι κατά τεκμήριο πολύ άνιση σε σχέση με αυτήν του εργοδότη, το εργατικό δίκαιο χρησιμοποιεί, για να θεραπεύσει την ανισότητα αυτήν, την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενίσχυση της συλλογικής δράσης των εργαζομένων και δίνει μεγάλη ισχύ στον επαγγελματικό νομοθέτη, δηλαδή στις οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών, πολλές φορές ακόμη και μεγαλύτερη από εκείνη του κρατικού νομοθέτη. Με άλλα λόγια, παρ’ όλο που ο νομοθέτης του Κράτους είναι ο πρωταρχικός φορέας για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων εν γένει, κατοχυρώνεται παράλληλα ο θεσμός της συλλογικής αυτονομίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, θέτοντας φραγμό στην παντοδυναμία του. Με τη διεύρυνση του νόμιμου αντικειμένου των συλλογικών συμβάσεων (άρθρο 2 του νόμου 1876/90) και τον κανόνα της επικουρικότητας της κρατικής ρύθμισης (άρθρο 7 παρ. 3 του ίδιου νόμου) σε συνδυασμό με την κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας από το Σύνταγμα, υπάρχει για τους όρους εργασίας ένα τεκμήριο υπέρ της συλλογικής αυτονομίας για τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο ρύθμισής της . Επομένως, εάν αναγνωριστεί στον κρατικό νομοθέτη η εξουσία ρύθμισης κάθε είδους όρων εργασίας, ακόμα και εκείνων που αποτελούν κλασικό αντικείμενο ρύθμισης των συλλογικών συμβάσεων, τότε η συλλογική αυτονομία μένει κενή περιεχομένου .
Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται από τη μία πλευρά η αυθαιρεσία των εργοδοτών και από την άλλη τυχόν υπερβολικός παρεμβατισμός του κρατικού νομοθέτη, ο οποίος μπορεί, επικαλούμενος λόγους εθνικού συμφέροντος ή εθνικής ασφάλειας, να δημιουργήσει ασφυκτικά πλαίσια ελέγχου και παρεμβάσεων με αποτέλεσμα να εμποδίζουν εν τέλει την έκφραση της συλλογικής αυτονομίας και της συμβατικής ελευθερίας. Ανακύπτουν επομένως πολλά προβλήματα τήρησης ισορροπιών, τα οποία βρίσκουν ευκολότερα τη λύση τους όταν ο κρατικός νομοθέτης αφήνει ελεύθερο το πεδίο δράσης στις οργανώσεις των εργαζομένων και εργοδοτών, οι οποίοι σε τελική ανάλυση γνωρίζουν καλύτερα τα θέματα, τις σχέσεις τους και τις πιο πρόσφορες λύσεις, και επεμβαίνει συμπληρωματικά, μόνο στις πάγιες περιπτώσεις, που οι συλλογικές διαπραγματεύσεις δε μπορούν να γίνουν ή δεν αποδίδουν. Σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε υπηρεσία του Κράτους στο αντικείμενο αυτό του εργατικού δικαίου μόνο βλαπτική μπορεί να είναι τόσο για τα άτομα όσο και για την οικονομία και την κοινωνία εν γένει.
Από τα ανωτέρω παρατηρούμε ότι βασικό όρο ώστε να μπορέσει η συλλογική αυτονομία να λειτουργήσει συνιστά η επικουρικότητα και όχι η αποκλειστικότητα της κρατικής ρύθμισης.

(Επισυνάπτεται το πλήρες κείμενο)

 

διπλωματική__εργατικού-μ.κάτρη

Μετάβαση στο περιεχόμενο