Το δικαίωμα των ατόμων με οπτική αναπηρία στην αγορά εργασίας και η συμπερίληψη αυτών σε επικείμενο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ του Νικόλαου Τσέγκου και της Μαρίας Τσώνη Διϊδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΠΑΔΑ-ΑΣΠΑΙΤΕ: Επιστήμες της Αγωγής μέσω Καινοτόμων Τεχνολογιών και Βιοϊατρικών Προσεγγίσεων Μέρος – 21ο
Κεφάλαιο 4. Κοινωνικοποίηση
4.1 Κοινωνικοποίηση παιδιών
Σύμφωνα με τον ορισμό που αποδίδει ο Berger (1966), «Κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία κατά την οποία τα άτομα μαθαίνουν και εξοικειώνονται με τα συμβολικά συστήματα, τις αξίες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις και τις κοινωνικές πρακτικές της κοινωνίας στην οποία ανήκουν, μέσω της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης με τους άλλους» (Berger & Luckmann, 1966) (Macionis, 2017). Η κοινωνικοποίηση των παιδιών αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία τα παιδιά μαθαίνουν τους κανόνες, τις αξίες και τις προσδοκίες της κοινωνίας στην οποία ανήκουν, καθώς και τους ρόλους που πρέπει να αναλάβουν. Αυτή η διαδικασία έχει μελετηθεί εκτενώς στην περιοχή της αναπτυξιακής και της κοινωνικής ψυχολογίας (Grusec & Hastings, 2015).
Η θεωρία του Bandura και η θεωρία του Vygotsky ασχολούνται με την κοινωνικοποίηση και την ανάπτυξη της γνώσης και των δεξιοτήτων στα παιδιά. Και οι δύο θεωρίες τονίζουν τη σημασία του κοινωνικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη και τη μάθηση. Ο Albert Bandura είναι γνωστός για τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, που υποστηρίζει ότι η μάθηση πραγματοποιείται μέσω της παρατήρησης, του μιμητισμού και της μοντελοποίησης των συμπεριφορών, των στάσεων και των αντιδράσεων των άλλων. Τα παιδιά μαθαίνουν να προσαρμόζονται στο κοινωνικό περιβάλλον τους παρατηρώντας τις συμπεριφορές των γονέων, των καθηγητών, των συμμαθητών και των συνομηλίκων τους (Bandura, 1977).
Ο Vygotsky προσφέρει μια διαφορετική προοπτική στην κοινωνικοποίηση, υποστηρίζοντας ότι η γνωστική ανάπτυξη των παιδιών εξαρτάται από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και τη χρήση πολιτισμικών εργαλείων. Επικεντρώθηκε, λοιπόν, στη σημασία των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και της πολιτιστικής μεσολάβησης στη μάθηση και την ανάπτυξη. Ο Vygotsky υποστήριξε ότι η μάθηση και η ανάπτυξη είναι ενσωματωμένες στο κοινωνικό πλαίσιο και την πολιτιστική μετάδοση. Η θεωρία του επικεντρώνεται στην ιδέα της «ζώνης επικείμενης ανάπτυξης» (ΖΕΑ), που αναφέρεται στο διάστημα ανάμεσα στο τι μπορεί να κάνει ένα παιδί μόνο του και το τι μπορεί να κάνει με την καθοδήγηση και την υποστήριξη ενός πιο έμπειρου άλλου (π.χ. ενός εκπαιδευτικού, ενός γονέα ή ενός συνομηλίκου).
Και οι δύο θεωρίες υπογραμμίζουν τη σημασία των κοινωνικών παραγόντων στη μάθηση και την ανάπτυξη, αλλά εστιάζουν σε διαφορετικές πτυχές της κοινωνικοποίησης. Η θεωρία του Bandura επικεντρώνεται στη μάθηση μέσω παρατήρησης και μοντελοποίησης, ενώ η θεωρία του Vygotsky εξετάζει το ρόλο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και της πολιτιστικής μεσολάβησης.
Συνοψίζοντας, η θεωρία του Bandura και η θεωρία του Vygotsky αναδεικνύουν τη σημασία της κοινωνικοποίησης και των κοινωνικών παραγόντων στη μάθηση και την ανάπτυξη των παιδιών. Και οι δύο θεωρίες παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για το πώς τα παιδιά μαθαίνουν και προσαρμόζονται στο κοινωνικό περιβάλλον τους, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς μπορούν να υποστηρίξουν αυτήν τη διαδικασία.
Στην πράξη, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς μπορούν να εφαρμόσουν αυτές τις θεωρίες, προσφέροντας περιβάλλοντα που προωθούν την κοινωνική μάθηση και την αλληλεπίδραση. Αυτό μπορεί να σημαίνει την ενθάρρυνση της συνεργατικής μάθησης, την παροχή θετικών προτύπων συμπεριφοράς και τη χρήση της καθοδήγησης για να βοηθήσουν τα παιδιά να επιτύχουν τους στόχους τους.
Επίσης, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πολιτιστικές διαφορές και την επίδρασή τους στη μάθηση και την ανάπτυξη των παιδιών. Κατανοώντας την πολιτιστική προέλευση των μαθητών και προσαρμόζοντας τις διδακτικές πρακτικές ανάλογα, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που υποστηρίζει τη μάθηση για όλους τους μαθητές.
Είναι επίσης σημαντικό να ενθαρρύνεται η αυτορρύθμιση και η αυτοαξιολόγηση των παιδιών, καθώς αυτά τα στοιχεία είναι κεντρικά στη θεωρία του Bandura. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να εκτιμούν τις δικές τους δυνατότητες και να προσαρμόζουν τις στρατηγικές τους ανάλογα, ώστε να γίνουν αυτορρυθμιζόμενοι μαθητές. Τέλος, η εφαρμογή των αρχών της ΖΕΑ του Vygotsky στην πράξη σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς πρέπει να βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους με την κατάλληλη υποστήριξη. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση της διδασκαλίας «scaffolding», όπου ο εκπαιδευτικός παρέχει βοήθεια και καθοδήγηση προκειμένου να βοηθήσει τα παιδιά να επιτύχουν τους στόχους τους (Wood, Bruner, & Ross, 1976).
Με άλλα λόγια, η εκπαιδευτική διαδικασία του «scaffolding» αναφέρεται στην παροχή υποστήριξης και καθοδήγησης σε μαθητές για να τους βοηθήσει να αναπτύξουν νέες δεξιότητες ή να επιτύχουν καλύτερη κατανόηση μιας δύσκολης έννοιας. Το scaffolding βασίζεται στη θεωρία του Vygotsky για τη «ζώνη επικείμενης ανάπτυξης» (ΖΕΑ) και στην ιδέα ότι οι μαθητές μπορούν να επιτύχουν περισσότερα όταν λαμβάνουν καθοδήγηση και υποστήριξη από πιο έμπειρους ανθρώπους. Συγκεκριμένα, το scaffolding μπορεί να περιλαμβάνει μια ποικιλία μεθόδων και τεχνικών, όπως είναι η «Εξήγηση», παρουσιάζοντας δηλαδή την πληροφορία ή την ιδέα με διαφορετικό τρόπο ή απλοποιώντας την έννοια. Επίσης, η μέθοδος της «Υποδειγματοληψίας», δείχνοντας στον μαθητή πώς να εκτελέσει μια εργασία ή να χρησιμοποιήσει μια δεξιότητα μέσω κάποιου παραδείγματος. Ακόμη, οι «Οδηγίες βήμα προς βήμα» βοηθούν κατανέμοντας μια εργασία σε μικρότερα, πιο εφικτά τμήματα και παρέχοντας στους μαθητές ξεκάθαρες οδηγίες για κάθε βήμα. Σημαντικές είναι ακόμη οι «ερωτήσεις και ανατροφοδότηση», κάνοντας, δηλαδή, ερωτήσεις στον μαθητή για να καθοδηγήσει τη σκέψη του και να βοηθήσει στην κατανόηση, ενώ παράλληλα παρέχει ανατροφοδότηση για να βελτιώσει τις δεξιότητές του. Τέλος, η «Ενθάρρυνση και υποστήριξη», ενθαρρύνοντας τον μαθητή καθώς προσπαθεί να κατανοήσει την έννοια ή να εξασκήσει τη δεξιότητα, δίνοντάς του την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να συνεχίσει. Όταν οι μαθητές αρχίζουν να κατανοούν την έννοια ή να εξασκούν τη δεξιότητα αυτόνομα, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αρχίσουν να αποσύρουν την υποστήριξη του scaffolding, επιτρέποντας στους μαθητές να λειτουργούν πιο αυτόνομα. Αυτή η διαδικασία απόσυρσης της υποστήριξης είναι κεντρική στην τεχνική του scaffolding και επιτρέπει στους μαθητές να αναπτύξουν προοδευτικά τις δεξιότητες και την αυτονομία που απαιτούνται για τη μάθηση (Vygotsky, 1978) (Hammond & Gibbons, 2005) (Van de Pol, Volman, & Beishuizen, 2010) (Lajoie).
