Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 43ο
7.3. Περιορισμοί έρευνας
Η παρούσα έρευνα έχει κάποιους περιορισμούς. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι ότι τα παραπάνω συμπεράσματα δεν είναι γενικεύσιμα στον γενικό πληθυσμό των κινητικά αναπήρων. Αυτό συμβαίνει διότι το μέγεθος του δείγματος ήταν εξαιρετικά μικρό αλλά και γιατί συλλέχθηκε με σκόπιμη δειγματοληψία η οποία δεν παράγει ποτέ γενικεύσιμα αποτελέσματα (Babbie, 2011· Ζαφειρόπουλος, 2015). Ακόμα ένας λόγος που καθιστά τα παραπάνω αποτελέσματα μη αντιπροσωπευτικά του γενικού πληθυσμού των κινητικά αναπήρων είναι η μεγάλη ετερογένεια που χαρακτηρίζει τα άτομα με κινητική αναπηρία (Δημητρόπουλος, 2009). Κι αυτό γιατί μπορεί σε ένα άλλο δείγμα ατόμων με πιο βαριά μορφή σωματικής αναπηρίας ο ρόλος της αναπηρίας στην επίτευξη στόχων ζωής να ήταν πολύ έντονα αρνητικός ενώ ο βαθμός αποδοχής της αναπηρίας και τα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας να ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Αντίθετα, σε ένα δείγμα ατόμων με πολύ ήπια μορφή συγγενούς κινητικής αναπηρίας ο ρόλος της αναπηρίας στην πραγμάτωση στόχων ζωής ίσως να ήταν ουδέτερος ή θετικός ενώ τα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας και ο βαθμός αποδοχής της αναπηρίας να ήταν πολύ υψηλά. Συνεπώς, αυτή η ανομοιογένεια των ατομικών χαρακτηριστικών που διέπει τις σωματικές αναπηρίες είναι ακόμα ένας παράγοντας που καθιστά αδύνατη τη γενίκευση των αποτελεσμάτων.
Άλλη μια αδυναμία της παρούσας έρευνας αποτελεί το γεγονός ότι το δεύτερο μοντέλο παλινδρόμησης με εξαρτημένη μεταβλητή την ψυχολογική ευελιξία είχε πολλούς προβλεπτικούς παράγοντες για το μικρό μέγεθος του δείγματος. Ο μεγάλος αυτός αριθμός ανεξάρτητων μεταβλητών που εισχώρησαν στο μοντέλο για διερευνητικούς σκοπούς μειώνει την αξιοπιστία του γι’ αυτό και το μοντέλο αυτό έγινε αποδεκτό με επιφύλαξη.
Άλλος ένας περιορισμός που μειώνει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων είναι ο τρόπος χρήσης του ερωτηματολογίου AI και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκε η δεύτερη και η τρίτη διάσταση του ερωτηματολογίου. Αυτές οι διαστάσεις αφορούν την πιθανότητα που δίνει ο συμμετέχων να επιτευχθεί ο κάθε στόχος στο μέλλον και το κατά πόσο έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής ο κάθε στόχος αντίστοιχα. Η μη διερεύνηση αυτών των διαστάσεων είναι πιθανό να επηρέασε τα αποτελέσματα. Ίσως αν είχαν συμπεριληφθεί αυτές οι δύο διαστάσεις να εμφάνιζαν μεγαλύτερη σύνδεση οι ενδογενείς στόχοι με την υποκειμενική ευεξία ενώ σε κάθε περίπτωση θα υπήρχε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τα περιεχόμενα των στόχων των ατόμων με κινητική αναπηρία και της σύνδεσης αυτών με τις υπόλοιπες μεταβλητές της έρευνας. Το ίδιο πιθανόν να συνέβαινε και αν είχε χρησιμοποιηθεί μια πιο εκτεταμένη έκδοση του ερωτηματολογίου όπως στην έρευνα των Grouzet et al. (2005) αντί για τη σύντομη μορφή που χρησιμοποιήθηκε.
Ακόμα μια αδυναμία της παρούσας έρευνας αποτελεί η μη διερεύνηση της ρύθμισης της συμπεριφοράς, του λόγου για τον οποίο οι άνθρωποι επιδεικνύουν μια συμπεριφορά ή θέτουν έναν στόχο, καθώς αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο των στόχων και την ευεξία. Αν εξεταζόταν η ρύθμιση της συμπεριφοράς των συμμετεχόντων με σωματική αναπηρία θα μπορούσε να δοθεί μια πιο εμπεριστατωμένη ερμηνεία στα αποτελέσματα. Ίσως για παράδειγμα, να φαινόταν ότι οι εξωγενείς στόχοι συσχετίστηκαν με την υποκειμενική ευεξία γιατί τα άτομα παρακινούνταν ενδογενώς. Στους περιορισμούς πρέπει να συμπεριληφθεί και η χαμηλή αξιοπιστία των κλιμάκων που μετρούσαν την αποδοχή της αναπηρίας αλλά και τη σημαντικότητα των εξωγενών στόχων.
Ένας περιορισμός που αφορά στο δείγμα είναι ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων έμεναν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα αστικά κέντρα. Αυτό συνιστά περιορισμό διότι έτσι αποκλείστηκαν άτομα με σωματική αναπηρία που ζούσαν σε ημιαστικές και αγροτικές περιοχές αλλά και γενικότερα πολλά άτομα που δεν έμεναν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Πιθανόν ο τόπος διαμονής να επηρέαζε τον προσανατολισμό σε ενδογενείς ή εξωγενείς στόχους αλλά και τις υπόλοιπες μεταβλητές της έρευνας. Επιπλέον, στους συμμετέχοντες που έμεναν εκτός Θεσσαλονίκης δόθηκε μόνο η επιλογή της ηλεκτρονικής συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου. Αυτό αποτελεί περιορισμό διότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να το συμπληρώσουν μόνο όσοι είχαν πρόσβαση στο διαδίκτυο και αποκλείστηκαν έτσι τα άτομα με σωματική αναπηρία που δεν είχαν πρόσβαση στο διαδίκτυο λόγω χαμηλού κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου (Coughlan et al., 2009).
Αδυναμία της έρευνας αποτελεί και η μη διερεύνηση του κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου των συμμετεχόντων. Αυτό θεωρείται αδυναμία γιατί το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο πιθανόν να φαινόταν ότι σχετίζεται με τον προσανατολισμό των συμμετεχόντων σε ενδογενείς ή εξωγενείς στόχους (Kasser et al., 1995) και να συνέβαλε έτσι στην αποσαφήνιση της σχέσης των βασικών μεταβλητών της έρευνας. Συν τοις άλλοις, είναι πιθανό κάποιοι συμμετέχοντες που ζήτησαν να τους διαβαστούν οι ερωτήσεις του ερωτηματολογίου διά ζώσης να μην απάντησαν ειλικρινά. Ενδεχομένως να μην ένιωθαν άνετα να μοιραστούν με την γράφουσα προσωπικές και ευαίσθητες πληροφορίες όπως χρειαζόταν να κάνουν στις ερωτήσεις που αφορούσαν την αποδοχή της αναπηρίας, παρότι το ερωτηματολόγιο ήταν ανώνυμο. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάποιοι συμμετέχοντες να απάντησαν τυχαία αλλοιώνοντας έτσι τα αποτελέσματα.
Παρά τους παραπάνω περιορισμούς η παρούσα έρευνα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια διερεύνησης των περιεχομένων των στόχων όλων των ατόμων με σωματική αναπηρία και όχι μόνο των αθλητών κατά την GCT ενώ εξέτασε και μια νέα διάσταση, αυτή του ρόλου της αναπηρίας στην επίτευξη αυτών των στόχων και κατ’ επέκταση στην ευεξία τους. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας διατυπώνονται παρακάτω κάποιες εκπαιδευτικές συνέπειες.
