Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 41ο

Νοέ 9, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 41ο

 

Κεφάλαιο 7: Συζήτηση και συμπεράσματα της έρευνας

 

7.1.         Συζήτηση

 

Ο κύριος σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να διερευνήσει τα περιεχόμενα των στόχων των ατόμων με σωματική αναπηρία σύμφωνα με την GCT και τον ρόλο που παίζει η αναπηρία τους στην επίτευξη των στόχων τους και κατ’ επέκταση στην υποκειμενική ευεξία τους. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει μια νέα διάσταση στο πλαίσιο των περιεχομένων των στόχων, αυτή του ρόλου της αναπηρίας. Γι’ αυτό το σκοπό αλλά και για να απαντηθούν τα επιμέρους ερευνητικά ερωτήματα χρησιμοποιήθηκε δομημένο ερωτηματολόγιο με το οποίο εξετάστηκαν τα περιεχόμενα των στόχων, ο ρόλος της αναπηρίας στην κατάκτηση αυτών των στόχων, η υποκειμενική ευεξία και άλλες παράμετροι όπως η αποδοχή και η σοβαρότητα της αναπηρίας καθώς και η ψυχολογική ευελιξία. Παρακάτω λοιπόν, απαντώνται ένα προς ένα τα ερευνητικά ερωτήματα ενώ πραγματεύονται κριτικά όλα τα ευρήματα που προέκυψαν από τα αποτελέσματα της έρευνας.

Το πρώτο ερευνητικό ερώτημα σχετιζόταν με το αν τα άτομα με σωματική αναπηρία δίνουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς απ’ ότι δίνουν σε εξωγενείς στόχους. Από τα αποτελέσματα της έρευνας, και πιο συγκεκριμένα από τα αποτελέσματα του t-test (βλ. Πίνακα 2.3), φάνηκε ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία αποδίδουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους απ’ ότι σε εξωγενείς χωρίς όμως μεγάλη διαφορά. Επομένως, φάνηκε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στη σημαντικότητα που αποδίδεται σε αυτά τα δύο είδη στόχων παρότι η διαφορά αυτή δεν ήταν πολύ μεγάλη, καθώς ήταν λίγο παραπάνω από μισή μονάδα (0.67). Γενικότερα, έγινε σαφές από τις συσχετίσεις με τους συντελεστές Pearson και Spearman’s rho ότι όσοι απέδιδαν μεγάλη σημασία σε ενδογενείς στόχους θεωρούσαν αρκετά σημαντικούς και τους εξωγενείς και αντίστροφα. Η προτεραιότητα που δόθηκε στην κατάκτηση ενδογενών στόχων πιθανόν να σχετίζεται με την απόκτηση παιδιών καθώς όσοι έδιναν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους συνήθως είχαν παιδιά (βλ. Πίνακα 2.5). Συνεπώς, ενδέχεται η απόκτηση παιδιών να κάνει τους ανθρώπους του παρόντος δείγματος να προσανατολίζονται περισσότερο σε ενδογενείς στόχους. Το παραπάνω ερευνητικό ερώτημα δεν έχει διερευνηθεί από άλλη έρευνα.

Με βάση τη βιβλιογραφία το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να ερμηνευτεί με τους ακόλουθους τρόπους. Πρώτα από όλα, σε αυτό το αποτέλεσμα αντικατοπτρίζεται η εγγενής τάση των ανθρώπων για θετική ανάπτυξη και ωρίμανση (Ryan & Deci, 2017). Επιπλέον, τα άτομα με σωματική αναπηρία που συμμετείχαν στην παρούσα έρευνα προσανατολίζονταν περισσότερο σε ενδογενείς στόχους διότι πιθανόν να επηρεάζονταν από φίλους που έθεταν παρόμοιους στόχους (Ryan & Deci, 2017) ή γιατί μεγάλωσαν σε ένα οικογενειακό πλαίσιο που ενθάρρυνε την απόδοση αξίας σε ενδογενείς στόχους (Kasser et al., 2002). Επιπρόσθετα, ίσως να έδιναν προτεραιότητα σε ενδογενείς στόχους διότι είχαν υψηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο (Kasser et al., 1995). Η ηλικία των συμμετεχόντων – αν και δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις στην παρούσα μελέτη – είναι ακόμα ένας παράγοντας που ενδεχομένως να έπαιξε ρόλο καθώς όσο μεγαλύτερος είναι ένας άνθρωπος τόσο περισσότερο προσανατολίζεται σε ενδογενείς στόχους και αξίες (Behzadnia et al., 2020· Sheldon & Kasser, 2001). Επομένως, είναι πιθανό η ηλικία, το οικογενειακό και το φιλικό περιβάλλον καθώς και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο να έπαιξαν ρόλο στο παραπάνω αποτέλεσμα. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην παρούσα έρευνα το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, το οικογενειακό και το φιλικό περιβάλλον που ενδεχομένως να έπαιξαν κάποιο ρόλο δεν διερευνήθηκαν. Σημαντικό είναι ακόμα να διευκρινιστεί ότι οι έρευνες που βρήκαν ότι οι προαναφερθέντες παράγοντες επηρεάζουν τον προσανατολισμό σε στόχους αφορούσαν τον γενικό πληθυσμό και όχι άτομα με σωματική αναπηρία.

Το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το εάν τα άτομα με σωματική αναπηρία που δίνουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους έχουν την τάση να βιώνουν μεγαλύτερη ευεξία. Από την παρούσα έρευνα φάνηκε ότι αυτό δεν ισχύει καθώς η ευεξία δεν συνδέθηκε με την απόδοση αξίας σε ενδογενείς στόχους (βλ. Πίνακα 2.5). Συνεπώς, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία που αποδίδουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους δεν βιώνουν μεγαλύτερη ευεξία συγκριτικά με τα άτομα με σωματική αναπηρία που δίνουν μεγαλύτερη αξία σε εξωγενείς στόχους. Αντίθετα, σ’ αυτή την έρευνα η απόδοση αξίας σε εξωγενείς στόχους φάνηκε να συσχετίζεται στατιστικά σημαντικά με την ευεξία, αν και η συσχέτιση αυτή ήταν χαμηλή (βλ. Πίνακα 2.5). Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η απόδοση μεγάλης αξίας σε εξωγενείς στόχους προκαλεί απαραίτητα αύξηση των επιπέδων ευεξίας καθώς η συσχέτιση δεν συνεπάγεται απαραίτητα σχέση (Ζαφειρόπουλος, 2015). Αυτή η αύξηση των επιπέδων ευεξίας θα μπορούσε να οφείλεται σε κάποιον άλλον παράγοντα παρότι δεν είναι απίθανο πράγματι η σημαντικότητα των εξωγενών στόχων να προκαλεί αύξηση των επιπέδων ευεξίας (Rijavec et al., 2011· Sheldon et al., 2010). Ίσως η ηλικία των συμμετεχόντων σε συνδυασμό με την ύπαρξη αναπηρίας και το κοινωνικό πλαίσιο να τους ωθεί να ‘γαντζωθούν’ σε εξωγενείς στόχους για να οικοδομήσουν την ευεξία τους.

Μια ακόμη πιθανή ερμηνεία αυτού του παράδοξου αποτελέσματος είναι ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία που δίνουν προτεραιότητα σε ενδογενείς στόχους δεν βιώνουν μεγαλύτερη υποκειμενική ευεξία διότι παρεμβαίνει ο παράγοντας της αποδοχής της αναπηρίας. Αναλυτικότερα, ίσως ο λόγος που ενώ προσανατολίζονται περισσότερο σε στόχους που προάγουν την ευημερία (Bradshaw et al., 2018· Hope et al., 2019) δεν βιώνουν υψηλότερα επίπεδα ευεξίας είναι γιατί δεν αποδέχονται την αναπηρία τους σε μεγάλο βαθμό. Αυτό βέβαια δεν αποδείχθηκε από την παρούσα έρευνα αν και υπήρξαν κάποιες ενδείξεις καθώς φάνηκε ότι η αποδοχή της αναπηρίας συσχετίζεται με την ευεξία (βλ. Πίνακα 2.5) ενώ από τη βιβλιογραφία έχει αποδεχθεί ότι η πρώτη επηρεάζει αιτιακά την τελευταία (Park, 2019· Snead & Davis, 2002).

Όσο για τον ρόλο της αναπηρίας στην επίτευξη αυτών των στόχων, αυτός δεν φαίνεται να παρέχει εξήγηση στο παραπάνω αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που τα περισσότερα άτομα θεωρούσαν ότι η αναπηρία τους παίζει είτε σχετικά αρνητικό είτε ουδέτερο ρόλο στην επίτευξη ενδογενών στόχων, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο αρνητικός ρόλος της αναπηρίας ευθύνεται για το γεγονός ότι τα άτομα που αποδίδουν μεγάλη αξία στους ενδογενείς στόχους δεν βιώνουν ιδιαίτερα υψηλότερα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας. Κι αυτό γιατί δεν σημειώθηκε προβλεπτική σχέση αλλά ούτε και συσχέτιση μεταξύ του ρόλου της αναπηρίας στην επίτευξη ενδογενών στόχων και της υποκειμενικής ευεξίας. Συνεπώς, η διάσταση της σωματικής αναπηρίας στην επίτευξη ενδογενών στόχων δε φαίνεται να σχετίζεται με την ευεξία ενώ η αποδοχή της αναπηρίας είναι πολύ πιθανό να παρεμβαίνει εμποδίζοντας τα άτομα που θέτουν στόχους που θρέφουν την ευημερία (Bradshaw et al., 2018) από το να βιώσουν τα αναμενόμενα υψηλά επίπεδα ευτυχίας.

Επιπλέον, είναι πιθανό τα αποτελέσματα να επηρεάστηκαν από τον βαθμό στον οποίο είχαν επιτευχθεί οι στόχοι των ατόμων μέχρι εκείνη τη στιγμή καθώς και από το πόσο πιθανό πίστευαν τα άτομα ότι είναι το να κατακτήσουν τον κάθε στόχο μελλοντικά, τα οποία δεν εξετάστηκαν στην παρούσα έρευνα. Παραδείγματος χάριν, ίσως να συσχετίστηκαν οι εξωγενείς αντί οι ενδογενείς στόχοι με την ευεξία διότι τα άτομα πίστευαν ότι δεν είχαν πολλές πιθανότητες να κατακτήσουν τους ενδογενείς στόχους στο μέλλον ή γιατί μέχρι στιγμής είχαν κατακτήσει σε μεγαλύτερο βαθμό εξωγενείς. Αυτή η ερμηνεία βέβαια κατά τους Kasser και Ryan (1996) δεν είναι ιδιαίτερα πιθανή καθώς σύμφωνα με αυτούς οι εξωγενείς στόχοι είναι δυσκολότερο να κατακτηθούν σε σχέση με τους ενδογενείς.

Συν τοις άλλοις, μια αδυναμία της έρευνας ενδέχεται να επηρέασε τα παραπάνω αποτελέσματα. Αυτή είναι η απουσία διερεύνησης των κινήτρων καθώς αυτά επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ευεξία, πιθανώς και σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι τα περιεχόμενα των στόχων (Srivastava et al., 2001). Ίσως οι ενδογενείς στόχοι να μην συνδέθηκαν με αυξημένη ευεξία διότι είχαν εξωτερικώς ελεγχόμενα κίνητρα ενώ οι εξωγενείς να συσχετίστηκαν με υψηλότερα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας διότι ίσως συνδέονταν με εσωτερική ρύθμιση συμπεριφοράς. Αυτό σύμφωνα με τη βιβλιογραφία δεν είναι απίθανο, το να συνδέεται η εξωγενής παρακίνηση με ενδογενείς στόχους και η ενδογενής παρακίνηση με εξωγενείς στόχους (Sheldon et al., 2004· Vansteenkiste et al., 2010) παρόλο που συνήθως οι ενδογενείς στόχοι σχετίζονται με αυτόνομα κίνητρα και οι εξωγενείς με ελεγχόμενα (Sebire et al., 2011· Sheldon et al., 2004). Πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού των κινητικά αναπήρων καθώς το δείγμα της έρευνας ήταν ιδιαίτερα μικρό ενώ η δειγματοληψία ήταν σκόπιμη (Babbie, 2011). Τέλος, είναι πιθανόν η συσχέτιση της σημαντικότητας των εξωγενών στόχων με την υποκειμενική ευεξία να μην είναι αξιόπιστη καθώς η αξιοπιστία της κλίμακας που μετρούσε την απόδοση σημασίας σε εξωγενείς στόχους ήταν χαμηλή.

Σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα της έρευνας για το συγκεκριμένο ερευνητικό ερώτημα αντιτίθενται σε έρευνες που διενεργήθηκαν στον γενικό πληθυσμό καθώς έχει επιβεβαιωθεί από πολλές έρευνες ότι οι ενδογενείς στόχοι σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ευεξίας (Bauer et al., 2005· Bradshaw et al., 2018· Hope et al., 2019· Martela et al., 2019· Romero et al., 2012· Sebire et al., 2011) συγκριτικά με τους εξωγενείς οι οποίοι συχνά υπονομεύουν την ευημερία (Behzadnia et al., 2020· Bradshaw et al., 2018· Kasser & Ryan, 1996· Romero et al., 2012). Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά έρχονται εν μέρει σε συμφωνία με την έρευνα της Τσαλκιτζή (2021) που αφορούσε αθλητές με σωματική αναπηρία καθώς ούτε σε αυτήν την έρευνα δεν συνδέθηκαν οι ενδογενείς στόχοι ζωής με την ευεξία.

Εντούτοις, στην εν λόγω έρευνα συνδέθηκαν οι ενδογενείς στόχοι που αφορούσαν συγκεκριμένα τον αθλητισμό με την ευεξία (Τσαλκιτζή, 2021).

Το τρίτο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το αν τα άτομα με σωματική αναπηρία πιστεύουν ότι η αναπηρία τους παίζει αρνητικό, ουδέτερο ή θετικό ρόλο στην επίτευξη ενδογενών και εξωγενών στόχων. Στην παρούσα έρευνα βρέθηκε ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία θεωρούν πως η αναπηρία τους παίζει σχετικά αρνητικό ή ουδέτερο ρόλο στην επίτευξη τόσο ενδογενών όσο και εξωγενών στόχων. Αναλυτικότερα, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι τα περισσότερα άτομα με σωματική αναπηρία είτε θεωρούν ότι η αναπηρία τους δεν επιδρά με κανέναν τρόπο, ούτε θετικό αλλά ούτε και αρνητικό, στην κατάκτηση ενδογενών και εξωγενών στόχων είτε ότι επιδρά σχετικά αρνητικά, αν και όχι έντονα, στην κατάκτησή τους (βλ. Πίνακα 2.2). Αυτό το εύρημα έρχεται εν μέρει σε συμφωνία με άλλη έρευνα που αφορούσε αθλητές με σωματικές αναπηρίες (Τσαλκιτζή, 2021) η οποία μελέτησε το πόσο παρεμβαίνει η αναπηρία στην επίτευξη στόχων ζωής και βρήκε ότι η αναπηρία δεν επηρέαζε σημαντικά κανένα από τα δύο είδη στόχων. Πιο συγκεκριμένα, σ’ αυτή την έρευνα φάνηκε ότι η επίδραση της αναπηρίας σε αυτά τα δύο είδη στόχων ήταν τόσο μικρή που θεωρήθηκε αμελητέα.

Ως προς το παραπάνω αποτέλεσμα, ίσως τα άτομα που ένιωθαν ότι ο ρόλος της αναπηρίας τους είναι ουδέτερος στην πραγμάτωση των στόχων ζωής τους να είχαν αποδεχτεί την αναπηρία τους ενσωματώνοντάς την στην έννοια του εαυτού τους (Chan et al., 2009) και συνεπώς να ένιωθαν ότι δεν παρεμβαίνει με κάποιον τρόπο στην επίτευξη αυτών των στόχων (Κλεφτάρας, 2007). Από την άλλη, όσοι ένιωθαν ότι η αναπηρία τους έχει αρνητική επίδραση στην υλοποίηση στόχων ζωής μπορεί να μην την είχαν αποδεχτεί και γι’ αυτό να ένιωθαν ότι παρεμβαίνει αρνητικά (Park, 2019). Άλλωστε στο δείγμα της παρούσας έρευνας οι συμμετέχοντες ήταν μοιρασμένοι σε αυτούς που την αποδέχονταν και σε αυτούς που δεν ήταν ψυχολογικά προσαρμοσμένοι σε αυτήν (βλ. Πίνακα 2.2). Αυτή η υπόθεση βέβαια δεν επιβεβαιώνεται από την παρούσα έρευνα καθώς δεν σημειώθηκε κάποια σύνδεση ανάμεσα στον ρόλο της αναπηρίας στην επίτευξη στόχων ζωής και στην αποδοχή της αναπηρίας. Ωστόσο, αυτή η έλλειψη σύνδεσης πιθανόν να οφείλεται στη χαμηλή αξιοπιστία της κλίμακας που μετρούσε την αποδοχή της αναπηρίας.

Το τέταρτο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το αν τα άτομα με σωματική αναπηρία πιστεύουν ότι η αναπηρία τους παίζει τον ίδιο ή διαφορετικό ρόλο στην επίτευξη ενδογενών και εξωγενών στόχων. Στην παρούσα έρευνα βρέθηκε ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον ρόλο που παίζει η σωματική αναπηρία στην κατάκτηση ενδογενών και εξωγενών στόχων (βλ. Πίνακα 2.4). Όταν τα άτομα πίστευαν ότι η αναπηρία τους επιδρά αρνητικά, ουδέτερα ή θετικά στην κατάκτηση ενός ενδογενούς στόχου όπως η συνεισφορά στην κοινωνία πίστευαν ότι παίζει ανάλογο αρνητικό, ουδέτερο ή θετικό ρόλο στην κατάκτηση κάποιου εξωτερικού στόχου όπως η οικονομική επιτυχία. Συνεπώς, η αναπηρία επιδρούσε ισόποσα τόσο στην κατάκτηση ενδογενών όσο και εξωγενών στόχων. Αυτό έρχεται σε συμφωνία με την προαναφερθείσα έρευνα που αφορούσε αθλητές με σωματικές αναπηρίες καθώς βρέθηκε ότι η σωματική αναπηρία δεν παρενέβαινε σημαντικά ούτε στην επίτευξη ενδογενών αλλά ούτε και εξωγενών στόχων (Τσαλκιτζή, 2021).

Το αποτέλεσμα του τέταρτου ερευνητικού ερωτήματος είναι εν μέρει αναμενόμενο καθώς πιθανόν να εξηγείται όπως και το τρίτο. Αναλυτικότερα, όσοι είχαν αποδεχτεί την αναπηρία τους ίσως να ένιωθαν ότι δεν παρενέβαινε σε κανένα είδος στόχου (Κλεφτάρας, 2007), είτε εξωγενή είτε ενδογενή, ενώ όσοι δεν την είχαν αποδεχτεί πιθανώς να την έβλεπαν ως εμπόδιο σε κάθε είδος στόχου (Park, 2019). Αυτό βέβαια δεν επιβεβαιώθηκε από την παρούσα έρευνα πιθανώς εξαιτίας της χαμηλής αξιοπιστίας της κλίμακας αποδοχής της αναπηρίας. Από την άλλη, το αποτέλεσμα αυτό είναι απροσδόκητο επειδή η αναπηρία δυσχεραίνει την ανεύρεση εργασίας (Παπακωνσταντίνου, 2019) και συνεπώς την οικονομική επιτυχία ενώ συχνά προσβάλει την ελκυστική εξωτερική εμφάνιση, τα οποία αποτελούν εξωγενείς στόχους (Kasser & Ryan, 1996). Συνεπώς, θα περίμενε κανείς ότι τα άτομα θα πίστευαν πως επηρεάζει πιο αρνητικά την επίτευξη των εξωγενών απ’ ότι των ενδογενών στόχων. Ωστόσο, στην παρούσα έρευνα δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο.

Το πέμπτο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το εάν ο βαθμός αποδοχής της αναπηρίας συσχετίζεται με τον προσανατολισμό των ατόμων με σωματική αναπηρία σε ενδογενείς ή/ και εξωγενείς στόχους. Η απάντηση σε αυτό το ερευνητικό ερώτημα είναι όχι. Η αποδοχή της αναπηρίας δεν συνδέθηκε ούτε με την απόδοση αξίας σε ενδογενείς αλλά ούτε και σε εξωγενείς στόχους (βλ. Πίνακα 2.5). Με άλλα λόγια, το πόσο συμφιλιωμένα ήταν τα άτομα με σωματική αναπηρία με την αναπηρία τους δεν φάνηκε να έχει κάποια σχέση με τον προσανατολισμό τους σε ενδογενείς αλλά ούτε και σε εξωγενείς στόχους. Επειδή έχει αποδειχθεί από άλλη έρευνα ότι η αποδοχή της αναπηρίας επηρεάζει γενικώς τον καθορισμό στόχων (Livneh & Antonak, 2005), αναμενόταν ότι ίσως να συσχετιζόταν και με την σημαντικότητα των στόχων ζωής κατά την GCT. Αυτό όμως δεν επαληθεύτηκε. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να υπογραμμιστεί για ακόμα μια φορά ότι υπήρξαν περιορισμοί στην αξιοπιστία της κλίμακας για την αποδοχή της αναπηρίας.

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής ότι στην παρούσα έρευνα η αποδοχή της αναπηρίας δεν συνδέθηκε με τον τύπο της σωματικής αναπηρίας (εκ γενετής ή επίκτητη) αλλά ούτε και με την ηλικία στην οποία αυτή εμφανίστηκε. Κάτι τέτοιο είναι παράδοξο καθώς η βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι όσοι έχουν συγγενή αναπηρία αποδέχονται σε μεγαλύτερο βαθμό την αναπηρία τους συγκριτικά με εκείνους που την αποκτούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους (Bogart, 2014· Κλεφτάρας, 2006· Li & Moore, 1998). Αναμενόταν λοιπόν, ότι οι συμμετέχοντες με κινητική αναπηρία που είχαν συγγενή αναπηρία ή που την εμφάνισαν σε μικρή ηλικία θα εμφάνιζαν μεγαλύτερα επίπεδα αποδοχής της αναπηρίας τους συγκριτικά με εκείνους που είχαν επίκτητη ή την εμφάνισαν αργότερα στη ζωή τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβεβαιώθηκε από την παρούσα έρευνα.

Άξιο αναφοράς είναι ακόμα ότι η αποδοχή της αναπηρίας δεν συσχετίστηκε με τον ρόλο που παίζει η αναπηρία στην επίτευξη ενδογενών και εξωγενών στόχων (βλ. Πίνακα 2.5). Όπως προαναφέρθηκε στο θεωρητικό μέρος της εργασίας, το αναμενόμενο αποτέλεσμα ήταν ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία που δεν θα είχαν προσαρμοστεί ψυχολογικά στην αναπηρία τους θα θεωρούσαν ότι η αναπηρία τους διαδραματίζει αρνητικό ρόλο στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν ενδογενείς ή εξωγενείς στόχους ενώ όσοι την είχαν αποδεχτεί θα έκριναν πως αυτή επιδρά ουδέτερα ή θετικά στην κατάκτηση των στόχων της GCT. Αντίθετα όμως με τις υποθέσεις, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας έδειξαν ότι ο βαθμός στον οποίο αποδέχονται τα άτομα με κινητική αναπηρία την αναπηρία τους δεν σχετίζεται με τον ρόλο που πιστεύουν ότι αυτή διαδραματίζει στην κατάκτηση ενδογενών ή εξωτερικών στόχων κατά την GCT. Είναι σημαντικό βέβαια να σημειωθεί ότι η κλίμακα που μετρούσε την αποδοχή της αναπηρίας εμφάνιζε χαμηλή αξιοπιστία γεγονός που μειώνει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων που αφορούν αυτή τη μεταβλητή.

Από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση αναμενόταν ακόμα ότι η αποδοχή της κινητικής αναπηρίας ενδεχομένως να εμφάνιζε κάποιου είδους σύνδεση και με λοιπά χαρακτηριστικά των ατόμων με κινητική αναπηρία και πιο συγκεκριμένα με το φύλο, την ηλικία, την απασχόληση (Park, 2019), την οικογενειακή κατάσταση, το εισόδημα (Li & Moore, 1998), το μορφωτικό επίπεδο καθώς και με τη σοβαρότητα της κινητικής αναπηρίας (Κλεφτάρας, 2006). Σε αντίθεση με τις προηγούμενες έρευνες, στην παρούσα έρευνα η αποδοχή της σωματικής αναπηρίας δεν φάνηκε να συνδέεται με καμία από τις προαναφερθείσες μεταβλητές. Εντούτοις, το εύρημα αυτό έρχεται σε συμφωνία με την έρευνα των Attawong και Kovindha (2005) που έγινε σε άτομα με κινητική αναπηρία καθώς κι αυτοί βρήκαν ότι η αποδοχή της κινητικής αναπηρίας δεν σχετίζεται σημαντικά με το φύλο, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση αλλά ούτε και με τη σοβαρότητα της αναπηρίας. Ομοφωνία υπάρχει και ανάμεσα στην παρούσα έρευνα και σε αυτήν της Nicholls και των συνεργατών της (2012) ως προς την απουσία σύνδεσης της αποδοχής της κινητικής αναπηρίας με το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα και την εργασιακή απασχόληση. Παρακάτω εξετάζεται η σχέση της αποδοχής της σωματικής αναπηρίας με την υποκειμενική ευεξία.

Το έκτο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε στο αν η υποκειμενική ευεξία συνδέεται με τον βαθμό αποδοχής της αναπηρίας αλλά και με τον ρόλο που πιστεύουν τα άτομα με σωματική αναπηρία ότι παίζει η αναπηρία τους στην επίτευξη στόχων ζωής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η υποκειμενική ευεξία συνδέεται θετικά με την αποδοχή της αναπηρίας (βλ. Πίνακα 2.5). Όσο για το δεύτερο σκέλος του ερευνητικού ερωτήματος φάνηκε ότι ο ρόλος της κινητικής αναπηρίας στην επίτευξη ενδογενών στόχων δεν σχετίζεται με την υποκειμενική ευεξία με κανέναν τρόπο (βλ. Πίνακα 2.5) ενώ ο ρόλος της αναπηρίας στην κατάκτηση εξωγενών στόχων συσχετίζεται μαζί της θετικά (βλ. Πίνακα 2.6). Παρακάτω πραγματεύονται αναλυτικότερα τα προαναφερθέντα αποτελέσματα.

Στην παρούσα έρευνα φάνηκε ότι η αποδοχή της αναπηρίας συνδέεται θετικά με την υποκειμενική ευεξία παρότι δεν διαπιστώθηκε προβλεπτική σχέση μεταξύ των δύο αυτών μεταβλητών. Ειδικότερα, φάνηκε ότι όσοι βίωναν μεγάλη ικανοποίηση από τη ζωή τους ήταν ψυχολογικά προσαρμοσμένοι στην αναπηρία τους αν και η συσχέτιση ανάμεσα στις δύο αυτές μεταβλητές ήταν μέτρια. Αυτό σημαίνει ότι η αποδοχή της αναπηρίας πιθανόν να αυξάνει την υποκειμενική ευεξία αν και ενδέχεται φυσικά τα αυξημένα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας να οφείλονταν σε άλλο παράγοντα και όχι στην αποδοχή της αναπηρίας. Επιπλέον, στην παρούσα έρευνα η αποδοχή της αναπηρίας ήταν ένας από τους παράγοντες που προέβλεπε την ψυχολογική ευελιξία. Όσο πιο πολύ αποδεχόταν κάποιος την αναπηρία του τόσο πιο ψυχολογικά ευέλικτος ήταν. Όπως έχει αποδειχθεί από τη βιβλιογραφία η ψυχολογική ευελιξία προωθεί την ευεξία (Browne et al., 2022· Wersebe et al., 2018). Αφού λοιπόν, η αποδοχή της αναπηρίας αυξάνει την ψυχολογική ευελιξία η οποία με τη σειρά της προάγει την ευεξία, συνάγεται ότι η αποδοχή της αναπηρίας ίσως να επιδρά θετικά στην υποκειμενική ευεξία. Η υπόθεση αυτή έρχεται σε συμφωνία με τη βιβλιογραφία καθώς έχει αποδειχθεί ότι η αποδοχή της αναπηρίας προωθεί την ευεξία (Park, 2019· Snead & Davis, 2002).

Ο ρόλος που διαδραματίζει η αναπηρία στην επίτευξη ενδογενών στόχων ζωής δεν συνδέθηκε άμεσα με την υποκειμενική ευεξία. Τα άτομα με κινητική αναπηρία που θεωρούσαν πως η αναπηρία τους παίζει θετικό ή ουδέτερο ρόλο στην επίτευξη ενδογενών στόχων όπως η αυτοέκφραση και η καλή σωματική κατάσταση δεν βίωναν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή τους. Ωστόσο, δύο μεμονωμένοι στόχοι εμφάνισαν κάποια έμμεση σχέση με την υποκειμενική ευεξία μέσω της ψυχολογικής ευελιξίας η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προάγει την ευεξία (Browne et al., 2022). Πιο συγκεκριμένα, όταν τα άτομα ένιωθαν ότι η αναπηρία τους παίζει θετικό ρόλο στο να συνεισφέρουν στην κοινωνία μειωνόταν η ψυχολογική ευελιξία τους ενώ όταν θεωρούσαν ότι η αναπηρία τους διαδραματίζει θετικό ρόλο στο να συνάψουν ουσιώδεις σχέσεις αυξανόταν η ψυχολογική τους ευελιξία. Επομένως, ίσως ο θετικός ρόλος της αναπηρίας στη σύναψη ουσιωδών σχέσεων να αυξάνει την υποκειμενική ευεξία ενώ αντίθετα ο θετικός ρόλος στη συνεισφορά στην κοινωνία να την μειώνει. Συνολικά πάντως δεν σημειώθηκε κάποια άμεση σχέση ανάμεσα στη διάσταση της αναπηρίας στην κατάκτηση ενδογενών στόχων και στην υποκειμενική ευεξία.

Από την άλλη, σημειώθηκε μια θετική συσχέτιση ανάμεσα στον ρόλο της αναπηρίας στην επίτευξη εξωγενών στόχων και στην υποκειμενική ευεξία. Πιο αναλυτικά, τα άτομα που έκριναν ότι η σωματική τους αναπηρία έχει θετικό ρόλο στην κατάκτηση εξωγενών στόχων όπως η αναγνωρισιμότητα και η οικονομική επιτυχία βίωναν αυξημένη υποκειμενική ευεξία. Αυτό ενδεχομένως να σημαίνει ότι όσοι βλέπουν την διαφορετικότητά που έχουν λόγω της αναπηρίας τους σαν ένα θετικό στοιχείο που τους βοηθάει να γίνουν γνωστοί ή να πετύχουν οικονομικά ή να ασκήσουν επιρροή και να πετύχουν άλλους εξωγενείς στόχους είναι πιο ευτυχισμένοι. Από την άλλη φυσικά, επειδή αυτές οι δύο μεταβλητές συσχετίστηκαν και δεν προέβλεπε η μία την άλλη μπορεί τα αυξημένα επίπεδα ευεξίας να οφείλονταν σε έναν τρίτο παράγοντα και όχι στην διάσταση της αναπηρίας στην κατάκτηση εξωγενών στόχων. Αξίζει βέβαια να αναφερθεί ότι η διάσταση της αναπηρίας στην κατάκτηση ενός μεμονωμένου εξωγενούς στόχου, στην απόκτηση ελκυστικής εμφάνισης, πιθανόν να συνδέεται αρνητικά με την ευεξία. Κι αυτό γιατί όταν τα άτομα έκριναν ότι ο ρόλος της αναπηρίας τους είναι θετικός στην απόκτηση ελκυστικής αυτοεικόνας μειωνόταν η ψυχολογική τους ευελιξία οπότε ενδεχομένως να μειωνόταν και η ικανοποίησή τους από τη ζωή, εφόσον η ψυχολογική ευελιξία προωθεί την ευεξία (Browne et al., 2022).

Το έβδομο και τελευταίο ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το αν οι στόχοι, η ευεξία, η αποδοχή της αναπηρίας και οι υπόλοιπες μεταβλητές της παρούσας έρευνας μπορούσαν να προβλέψουν την ψυχολογική ευελιξία. Από την παρούσα έρευνα φάνηκε ότι εφτά μεταβλητές της έρευνας προέβλεπαν στατιστικά σημαντικά την ψυχολογική ευελιξία (βλ. Πίνακα 2.12). Αυτές είναι η ευεξία, η αποδοχή της αναπηρίας, η διαφορά ανάμεσα στη σημαντικότητα ενδογενών και εξωγενών στόχων ή αλλιώς η αισθητά μεγαλύτερη απόδοση αξίας σε ενδογενείς σε σχέση με εξωγενείς στόχους, η σημαντικότητα του στόχου της αυτοέκφρασης αλλά και ο ρόλος της αναπηρίας στην επίτευξη των στόχων σύναψης ουσιωδών διαπροσωπικών σχέσεων, συνεισφοράς στην κοινωνία και απόκτησης ελκυστικής εμφάνισης. Παρακάτω εξετάζεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο η καθεμιά συνδέεται με την ψυχολογική ευελιξία.

Έχει ήδη αποδειχθεί από τη βιβλιογραφία ότι η ψυχολογική ευελιξία προωθεί την ψυχική ευεξία (Browne et al., 2022· Wersebe et al., 2018) με πολλούς τρόπους παρότι οι έρευνες που διεξήχθησαν γι’ αυτό το θέμα δεν αφορούσαν άτομα με αναπηρία. Από την παρούσα έρευνα φάνηκε ότι ισχύει και το αντίστροφο καθώς και η υποκειμενική ευεξία συνέβαλε θετικά στη διαμόρφωση της ψυχολογικής ευελιξίας αν και όχι σε μεγάλο βαθμό (βλ. Πίνακα 2.12). Αναλυτικότερα, φάνηκε ότι όταν ένα άτομο με σωματική αναπηρία βιώνει αυξημένα επίπεδα υποκειμενικής ευεξίας μπορεί να αποδεχτεί και να αντιμετωπίσει ευκολότερα δύσκολες καταστάσεις της ζωής του, είναι δηλαδή περισσότερο ψυχολογικά ευέλικτο. Το αποτέλεσμα αυτό δεν προκαλεί εντύπωση διότι όταν κανείς είναι πιο ικανοποιημένος με τη ζωή του είναι αναμενόμενο ότι θα έχει μεγαλύτερο ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσει δυσκολίες και να προσαρμοστεί σε αλλαγές συγκριτικά με κάποιον που βρίσκεται σε κακή ψυχολογική κατάσταση επειδή δεν λαμβάνει ικανοποίηση από τη ζωή του. Συνεπώς, η σχέση υποκειμενικής ευεξίας και ψυχολογικής ευελιξίας πιθανόν να είναι αμφίδρομη.

Φάνηκε ακόμα από την παρούσα έρευνα ότι και η αποδοχή της αναπηρίας προέβλεπε την ψυχολογική ευελιξία (βλ. Πίνακα 2.12). Όσο λιγότερο αποδεχόταν ένα άτομο την αναπηρία του τόσο αυξανόταν η βιωματική αποφυγή του ενώ όσο περισσότερο την αποδεχόταν τόσο πιο ψυχολογικά ευέλικτο ήταν. Λαμβάνοντας υπόψη ότι βασικό στοιχείο της ψυχολογικής ευελιξίας είναι η αποδοχή τραυματικών γεγονότων του παρελθόντος (Hayes et al., 2006) το αποτέλεσμα αυτό είναι αναμενόμενο. Κι αυτό γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχει αποδεχθεί την αναπηρία του σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί την τραυματική εμπειρία που προκάλεσε την αναπηρία και γενικότερα την τεράστια αλλαγή που επήλθε στη ζωή του εξαιτίας της αναπηρίας αν φυσικά αυτή είναι επίκτητη, όπως ήταν στο 75% του δείγματος της παρούσα έρευνας. Ένας τέτοιος άνθρωπος παρουσιάζει βιωματική αποφυγή, μένει εγκλωβισμένος στα παρελθοντικά τραύματα και αδυνατεί να εστιάσει στο παρόν προχωρώντας στη ζωή του. Αντίθετα, όταν κάποιος έχει αποδεχθεί την αναπηρία του καθεαυτή και πιθανόν την τραυματική εμπειρία που του προκάλεσε την αναπηρία σημαίνει ότι μπορεί να διαχειριστεί κι άλλες αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος καθώς και να προσαρμοστεί σε άλλες απαιτητικές καταστάσεις αναπτύσσοντας έτσι ψυχολογική ευελιξία.

Επομένως, όσο περισσότερο προσαρμόζεται κανείς ψυχολογικά στην αναπηρία του τόσο μεγαλύτερη ψυχολογική ευελιξία αναπτύσσει.

Ένας άλλος παράγοντας που φάνηκε από την παρούσα έρευνα ότι προβλέπει την ψυχολογική ευελιξία και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι η διαφορά ανάμεσα στην απόδοση αξίας σε ενδογενείς και εξωγενείς στόχους (βλ. Πίνακα 2.12). Όσο μεγαλύτερη απόσταση είχε η σημαντικότητα των ενδογενών στόχων από αυτήν των εξωγενών, όσο μεγαλύτερη αξία απέδιδε δηλαδή κανείς σε ενδογενείς στόχους απ’ ότι σε εξωγενείς τόσο αυξανόταν η ψυχολογική του ευελιξία. Η απόδοση αισθητά μεγαλύτερης αξίας σε ενδογενείς στόχους λοιπόν, όχι μόνο προωθεί την ευημερία (Bradshaw et al., 2018· Martela et al., 2019) αλλά και βοηθάει τους ανθρώπους με σωματική αναπηρία να αποκτήσουν όλες τις δεξιότητες που συνιστούν την ψυχολογική ευελιξία. Πιο αναλυτικά, τους κάνει πιο ψυχικά ανθεκτικούς (Pakenham et al., 2020), τους βοηθάει να είναι σε μεγαλύτερη επαφή με το παρόν (Prudenzi et al., 2021) καθώς και να θέτουν προσωπικά σημαντικούς στόχους αλλά και να προσαρμόζουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους ώστε να κατακτήσουν αυτούς τους στόχους (Hayes et al., 2006). Το αποτέλεσμα αυτό δεν προκαλεί εντύπωση διότι εφόσον η προτεραιότητα σε ενδογενείς στόχους προάγει την ευεξία (Hope et al., 2019) αναμενόμενο είναι ότι θα αυξάνει και την ψυχολογική ευελιξία καθώς η σχέση μεταξύ αυτών των δύο μεταβλητών είναι κατά πάσα πιθανότητα αμφίδρομη.

Παρότι συνολικά η προτεραιότητα σε ενδογενείς στόχους σε σχέση με εξωγενείς βελτίωνε την ψυχολογική ευελιξία, η απόδοση μεγάλης αξίας σε έναν συγκεκριμένο ενδογενή στόχο φάνηκε να την υπονομεύει. Όσο πιο σημαντικός ήταν ο ενδογενής στόχος της αυτοέκφρασης για ένα άτομο με σωματική αναπηρία με την έννοια της αίσθησης ελευθερίας να κάνει πράγματα που το ενδιαφέρουν τόσο μειωνόταν η ψυχολογική του ευελιξία (βλ. Πίνακα 2.12). Το παραπάνω αποτέλεσμα είναι εν μέρει παράδοξο καθώς βασική δεξιότητα της ψυχολογικής ευελιξίας είναι η επιλογή προσωπικά σημαντικών στόχων (Hayes et al., 2006). Επομένως, αναμενόταν ότι όσο πιο σημαντικό θα ήταν για κάποιον να είναι ελεύθερος να κάνει πράγματα που τον ενδιαφέρουν τόσο περισσότερο θα αυξανόταν και η ικανότητά του να επιλέγει προσωπικά σημαντικούς στόχους. Ακόμα, επειδή ο εν λόγω στόχος είναι ενδογενής και κατά συνέπεια προωθεί την ευεξία (Martela et al., 2019) υπήρχε η προσδοκία ότι θα προωθούσε και την ψυχολογική ευελιξία καθώς η ευεξία διαμορφώνει με τη σειρά της την ψυχολογική ευελιξία όπως φάνηκε παραπάνω.

Από την άλλη, το να είναι για κάποιον πολύ σημαντικό να εκφράζει ελεύθερα τον εαυτό του ίσως να τον εμποδίζει από το να προσαρμοστεί σε διάφορες καταστάσεις, το οποίο αποτελεί χαρακτηριστική δεξιότητα της ψυχολογικής ευελιξίας (Kashdan & Rottenberg, 2010). Κι αυτό γιατί σε πολλές περιστάσεις της ζωής για να επιτευχθούν μακροπρόθεσμα οφέλη οι άνθρωποι χρειάζεται να κάνουν πράγματα που δεν τα βρίσκουν προσωπικά ενδιαφέροντα και δεν τους εκφράζουν απόλυτα. Πιθανόν λοιπόν, τα άτομα για τα οποία είναι πολύ σημαντικό να κάνουν πράγματα που τους εκφράζουν να αδυνατούν να προσαρμοστούν σε καταστάσεις που απαιτούν από αυτούς να κάνουν δράσεις που δεν τους ενδιαφέρουν και δεν τους εκφράζουν με αποτέλεσμα να μειώνεται η ψυχολογική τους ευελιξία.

Άλλος ένας παράγοντας που συνδέθηκε με προβλεπτική σχέση με την ψυχολογική ευελιξία με τον ίδιο τρόπο ήταν ο ρόλος της αναπηρίας στην επίτευξη του ενδογενούς στόχου συνεισφοράς στην κοινωνία. Όσο πιο θετικό ρόλο πίστευαν τα άτομα με σωματική αναπηρία ότι παίζει η αναπηρία τους στο να βοηθήσουν ώστε ο κόσμος να γίνει καλύτερο μέρος τόσο μειωνόταν η ψυχολογική τους ευελιξία (βλ. Πίνακα 2.12). Η σχέση αυτή είναι παράδοξη διότι το να θεωρεί κάποιος την αναπηρία του διευκολυντικό παράγοντα στο να αλλάξει προς το καλύτερο τον κόσμο είναι κάτι που θα περίμενε κανείς ότι θα βελτίωνε την υποκειμενική ευεξία και κατ’ επέκταση την ψυχολογική ευελιξία. Κι αυτό γιατί η συνεισφορά στην κοινωνία είναι ένας ενδογενής στόχος η επίτευξη του οποίου αυξάνει την ευημερία (Hope et al., 2019· Martela et al., 2019). Επειδή η υποκειμενική ευεξία φάνηκε να προβλέπει με τη σειρά της την ψυχολογική ευελιξία αναμενόταν ότι ο θετικός ρόλος της αναπηρίας στην υλοποίηση αυτού του ενδογενούς στόχου θα προκαλούσε κι αυτός αύξηση στην ψυχολογική ευελιξία. Άλλος ένας λόγος για τον οποίο το αποτέλεσμα αυτό θεωρείται απροσδόκητο είναι γιατί εφόσον ένα άτομο θεωρεί ότι η αναπηρία του συμβάλλει στο να αλλάξει τον κόσμο εύλογα θα περίμενε κανείς ότι θα τον βοηθούσε και στο να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του για το καλό μακροπρόθεσμων στόχων όπως το να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο. Αυτή η προσαρμοστικότητα για το καλό μακροπρόθεσμων στόχων είναι βασικό συστατικό της ψυχολογικής ευελιξίας (Hayes et al., 2006· Kashdan & Rottenberg, 2010). Τέλος, λογικό θα ήταν εφόσον ένα άτομο βλέπει την αναπηρία του ως ένα χαρακτηριστικό που θα τον βοηθήσει να αλλάξει θετικά την κοινωνία ότι θα συνέβαλε και στο να αποδεχθεί τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος και να αφοσιωθεί στο παρόν και στο μέλλον, ακόμα μια βασική δεξιότητα της ψυχολογικής ευελιξίας (Hayes et al., 2006· Prudenzi et al., 2021).

Το παράδοξο αυτό αποτέλεσμα, ότι δηλαδή ο θετικός ρόλος της αναπηρίας στην κατάκτηση του στόχου συνεισφοράς στην κοινωνία μειώνει την ψυχολογική ευελιξία, μπορεί να ερμηνευθεί με τους ακόλουθους τρόπους. Ενδεχομένως τα άτομα που νιώθουν ότι η αναπηρία τους θα τους βοηθήσει να αλλάξουν τον κόσμο να παρουσιάζουν μια απροθυμία στο να βιώσουν και να αποδεχτούν αρνητικά συναισθήματα και αρνητικές σκέψεις που πιθανόν να τους προκαλεί η αναπηρία τους, να παρουσιάζουν δηλαδή βιωματική αποφυγή ίσως γιατί πιστεύουν ότι αυτά θα αποτελέσουν τροχοπέδη στην επίτευξη του στόχου τους. Δεν αποκλείεται βέβαια το αποτέλεσμα αυτό να οφείλεται στην αναξιοπιστία του μικρού δείγματος της έρευνας ενώ είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η διάσταση της αναπηρίας στην επίτευξη αυτού του στόχου δεν διαμόρφωνε σε μεγάλο βαθμό την ψυχολογική ευελιξία.

Ακόμα μια μεταβλητή που προέβλεπε την ψυχολογική ευελιξία αν και όχι σε μεγάλο βαθμό είναι ο ρόλος της αναπηρίας στην απόκτηση ελκυστικής εμφάνισης (βλ. Πίνακα 2.12). Όσο πιο θετικό ρόλο έκριναν τα άτομα ότι διαδραματίζει η αναπηρία τους στο να συμβαδίσουν με τη μόδα σε ρουχισμό και μαλλιά τόσο μειωνόταν η ψυχολογική τους ευελιξία ενώ αντίστροφα τόσο αυξανόταν η βιωματική τους αποφυγή. Ο εν λόγω στόχος είναι εξωγενής και συνεπώς το να αποδίδει ένα άτομο μεγάλη σημασία σε αυτόν κατά την GCT βλάπτει την ευημερία (Unanue et al., 2014). Το να συμβάλλει λοιπόν, η αναπηρία στην επίτευξη ενός στόχου επιζήμιου για την ευεξία ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την υποκειμενική ευεξία και κατ’ επέκταση να μειώσει και την ψυχολογική ευελιξία. Μια ακόμα πιθανή εξήγηση είναι ότι η βιωματική αποφυγή αυξάνεται διότι τα άτομα αρνούνται να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν την αρνητική επίδραση που ενδεχομένως να έχει η σωματική τους αναπηρία στην απόκτηση μιας ελκυστικής εμφάνισης. Με άλλα λόγια, ενδέχεται να είναι απρόθυμα να αποδεχτούν και να διαχειριστούν τις αρνητικές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματα που πηγάζουν από την αλλοιωμένη τους εξωτερική εμφάνιση με το να θεωρούν ότι η αναπηρία τους επηρεάζει ουδέτερα ή θετικά την εξωτερική τους εικόνα. Στην προσπάθειά τους να απωθήσουν τα δυσάρεστα αυτά συναισθήματα ίσως να ‘γαντζώνονται’ σε εξωτερικούς στόχους, όπως η απόκτηση ελκυστικής εμφάνισης για να αντισταθμίσουν το πλήγμα της σωματικής αναπηρίας που υπέστησαν και να οικοδομήσουν την ευημερία τους.

Από την άλλη μεριά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το να νιώθουν τα άτομα πως η σωματική τους αναπηρία όχι μόνο δεν βλάπτει την αυτοεικόνα τους αλλά αντίθετα τους βοηθάει στο να έχουν μια ελκυστική εμφάνιση θα μπορούσε να αυξήσει την ευεξία και κατ’ επέκταση την ψυχολογική τους ευελιξία παρόλο που ο στόχος είναι εξωγενής. Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν αποκλείεται ένας εξωγενής στόχος να συνεισφέρει με θετικό τρόπο στην ευημερία (Rijavec et al., 2011· Sheldon et al., 2010) καθώς ο συγκεκριμένος εξωτερικός στόχος μπορεί να ήταν εσωτερικά ελεγχόμενος (Sheldon et al., 2004· Vansteenkiste et al., 2010). Κάτι τέτοιο θα υποδείκνυε ότι το άτομο έχει αποδεχθεί την εμφάνισή του και ότι έχει την ψυχική ανθεκτικότητα αλλά και την προσαρμοστικότητα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πλήγμα της αλλοιωμένης εξωτερικής εμφάνισης που προκαλεί η σωματική αναπηρία. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, το παραπάνω αποτέλεσμα δεν είναι προσδοκώμενο.

Η έβδομη και τελευταία μεταβλητή που φάνηκε να διαμορφώνει την ψυχολογική ευελιξία είναι η διάσταση της αναπηρίας στην επίτευξη του ενδογενούς στόχου σύναψης ουσιωδών διαπροσωπικών σχέσεων. Όσο περισσότερο έβλεπαν τα άτομα την αναπηρία τους ως έναν παράγοντα που διευκολύνει και δεν παρακωλύει το να γίνουν αποδεκτά από κάποιον άλλον άνθρωπο τόσο αυξανόταν η ψυχολογική τους ευελιξία (βλ. Πίνακα 2.12). Το να θεωρούν τα άτομα ότι η αναπηρία τους συμβάλλει στο να νιώσουν πλήρως αποδεκτά από κάποιον άλλον άνθρωπο μπορεί να συμβεί όταν εντάσσονται σε συλλόγους και φορείς ατόμων που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα και συνάπτουν φιλικές ή και ερωτικές σχέσεις μαζί τους. Από την παρούσα έρευνα φάνηκε λοιπόν, ότι όσο πιο θετικά αντιμετώπιζαν την αναπηρία τους στην επίτευξη αυτού του στόχου τόσο πιο ψυχολογικά ευέλικτα γίνονταν. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι αυτή η μεταβλητή δεν προέβλεπε σε πολύ μεγάλο βαθμό την ψυχολογική ευελιξία.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν προκαλεί εντύπωση για τους ακόλουθους λόγους. Ένας λόγος είναι ότι ο προαναφερθείς στόχος είναι ενδογενής και όπως έχει γίνει σαφές από τη βιβλιογραφία η επίτευξη αυτών των στόχων κατά την GCT αυξάνει τα επίπεδα ευεξίας (Romero et al., 2012· Sebire et al., 2011). Το να βοηθάει λοιπόν η αναπηρία στο να κατακτηθεί αυτός ο στόχος είναι φυσικό επακόλουθο ότι θα βελτιώσει την υποκειμενική ευεξία και κατ’ επέκταση την ψυχολογική ευελιξία καθώς φάνηκε ότι η πρώτη διαμορφώνει τη δεύτερη. Επιπλέον, ο ρόλος της αναπηρίας ως αρωγός στην σύναψη ουσιαστικών σχέσεων μέσα στις οποίες γίνεται το άτομο πλήρως αποδεκτό ενδεχομένως να το ενθαρρύνει να θέτει προσωπικά σημαντικούς στόχους και να δρα με τρόπο που συμβάλλει στην επίτευξη αυτών, τα οποία αποτελούν συστατικά στοιχεία της ψυχολογικής ευελιξίας (Hayes et al., 2006). Κι αυτό διότι τότε θα νιώθει ότι έχει στήριγμα έναν άλλον άνθρωπο που το ενθαρρύνει να θέτει προσωπικά σημαντικούς στόχους ενώ τον βοηθάει να τους πραγματώσει. Τέλος, η συμβολή της αναπηρίας στη σύναψη μιας ουσιαστικής σχέσης αγάπης και αποδοχής είναι πιθανό να διευκολύνει την αποδοχή και την αποτελεσματική διαχείριση τραυματικών γεγονότων με τη συνακόλουθη εστίαση στο παρόν, δεξιότητες βασικές της ψυχολογικής ευελιξίας (Hayes et al., 2006· Prudenzi et al., 2021). Αυτό μπορεί να το κάνει γιατί το άτομο θα αισθάνεται ότι δεν απορρίπτεται εξαιτίας της αναπηρίας του αλλά αντίθετα γίνεται αποδεκτό χάρη σε αυτήν. Έτσι, μπορεί να αποδεχθεί το ίδιο περισσότερο τον εαυτό του και να βοηθηθεί στο να ξεπεράσει τραύματα του παρελθόντος, άρα να είναι και περισσότερο ψυχολογικά ευέλικτο. Αφού λοιπόν, εξετάστηκαν αναλυτικά τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας, παρακάτω παρατίθενται τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν.

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο