2.4. Η σχέση των κινήτρων με τους στόχους και την ευεξία
Για την επίτευξη της ευεξίας δεν παίζει ρόλο μόνο το περιεχόμενο ενός στόχου αλλά και το κίνητρο του ανθρώπου πίσω από τον στόχο που αφορά ουσιαστικά το γιατί θέτει ο άνθρωπος τον συγκεκριμένο στόχο (Sheldon et al., 2004). Η SDT κάνει διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο και στα κίνητρα των στόχων καθώς αυτά επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τόσο την προσαρμογή όσο και την ευημερία (Sebire et al., 2009). Ο Sheldon και οι συνεργάτες του (2004) μάλιστα θεωρούν ότι τα κίνητρα όχι μόνο παίζουν ρόλο στην ευεξία αλλά ότι ασκούν μεγαλύτερη επίδραση σε αυτήν συγκριτικά με το περιεχόμενο των στόχων.
Όπως έχει ήδη ειπωθεί, το είδος των στόχων που διευκολύνει την επίτευξη της ευδαιμονίας είναι οι ενδογενείς στόχοι (Behzadnia et al., 2020). Τα κίνητρα των ανθρώπων χωρίζονται κι αυτά με την σειρά τους σε ενδογενή και εξωγενή ή αλλιώς σε αυτόνομα ή ελεγχόμενα (Ryan & Deci, 2000). Αναλυτικότερα, ένας άνθρωπος μπορεί να θέτει ένα στόχο ή να επιδεικνύει μια συμπεριφορά είτε γιατί ενεργεί αυτόνομα εκφράζοντας συνειδητά αυτό που επιθυμεί είτε γιατί δέχεται εξωτερικές πιέσεις και νιώθει υποχρεωμένος να εκδηλώσει μια συμπεριφορά ή να πετύχει έναν στόχο (Ryan & Deci, 2000).
Τα κίνητρα που οδηγούν στην ευεξία είναι αυτά που εκφράζουν τη θέληση και την προσωπικότητα του ανθρώπου και όχι αυτά που του επιβάλλονται (Deci & Ryan, 2000· Sheldon et al., 2004). Έτσι, για να είναι ένας άνθρωπος ψυχικά πλήρης είναι μεγάλης σημασίας, πέρα από ενδογενείς στόχους, να θέτει και σημαντικούς και ενδιαφέροντες για τον ίδιο στόχους που τον γεμίζουν χαρά και ενέργεια και όχι στόχους που νιώθει ότι πρέπει αναγκαστικά να κατακτήσει λόγω εξωτερικών πιέσεων (Sheldon et al., 2004). Με άλλα λόγια, είναι καλό οι άνθρωποι να παρακινούνται αυτόνομα, να επιδιώκουν στόχους γιατί το θέλουν οι ίδιοι και όχι για να ικανοποιήσουν εξωτερικές απαιτήσεις.
Όπως οι στόχοι, έτσι και τα κίνητρα δεν είναι πάντα ενδογενή ή εξωγενή αλλά μοιάζουν περισσότερο με ένα συνεχές καθώς υπάρχουν συμπεριφορές που είναι μερικώς ελεγχόμενες και μερικώς αυτόνομες (Ryan & Deci, 2002). Αυτά τα δύο είδη δεν βιώνονται πάντοτε ξεχωριστά καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι υποκινούνται ταυτόχρονα τόσο από ενδογενή όσο και από εξωγενή κίνητρα (Moller, n.d.) ή βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα στο συνεχές της παρακίνησης (Ryan & Deci, 2002).
