2.4.1. Η ενδογενής παρακίνηση και η επίδρασή της στην ευεξία
Το να έχει κανείς ενδογενές κίνητρο σημαίνει ότι ο λόγος που κάνει μια δραστηριότητα ή εκδηλώνει μια συμπεριφορά είναι γιατί η ίδια η δραστηριότητα ή η συμπεριφορά τον ενδιαφέρει πραγματικά και του προκαλεί από μόνη της χαρά και διάφορα άλλα θετικά συναισθήματα χωρίς να προσπαθεί να αποκομίσει κάτι από αυτήν (Moller, n.d.· Niemiec & Ryan, 2009· Ryan & Deci, 2000). Τα κίνητρα αυτά αντανακλούν τις έμφυτες τάσεις για ανάπτυξη που ενυπάρχουν στους ανθρώπους και είναι έντονα εμφανή στα νήπια των οποίων το παιχνίδι έχει μοναδικό σκοπό την χαρά της εξερεύνησης (Vansteenkiste et al., 2010). Αυτό το είδος παρακίνησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μάθηση (Niemiec & Ryan, 2009), με την εκπλήρωση των ΒΨΑ και την ευεξία (Βαρσάμης, 2016).
Σε μια έρευνα που έγινε σε παιδιά πράγματι φάνηκε ότι οι ΒΨΑ ικανοποιούνταν όταν τα παιδιά παρακινούνταν ενδογενώς (Sebire et al., 2013) ενώ οι Deci και Ryan (2000) τονίζουν ότι όταν οι άνθρωποι έχουν αυτόνομα κίνητρα τότε κάνουν πράγματα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν με αποτέλεσμα να βιώνουν υψηλά επίπεδα ευεξίας και ψυχικής ολοκλήρωσης. Οι Gunnell et al. (2014) σε μια έρευνα που αφορούσε τη σωματική άσκηση διατυπώνουν την άποψη ότι οι ενδογενείς στόχοι φέρνουν πολλές φορές θετικά αποτελέσματα γιατί βασίζονται σε αυτόνομη παρακίνηση. Στα ευεργετικά αποτελέσματα των αυτόνομων κινήτρων συγκαταλέγονται η ισχυρή δέσμευση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι όταν εμπλέκονται σε μια δραστηριότητα, η καλύτερη επίδοση που παρουσιάζουν σε αυτήν καθώς και τα ευχάριστα συναισθήματα που βιώνουν (Deci & Ryan, 2000). Η ενδογενής παρακίνηση, λοιπόν, με την έννοια της αυτόνομης συμπεριφοράς συνδέεται άμεσα με την ψυχική ευεξία.
Η ενδογενώς υποκινούμενη συμπεριφορά συνδέεται συνήθως με ενδογενείς στόχους (Gillison et al., 2006) παρότι δεν είναι αδύνατο να αφορά και εξωγενείς στόχους (Sheldon et al., 2004). Οι Sebire et al. (2011) συμφωνούν καθώς τονίζουν ότι όσο πιο αυτόνομη είναι η συμπεριφορά τόσο πιο ενδογενείς είναι οι στόχοι και το αντίστροφο. Οι Deci και Ryan (2000) αλλά και ο Vansteenkiste και οι συνεργάτες του (2010) επισημαίνουν κι αυτοί με τη σειρά τους ότι η αυτόνομη παρακίνηση μπορεί να σχετίζεται τόσο με ενδογενείς όσο και με εξωγενείς στόχους. Συνεπώς, τα ενδογενή κίνητρα μπορούν να συνυπάρχουν και με τα δύο είδη στόχων.
Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενδογενών κινήτρων και κάποιοι άλλοι που την υπονομεύουν. Καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία ενδογενών κινήτρων παίζει η εκπλήρωση των ΒΨΑ (Haerens, n.d.) καθώς όταν οι άνθρωποι νιώθουν αυτόνομοι, ικανοί και έχουν ικανοποιητικές σχέσεις τότε θα έχουν την αυτοπεποίθηση να λειτουργούν αυτόνομα κάνοντας πράγματα που τους ενδιαφέρουν και τους ευχαριστούν.
Τα εκάστοτε πλαίσια παίζουν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο ενθαρρύνοντας ή αποτρέποντας την αυτόνομη παρακίνηση και επηρεάζοντας έτσι την επίτευξη της ευεξίας (Ryan & Deci, 2017). Περιβάλλοντα που ασκούν στους ανθρώπους έντονη πίεση τους αποτρέπουν από την ανάπτυξη κινήτρων αυτονομίας ενώ πλαίσια που δίνουν περιθώρια ελευθερίας και λήψης πρωτοβουλίας στους ανθρώπους συμβάλλουν στην καλλιέργεια αυτόνομης παρακίνησης (Sheldon & Krieger, 2007) και αναδεικνύουν τα οφέλη των ενδογενών στόχων (Vansteenkiste et al., 2005· Wang et al., 2013). Για παράδειγμα, σε εκπαιδευτικά πλαίσια η συνύπαρξη ενδογενών κινήτρων και στόχων φέρνει καλύτερα ακαδημαϊκά αποτελέσματα και ενδελεχή επεξεργασία μαθησιακού υλικού (Vansteenkiste et al., 2004b).
Ο παράγοντας του χρόνου φαίνεται επίσης να παίζει κάποιο ρόλο με την έννοια ότι με την πάροδο του χρόνου μπορεί οι άνθρωποι να αναπτύξουν ενδογενή κίνητρα ή να εσωτερικεύσουν εξωγενή κίνητρα για μια δραστηριότητα για την οποία είχαν αρχικά εξωτερικά κίνητρα όπως φαίνεται από μια έρευνα που αφορούσε τη σωματική άσκηση (Maltby & Day, 2001). Σ’ αυτήν φάνηκε ότι οι άνθρωποι που ασκούνταν για 6 μήνες ή περισσότερο βίωναν μεγαλύτερα επίπεδα ευημερίας χάρη σε ενδογενή κίνητρα σε αντίθεση με αυτούς που ασκούνταν για μικρότερο διάστημα (Maltby & Day, 2001).
Υπάρχουν και κάποιες τεχνικές που έχουν δοκιμαστεί στον χώρο της εκπαίδευσης οι οποίες συνεισφέρουν στην καλλιέργεια ενδογενών κινήτρων. Τέτοιες είναι η παροχή της δυνατότητας στον άνθρωπο να επιλέξει ανάμεσα σε κάποιες δραστηριότητες καθώς και η παροχή μιας λογικής εξήγησης σχετικά με το νόημα και την αξία που έχει η εμπλοκή σε μια δραστηριότητα (Patall & Zambrano, 2019).
Τέλος, τα διάφορα στοιχεία της προσωπικότητας του κάθε ατόμου όπως ο νευρωτισμός και η ευσυνειδησία φαίνεται να ασκούν επίδραση στο αν η παρακίνηση θα είναι ελεγχόμενη ή αυτόνομη (Ingledew & Markland, 2008). Από την άλλη μεριά, αυτό που υπονομεύει την ενδογενή παρακίνηση είναι οι αμοιβές (Ryan & Deci, 2017) διότι ο άνθρωπος παύει να εκδηλώνει μια συμπεριφορά απλά και μόνο γιατί τον ευχαριστεί και αρχίζει σταδιακά να περιμένει την ανταμοιβή.
