«Οικονομική κρίση και πολιτικές διαχείρισης της αναπηρίας στην Ελλάδα» – Διπλωματική Εργασία της Ακαλέστου Λαμπρινής – Θεοδώρας, ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, «ΑΝΑΛΥΣΗ & ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ» ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – Μέρος 15ο

Ιούν 4, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεράσματα:

Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι θεωρητικές και εμπειρικές έρευνες πάνω στον τομέα της αναπηρίας έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον αρκετών μελετητών από το πεδίο των ανθρωπιστικών, των κοινωνικών και των πολιτικών επιστημών (Shildrick, 2013).
Όπως αναφέρθηκε και κατά την εισαγωγή, η αναπηρία φαίνεται πως συνιστά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασης, καθώς όλο και πιο πολλοί άνθρωποι αναμένεται να έρθουν αντιμέτωποι με αυτή τη συνθήκη κάποια στιγμή στη ζωή τους, όταν βιώσουν διάφορα περιβαλλοντικά εμπόδια ή αλλάξουν ορισμένα από τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Μολονότι, η ερμηνεία της αναπηρίας στην προϊστορική περίοδο και στην αρχαιότητα είναι δύσκολη, γίνεται κατανοητό, ότι άτομα με αναπηρίες αποτελούσαν μέρος της κοινωνικής τάξης, πριν ακόμα από την πλήρη εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών. Διαχρονικά, ωστόσο, η διάσταση της αναπηρίας αντιμετωπίστηκε ποικιλοτρόπως από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, πάντοτε σε συνάρτηση με το πολιτισμικό – ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής (Braddock & Parish, 2019).
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, επικράτησε το ηθικό / ή και θρησκευτικό μοντέλο της αναπηρίας, με βάση το οποίο συνήθως αποδίδονταν μεταφυσικές ιδιότητες στη διάσταση της αναπηρίας (η αναπηρία ως ένδειξη της «ευλογίας» ή της «οργής» του θεού) (Retief & Letšosa, 2018). Με την έλευση της Αναγεννησιακής περιόδου και του Διαφωτισμού, όπου επήλθε διανοητική επανάσταση και πρόοδος των επιστημών, οι άνθρωποι άρχισαν να ελπίζουν στην «αποκατάσταση» των αναπήρων και έτσι αναδύθηκε το βιοϊατρικό μοντέλο της αναπηρίας. Στα χρόνια της επικράτησης του ιατρικοκεντρικού μοντέλου, τα άτομα με αναπηρίες βίωσαν σκληρή κοινωνική περιθωριοποίηση και εγκλωβίστηκαν στους κλειστούς χώρους των ιδρυμάτων, με τους ευγονιστές να διαδίδουν ένα κλίμα «κινδύνου» γύρω από την αναπηρία (Braddock & Parish, 2019).
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ο διαχωρισμός των ατόμων με αναπηρίες διευκόλυνε την ανάπτυξη ενδυναμωμένων ομαδικών ταυτοτήτων, γεγονός, που οδήγησε στην ανάδυση ενός είδους πολιτικού ακτιβισμού. Με αφετηρία τη δεκαετία του 1950, φίλοι και γονείς ατόμων με αναπηρίες άρχισαν να οργανώνονται με στόχο να διεκδικήσουν περισσότερες και πιο ποιοτικές υπηρεσίες για τους δικούς τους ανθρώπους σε πολλά μέρη του κόσμου (Braddock & Parish, 2019).
Εμπνευσμένο από την έντονη ακτιβιστική δράση των ατόμων με αναπηρίες στη Μ. Βρετανία τη δεκαετία του 1960 και του 1970, το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας αναπτύχθηκε ως απάντηση στους περιορισμούς, που έθετε το ιατρικό μοντέλο. Σύμφωνα με αυτό, ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας είναι αυτός που απενεργοποιεί την κοινωνική συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες και όχι αυτή καθαυτή η σωματική «βλάβη» (Retief & Letšosa, 2018).
Ενώ το κοινωνικό μοντέλο βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν τους κοινωνικούς συντελεστές της αναπηρίας, το μοντέλο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμπνευσμένο από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (2006), ήρθε για να προσφέρει ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο για την πρακτική κατοχύρωση των νομικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων των αναπήρων (Degener, 2016).
Στις μέρες μας, το κοινωνικό μοντέλο και το μοντέλο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι αυτά, που υιοθετούν τα περισσότερα Ευρωπαϊκά κράτη και με βάση αυτά, επιχειρείται η ανοικοδόμηση της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.
Από το 1990 έως σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε ποικίλες δράσεις σχετικά με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες, πάντοτε στηριζόμενη στις αρχές της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ, την οποία και υιοθέτησε επίσημα το 2010. Μάλιστα, το παρόν διάστημα, η ΕΕ εργάζεται πάνω στην κατασκευή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αναπηρία 2020-2030, η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει μία σειρά από φιλόδοξους στόχους σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης και την επίτευξη των «Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης 2030» των Ηνωμένων Εθνών (European Disability Forum, 2017 • Lecerf, 2017).
Ενώ το 2010, η Ελλάδα βρίσκονταν μπροστά στην πρωτοποριακή επικύρωση της Σύμβασης, η χρηματοπιστωτική κρίση ήρθε για να αλλάξει τις πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες της χώρας. Σε μία περίοδο οικονομικής  αβεβαιότητας  και πολιτικής αστάθειας, οι κρατικές μεταρρυθμίσεις επηρέασαν σχεδόν αναπόφευκτα τη ζωή των ατόμων με αναπηρίες και των οικογενειών τους (Rotarou & Sakellariou, 2019 • Katsikas, Sotiropoulos & Zafiropoulou, 2018).
Τα αποτελέσματα της παρούσας ποιοτικής έρευνας, η οποία στηρίζεται στη λήψη 8 (οκτώ) ημι-δομημένων συνεντεύξεων από πολιτικούς εκπροσώπους, συντελεστές και εργαζόμενους στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία δείχνουν, ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, τα ζητήματα της αναπηρίας αποτέλεσαν ενεργό μέρος της εθνικής πολιτικής ατζέντας και ότι επιτεύχθηκε ενός είδους
«ανοικοδόμηση» της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία.
Πιο συγκεκριμένα, σε ένα πρώτο επίπεδο, αρκετοί ήταν οι συμμετέχοντες που πραγματοποίησαν έμμεσες αναφορές στις πιέσεις, που άσκησαν οι Θεσμοί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, έτσι ώστε να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες στον τομέα της υγείας. Παρ’ όλα αυτά, μόνο ο εκπρόσωπος του Αναπηρικού Κινήματος αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο Νόμο 4025/2011, ο οποίος οδήγησε σε συγχώνευση των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας και σε ένταξη των Κέντρων Αποθεραπείας Φυσικής και Κοινωνικής Αποκατάστασης και ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ). Σύμφωνα με τον συμμετέχοντα, μία από τις πιο σημαντικές επιπτώσεις αυτής της μεταρρύθμισης ήταν η «απογύμνωση» του τομέα της Πρόνοιας στη χώρα μας, καθώς και η παρεμπόδιση της πρόσβασης πολλών ωφελούμενων με αναπηρίες, που διαμένουν σε νησιωτικές και σε δυσπρόσιτες περιοχές στην υγεία. Μία ακόμη έμμεση αναφορά στον τομέα της υγείας, πραγματοποίησε και ο εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντονιστικού Μηχανισμού για την Αναπηρία, τονίζοντας, ότι στη χώρα μας εντοπίζεται συγκεκριμένη νομοθεσία, η οποία διασφαλίζει την ελεύθερη πρόσβαση των ευάλωτων ομάδων και των ανασφάλιστων πολιτών στην υγεία (Ν. 4368/2016), γεγονός, που δεν θεωρείται δεδομένο για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες.
Ευρεία αναφορά σχετικά με το πολιτικό εγχείρημα της αποϊδρυματοποίησης πραγματοποίησαν τρείς από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες, εξηγώντας πόσο σημαντική είναι η παροχή δυνατοτήτων στα άτομα με αναπηρίες, έτσι ώστε να μπορούν να ζουν ανεξάρτητα στην κοινότητα και όχι στο εσωτερικό των δομών κλειστής και μακροχρόνιας φροντίδας. Μάλιστα και οι τρεις συνεντευξιαζόμενοι αναφέρθηκαν στην
Κοινή Υπουργική Απόφαση, που δημοσιεύτηκε στις 15/12/2017, η οποία προέβλεπε τη μεταστέγαση και τη διαβίωση ορισμένων ατόμων με αναπηρίες, που φιλοξενούνται στο παράρτημα ΑμεΑ του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και στα παραρτήματα ΑμεΑ του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής, σε ασφαλείς και υποστηρικτικές δομές, καθώς και σε δομές οικογενειακού τύπου. Ωστόσο και οι τρεις εκπρόσωποι αναγνώρισαν, ότι το εν λόγω πρόγραμμα αποϊδρυματοποίησης αποτέλεσε μία σημαντική πολιτική πρωτοβουλία, που όμως δεν έχει καταφέρει να ολοκληρωθεί μέχρι και σήμερα.
Στην ίδρυση των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α) (Ν.3863/2010) αναφέρθηκαν συνολικά τρείς συμμετέχοντες. Πρόκειται για έναν νεοσύστατο ενιαίο φορέα υγειονομικής κρίσης, που πιστοποιεί το ποσοστό αναπηρίας των ασφαλισμένων αλλά και των ανασφάλιστων πολιτών, καθώς και όλες τις οικονομικές παροχές ή διευκολύνσεις, για τις οποίες απαιτείται γνωμάτευση αναπηρίας. Μολονότι η πλειοψηφία των εκπροσώπων αναγνώρισε, ότι ο μηχανισμός πιστοποίησης της αναπηρίας στη χώρα μας παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ιατρικο-κεντρικός» και ότι μέσω των νέων κριτηρίων αξιολόγησης πολλοί ωφελούμενοι έχασαν τις οικονομικές παροχές που λάμβαναν προηγουμένως, δεν παρέλειψαν να αναφερθούν και στα οφέλη της
«συγκεκριμενοποίησης» και της «εξυγίανσης», που προέκυψαν μέσα από τη σύσταση των ΚΕ.Π.Α.
Παράλληλα, οι συνεντευξιαζόμενοι εστίασαν σχεδόν αναπόφευκτα το ενδιαφέρον τους και στον τομέα των κοινωνικών μεταβιβάσεων (επιδόματα, προνοιακές παροχές), που λαμβάνουν τα άτομα με αναπηρίες στη χώρα μας. Εναργέστερα, συνολικά τέσσερις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στη συστηματική προσπάθεια της Ελληνικής κυβέρνησης να αποκρούσει τα επιχειρήματα της «Τρόικα» σχετικά με την ανάγκη περικοπής των επιδομάτων των αναπήρων στα χρόνια της ύφεσης. Πράγματι, η ανασκόπηση των νομοθετημάτων, που προωθήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια των ετών 2015 – 2018 [(Ν. 3896/2010, Ν. 4331/2015, Ν. 4411/2016, Ν. 4512/2018, Ν. 4512/2018, Ν. 4554/2018 (για περισσότερες πληροφορίες βλ. Παράρτημα – Ενότητα Νομοθετικών Παρεμβάσεων για την Αναπηρία 2010 – 2019)], υποδεικνύει, ότι οι κοινωνικές μεταβιβάσεις προς τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα κατάφεραν να προστατευτούν σε μεγάλο βαθμό από τις περικοπές που επιβλήθηκαν σε άλλους τομείς της κοινωνικής προστασίας. Ωστόσο, τρεις από τους συμμετέχοντες έσπευσαν να τονίσουν, ότι τα επιδόματα θα πρέπει να παρέχονται προς τους αναπήρους πολίτες, με στόχο να καλύψουν το επιπρόσθετο κόστος που απορρέει από την αναπηρία τους και ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να παρέχονται ως «αντιστάθμισμα» της μη κοινωνικής τους ένταξης. Την ίδια στιγμή, δύο συμμετέχοντες επεσήμαναν, ότι μέσα από την εφαρμογή αμιγώς επιδοματικών πολιτικών ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος του εφησυχασμού και της «παθητικοποίησης» των ωφελούμενων, καθώς και το ενδεχόμενο της οικονομικής τους εκμετάλλευσης από τα οικεία τους πρόσωπα.
Όσον αφορά τις ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης, τέσσερις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στο Νόμο 4440/2016, ο οποίος παρείχε τη δυνατότητα στα άτομα με αναπηρίες και στις οικογένειές τους να εργαστούν στο Δημόσιο σύστημα μέσα από τη χρήση του συστήματος των ποσοστώσεων της τάξης του 10% και του 5% από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π). Η κατάκτηση της προσβασιμότητας στον εργασιακό χώρο και η διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας, που προωθήθηκε μέσα από το Ν. 4488/2017, αποτέλεσε μία εξίσου σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία, σύμφωνα με τους τέσσερις από τους συνολικά οκτώ εκπροσώπους. Συμπληρωματικά, ο πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Υπουργού πραγματοποίησε εκτενή αναφορά στην προώθηση του Ν. 4331/2015, ο οποίος επιτρέπει στα άτομα με αναπηρίες να εργάζονται, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα της λήψης των προνοιακών παροχών που τους αποδίδονται από το κράτος. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον συνεντευξιαζόμενο, κάνει τους ανθρώπους με αναπηρίες να επιζητούν την εργασιακή τους αποκατάσταση και δεν λειτουργεί ως «αντικίνητρο» για την εύρεση εργασίας.
Η δυνατότητα πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αποτέλεσε μία διάσταση, που επίσης σχολιάστηκε εκτενώς από τους συμμετέχοντες της έρευνας. Μολονότι, κατά τη διάρκεια των ετών 2013 – 2018, σύμφωνα με το αρχείο που μας παρείχε η Διεύθυνση Νομοθετικού Έργου του Ελληνικού Κοινοβουλίου (για περισσότερες πληροφορίες βλ. Παράρτημα – Ενότητα Νομοθετικών Παρεμβάσεων για την Αναπηρία 2010 – 2019) γίνεται κατανοητό, ότι προωθήθηκαν αρκετά νομοθετήματα, που ευνοούσαν την εισαγωγή των μαθητών και τις μετεγγραφές των φοιτητών με αναπηρίες στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση (Ν. 4115/2013, Ν. 4547/2018 & Ν. 4264/2014, Ν. 4316/2014, Ν. 4332/2015), οι συμμετέχοντες εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην ενίσχυση των παρεχόμενων υπηρεσιών Ειδικής Αγωγής στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Ν. 4547/2018), καθώς και στο Νόμο 4488/2017, σύμφωνα με τον οποίο, τα κτίρια των δημοσίων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να συμμορφωθούν με τα νέα πρότυπα προσβασιμότητας για το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των μαθητών με αναπηρίες στη σχολική κοινότητα.
Η κατάκτηση της διάστασης της «προσβασιμότητας» θεωρήθηκε από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της πλήρους και ουσιαστικής συμμετοχής των αναπήρων πολιτών στην κοινωνία. Σύμφωνα με τον πολιτικό εκπρόσωπο με την ιδιότητα του Υπουργού και τον εκπρόσωπο από το πεδίο του Συντονιστικού Μηχανισμού για την Αναπηρία, η νομική κατοχύρωση του «Νέου Οικοδομικού Κανονισμού» (Ν. 4067/2012) αποτέλεσε μία πρωτοπόρο πολιτική πρωτοβουλία, που όμως λόγω των οικονομικών δυσκολιών, που αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια η χώρα μας, δεν έχει καταφέρει να εφαρμοστεί πλήρως μέχρι και σήμερα. Ο συγκεκριμένος νόμος υποχρεώνει όλα τα νέα κτίρια να διασφαλίζουν από εδώ και στο εξής την οριζόντια και κατακόρυφη, αυτόνομη και ασφαλή προσπέλαση από άτομα με αναπηρία ή εμποδιζόμενα άτομα. Σε αντίστοιχες παρεμβάσεις θα πρέπει να προβούν και τα κτίρια, στα οποία στεγάζονται Δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και τα νεόδμητα σπίτια και οι κοινόχρηστοι χώροι των οικισμών (πεζοδρόμια, άλση), εφόσον αυτό είναι εφικτό.
Σύμφωνα με τους έξι από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες, η κύρωση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου από την Ελληνική Κυβέρνηση (Ν.4074/2012) αποτέλεσε την πιο σπουδαία, αλλά και την πιο πολλά υποσχόμενη νομοθετική πρωτοβουλία, που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. Ωστόσο, σύμφωνα με την πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων, ο Νόμος 4488/2017 ήταν εκείνος που ουσιαστικά κατάφερε να ενσωματώσει στο Ελληνικό Δίκαιο τη Σύμβαση του ΟΗΕ και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο. Πιο συγκεκριμένα, ο Νόμος 4488/2017 τάσσεται υπέρ  της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των ατόμων με αναπηρίες, υποστηρίζει την πλήρη πρόσβαση των ΑμεΑ στο φυσικό, δομημένο και ηλεκτρονικό περιβάλλον και την παροχή δυνατοτήτων επικοινωνίας σε προσβάσιμες μορφές (η ελληνική νοηματική γλώσσα αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως ισότιμη με την ελληνική γλώσσα), τονίζει ότι η διάσταση της αναπηρίας θα πρέπει να διατρέχει όλες τις δημόσιες πολιτικές και προωθεί την κοινωνική ευαισθητοποίηση πάνω σε θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων των ΑμεΑ. Παράλληλα, μέσω του συγκεκριμένου Νόμου ιδρύονται για πρώτη φορά μηχανισμοί συστηματικής παρακολούθησης της εφαρμογής της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες στη χώρα μας. Εναργέστερα, ιδρύεται ο «Συντονιστικός Μηχανισμός για την Αναπηρία», ο οποίος εντάσσεται στο Υπουργείο Επικρατείας και είναι επιφορτισμένος με το έργο του συντονισμού των Υπουργείων και των ιδιωτικών φορέων, που υιοθετούν πολιτικές για την αναπηρία, η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης ορίζεται ως αρμόδιος φορέας για την παρακολούθηση των νομικών όρων της Σύμβασης και τέλος, ο Συνήγορος του Πολίτη, συνεργαζόμενος με την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, αναλαμβάνουν τη σύνταξη ετήσιων αναλυτικών εκθέσεων, σχετικά με την εφαρμογή και την ύπαρξη τυχόν παραβάσεων των όρων της Σύμβασης στη χώρα μας.
Όσον αφορά τον προσανατολισμό των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναπηρία, όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν, ότι η Ευρώπη τάσσεται υπέρ της πλήρους αξιοποίησης του δυναμικού και των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Παρ’ όλα αυτά, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων υποστήριξε, ότι δεν εντοπίζεται μία «ενιαία» κοινωνική πολιτική για την αναπηρία στο εσωτερικό της ΕΕ, γεγονός, που όπως επεσήμαναν, ενδεχομένως να οφείλεται στη μη επικράτηση ενός κοινού ορισμού για την αναπηρία μεταξύ των κρατών – μελών. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό, δύο συμμετέχοντες τόνισαν, ότι ούτε και σε επίπεδο ΕΕ (όπως και στην Ελλάδα) δεν έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής επίσημη στατιστική καταγραφή των αναπήρων πολιτών.
Αναφερόμενοι ρητά στην πολιτισμική – ιστορική συγκυρία της οικονομικής κρίσης, οι τέσσερις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι «η Ευρώπη κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου εξέφρασε την ανάγκη να προάγει όσο το δυνατόν καλύτερες πολιτικές με το μικρότερο δυνατό κόστος». Παράλληλα, δύο συμμετέχοντες τόνισαν, ότι με αφορμή το πανευρωπαϊκό οικονομικό πρόβλημα, παρατηρήθηκε άνοδος των ακροδεξιών αντιλήψεων στην Ευρώπη, οι οποίες προέβαλαν τα άτομα με αναπηρίες ως μία «παθητική» κοινωνική ομάδα, που δεν θα πρέπει να επωφελείται από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα των διαμορφωτών στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής συμφώνησε, ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης η Ελλάδα προέβη σε μεταρρυθμίσεις, που την έφεραν πιο κοντά στα Ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας. Ωστόσο, η πορεία για την πλήρη δικαιωματική κατοχύρωση των ατόμων με αναπηρίες, που έχει να διανύσει τόσο η χώρα μας όσο και η ίδια η Ευρώπη, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, φαίνεται πως είναι ακόμα μεγάλη.
Στο επίκεντρο της Ελληνικής κοινωνικής πολιτικής σκηνής θα πρέπει να βρεθούν από εδώ και στο εξής, σύμφωνα με τους συνεντευξιαζόμενους: η κοινωνική ευαισθητοποίηση γύρω από τη διάσταση της αναπηρίας, η αποϊδρυματοποίηση, η διασφάλιση της ισότιμης πολιτικής συμμετοχής των αναπήρων, η επίσημη στατιστική καταγραφή των ατόμων αυτών στη χώρα μας, καθώς και η τακτική παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης από τους εξουσιοδοτημένους φορείς της Ελληνικής πολιτείας.
Ολοκληρώνοντας, μολονότι, η παρούσα έρευνα ήταν η πρώτη που επιχείρησε να αποτυπώσει τις πολιτικές, που οι συντελεστές και οι εργαζόμενοι στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής θεώρησαν ως πιο καθοριστικές για την πληθυσμιακή ομάδα των αναπήρων, οφείλουμε να αναφέρουμε ως βασικό περιορισμό της συγκεκριμένης μελέτης, την αδυναμία γενίκευσης των αποτελεσμάτων αυτής, λόγω της μη αντιπροσωπευτικής συμμετοχής συνεντευξιαζόμενων από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, που εκπροσώπησαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των ετών 2010 – 2019.
Μεταγενέστερες έρευνες, θα μπορούσαν να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στις φωνές των πραγματικών αποδεκτών της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης, δηλαδή στα άτομα με αναπηρίες και στις οικογένειές τους.

Μετάβαση στο περιεχόμενο