Γ. Αποτελέσματα:
3.1. Κομβικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις για την αναπηρία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης:
Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο της εργασίας, παρουσιάζονται οι απαντήσεις των συντελεστών και των εργαζομένων στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία στην Ελλάδα, έτσι όπως αυτές προέκυψαν μέσα από τις ατομικές συνεντεύξεις τους. Ποιες πολιτικές μεταρρυθμίσεις θεωρήθηκαν ως πιο «καθοριστικές» για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα; Πως αξιολογούνται οι μεταρρυθμίσεις αυτές, στο σύνολό τους; Κατάφεραν να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας στη χώρα μας; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη; Αυτά είναι ορισμένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα, που θα αποπειραθούμε να εξετάσουμε στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας.
Η επικύρωση της Σύμβασης του ΟΗΕ:
Από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες στην έρευνα, έξι ήταν εκείνοι, οι οποίοι χαρακτήρισαν την κύρωση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου από την Ελληνική Κυβέρνηση (Ν.4074/2012) ως μία σπουδαία και πολλά υποσχόμενη νομοθετική πρωτοβουλία.
Ο τομέας της Πρόνοιας:
Ένας συμμετέχοντας, έκανε λόγο για ουσιαστική «απογύμνωση» της πρόνοιας, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Όπως υποστήριξε, οι παρεμβάσεις των Ευρωπαίων Εταίρων προϋπέθεταν συγχωνεύσεις υποδομών, περιορισμό των δημοσίων δαπανών και μείωση του εργαζόμενου προσωπικού. Μάλιστα, μία από τις πιο χαρακτηριστικές προσπάθειες συγχώνευσης, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο από το πεδίο του Αναπηρικού Κινήματος, ήταν ο Νόμος 4025/2011 (άρθρο 11), μέσω του οποίου όλες οι υπηρεσίες των Κέντρων Εκπαίδευσης, Κοινωνικής Υποστήριξης και Κατάρτισης Ατόμων με Αναπηρία (ΚΕΚΥΚΑμεΑ), που συνιστούσαν Πρωτοβάθμιες Μονάδες Δημόσιας Κοινωνικής Φροντίδας, υπήχθησαν στα Γενικά Νοσοκομεία του κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, οι υποδομές και το προσωπικό αυτών των Κέντρων φαίνεται πως υποβαθμίστηκαν στο πέρασμα του χρόνου, με αποτέλεσμα οι δομές αυτές σήμερα να υπολειτουργούν και να μην εξυπηρετούν τους αρχικούς σκοπούς της σύστασής τους.
Επιπλέον και όσον αφορά τον τομέα της Πρόνοιας, τρεις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στην πρωτοβουλία της Ελληνικής κυβέρνησης να προάγει δύο προγράμματα αποϊδρυματοποίησης, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, μέσω Κοινής Υπουργικής Απόφασης στις 15/12/2017 (Αριθμός Φύλλου: 4590/2017), εγκρίθηκε προϋπολογισμός 15 εκατομμυρίων ευρώ, με σκοπό την μεταστέγαση και τη διαβίωση ορισμένων ατόμων με αναπηρίες, που φιλοξενούνται στο παράρτημα ΑμεΑ του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και στα παραρτήματα ΑμεΑ του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής, σε ασφαλείς και υποστηρικτικές δομές, σε δομές οικογενειακού τύπου, καθώς και για την επιστροφή τους στην οικογενειακή εστία με την παροχή παράλληλης στήριξης από το εν λόγω πρόγραμμα. Ωστόσο, όπως τόνισαν οι συμμετέχοντες, μέχρι σήμερα, οι πρωτοβουλίες αυτές δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμα στην πράξη. Μάλιστα, μία συμμετέχουσα, ανέφερε σχετικά:
«Το ζήτημα της αποϊδρυματοποίησης δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα τις πολιτικές διαστάσεις που θα έπρεπε […] Οι άνθρωποι μέσα στα ιδρύματα παραμένουν «παθητικοποιημένοι», ανίκανοι για εργασία και εξαρτώμενοι από το πότε το προσωπικό θα τους πάει το φαγητό και από το πότε θα τους πει να κάνουν μπάνιο.
Η κατάσταση αυτή, υποβαθμίζει την κοινωνία με όλους τους δυνατούς τρόπους» (Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Ένας άλλος συμμετέχοντας συμπλήρωσε, χαρακτηριστικά:
«Η ιδρυματική ζωή βρίσκεται στον πυρήνα των διεκδικήσεων των αναπηρικών κινημάτων διεθνώς […] Η αποασυλοποίηση είναι ένα πολύ βασικό εγχείρημα, αλλά δυστυχώς, αυτοί που την χρειάζονται περισσότερο, δεν μπορούν να αυτό-συνηγορήσουν.
Οπότε αυτό, οφείλει να το κάνει η μη ανάπηρη κοινωνία»
(Πολιτικός ακτιβιστής με αναπηρία)
Η επιδοματική πολιτική:
Τέσσερις συμμετέχοντες ανέφεραν, ότι τα χρόνια της «επιτήρησης» και της οικονομικής κρίσης, οι Θεσμοί (δηλαδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)) επέμεναν, έτσι ώστε τα επιδόματα των αναπήρων πολιτών να περιοριστούν δραστικά, ιδιαίτερα για όσους παράλληλα εργάζονταν. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες πολιτικοί, που ενεπλάκησαν στις σχετικές διαπραγματεύσεις, κατάφεραν να αντικρούσουν αυτές τις προτάσεις, υποστηρίζοντας, ότι σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε η καθημερινότητα των ατόμων με αναπηρίες και των οικογενειών τους θα επιδεινώνονταν δραματικά. Όπως επεσήμανε ο πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Υπουργού, οι Έλληνες πολιτικοί προσπάθησαν να δώσουν στους θεσμούς να καταλάβουν, ότι η χώρα βίωνε πάνω από όλα μία ανθρωπιστική κρίση, εκτός από οικονομική. Μάλιστα, δύο συνεντευξιαζόμενοι ισχυρίστηκαν, ότι οι πιέσεις της Τρόικα για την περικοπή των αναπηρικών επιδομάτων ήταν τόσο ισχυρές, οπού κάποια στιγμή αναγκάστηκαν να παρέμβουν στην υπόθεση ακόμη και Διεθνείς Οργανισμοί και να κάνουν λόγο για παραβίαση της «Συνθήκης της Ευρώπης»:
«Μολονότι, η οικονομική κρίση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία φάση αποδόμησης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των αναπήρων, έγιναν προσπάθειες, έτσι ώστε αυτά να προστατευτούν και όπου ήταν δυνατό να διευρυνθούν»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντ/κου Μηχανισμού για την Αναπηρία)
Η εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας δεν δίστασε να εκφράσει μία συμπληρωματική άποψη, τονίζοντας τις προσπάθειες, που κατέβαλε η Τρόικα, προκειμένου να αλλάξει το υφιστάμενο σύστημα παροχής των αναπηρικών επιδομάτων στην Ελλάδα:
«Η Τρόικα συζήτησε πάρα πολύ μαζί μας, για το αν τα επιδόματα θα πρέπει να δίνονται με κριτήριο τη λειτουργικότητα ή την αδυναμία. Ποια θα πρέπει να είναι, δηλαδή, η αφετηρία.
Ποιο μοντέλο έπρεπε να ακολουθήσουμε; Της Αυστρίας; Της Βρετανίας; Ή ένα νέο συνεκτικό μοντέλο, που θα τα περιείχε όλα αυτά;
Η τοποθέτηση από την πλευρά της κυβέρνησης ήταν να συμπεριληφθεί στις αποφάσεις και η άποψη του Αναπηρικού Κινήματος» (Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Την ίδια στιγμή, τρεις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες χαρακτήρισαν την επιδοματική πολιτική ως έναν παράγοντα που δημιουργεί «διαστρεβλωμένη» εικόνα για την αναπηρία στη χώρα μας, καθιστώντας συχνά τα άτομα με αναπηρίες «παθητικοποιημένα» και ευάλωτα στην οικονομική εκμετάλλευση από τα οικεία τους πρόσωπα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο από το πεδίο του Συντονιστικού Μηχανισμού για την Αναπηρία, τα αναπηρικά επιδόματα και οι οικονομικές παροχές προς τους ανάπηρους πολίτες, γίνονται πολλές φορές αντιληπτά από την πολιτεία ως «αντιστάθμισμα» της μη ένταξής τους στην κοινωνία:
«Τα επιδόματα δεν θα πρέπει να λειτουργούν αντιπαραθετικά με την κοινωνική ένταξη. Τα επιδόματα προς τους αναπήρους δίνονται για να καλύπτουν τις επιπρόσθετες ανάγκες, που προκύπτουν από την αναπηρία τους, όχι ως αντιστάθμισμα της μη ένταξής τους στην κοινωνία» (Εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντ/κου Μηχανισμού για την Αναπηρία)
Τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α):
Τρεις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στην ίδρυση των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (Ν.3863/2010) ως ένδειξη εκσυγχρονισμού του Ελληνικού δημοσίου συστήματος. Τα ΚΕ.Π.Α αποτελούν έναν ενιαίο φορέα υγειονομικής κρίσης, που πιστοποιεί το ποσοστό αναπηρίας των ασφαλισμένων αλλά και των ανασφάλιστων πολιτών, καθώς και όλες τις οικονομικές παροχές ή διευκολύνσεις, για τις οποίες απαιτείται γνωμάτευση αναπηρίας. Οι συνεντευξιαζόμενοι αναγνώρισαν, ότι παρ’ όλο, που ο τρόπος με τον οποίο πιστοποιείται η αναπηρία στην Ελλάδα παραμένει «ιατρικο- κεντρικός», η ίδρυση ενός τέτοιου φορέα, συνέβαλλε στην συγκεκριμενοποίηση και στην ενίσχυση της διαφάνειας των διαδικασιών πιστοποίησης της αναπηρίας στη χώρα μας. Εναργέστερα, δύο συμμετέχοντες ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα:
«Ο νόμος που αφορά τις αλλαγές στην πιστοποίηση της αναπηρίας έχει και θετικά και αρνητικά. Η διαδικασία άρχισε να γίνεται με έναν πολύ πιο συγκεκριμένο τρόπο. Το ζήτημα είναι ποιος εκπαιδεύει αυτούς που πιστοποιούν… Φαίνεται, ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κοινωνία τους αναπήρους συνεχίζει να είναι ιατρικο-κεντρικός»
(Πολιτικός ακτιβιστής με αναπηρία)
«Αν και εντοπίζονται ακόμα παθογένειες και διακρίσεις ανάμεσα στους δικαιούχους των επιδομάτων, πρόσφατα ήρθε στο φως η περίπτωση μίας οικογένειας, που λάμβανε παράνομα το επίδομα του παιδιού της, ενώ είχε να το επισκεφτεί δύο χρόνια στο ίδρυμα […] Αξιοπρέπεια σημαίνει παίρνω το επίδομα που αναλογεί στην περίπτωσή μου και όχι το διπλάσιο, επειδή θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο ή καημένο»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Ο τομέας της Εκπαίδευσης:
Δύο συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στην ενίσχυση των παρεχόμενων υπηρεσιών Ειδικής Αγωγής κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας με βάση το Νόμο 4547/2018, ο οποίος προβλέπει ποιες διαδικασίες εκτίμησης και υποστήριξης θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα, προκειμένου ένας μαθητής με αναπηρία να φοιτήσει σε ένα γενικό σχολείο ή σε ένα ειδικό σχολείο.
Παράλληλα, δύο συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στον Νόμο 4488/2017, σύμφωνα με τον οποίο, τα κτίρια των δημοσίων σχολείων θα πρέπει να συμμορφωθούν με τα νέα πρότυπα προσβασιμότητας για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των μαθητών με αναπηρίες στη σχολική κοινότητα.
Ωστόσο, ένας συμμετέχοντας εξέφρασε την ακόλουθη άποψη:
«Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης δεν εμφανίστηκαν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, που να αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό, τις διακρίσεις και τις ανισότητες σε βάρος των μαθητών με αναπηρίες»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο του Αναπηρικού Κινήματος)
Τέλος, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ισχυρίστηκε, ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση μίας πιο συμπεριληπτικής Ελληνικής κοινωνίας στο μέλλον.
Ο τομέας της Εργασίας:
Τέσσερις από τους συνολικά οκτώ συνεντευξιαζόμενους αναφέρθηκαν στη θέσπιση του Νόμου 4440/2016 (άρθρο 25) ως μία προσπάθεια του κράτους να παρέχει ίσες ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης στα άτομα με αναπηρίες και στις οικογένειες τους στον Δημόσιο τομέα. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, σε κάθε προκήρυξη που εκδίδει το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π) από εδώ και στο εξής, υποχρεούται να παρέχει ποσοστώσεις της τάξης του 10% και 5% για θέσεις εργασίας, όπου θα μπορούν να καλύπτονται από τα άτομα με αναπηρίες και τις οικογένειές τους.
Επιπρόσθετα, τέσσερις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στον Νόμο 4488/2017 (άρθρα 61, 63, 64) και τόνισαν τις νέες προϋποθέσεις, που θέτει η κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, όσον αφορά την «προσβασιμότητα» στον εργασιακό χώρο. Αναλυτικότερα, ο συγκεκριμένος νόμος, δεν κάνει λόγο μόνο για την παροχή δυνατοτήτων στα άτομα με αναπηρίες, έτσι ώστε να μπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, αλλά και για την ανάγκη διασφάλισης ενός προσπελάσιμου, λειτουργικού και αξιοπρεπούς εργασιακού περιβάλλοντος.
Ο Πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Υπουργού πραγματοποίησε μία εστιασμένη αναφορά στον Νόμο 4331/2015 (άρθρο 13), ο οποίος επιτρέπει στα άτομα με αναπηρίες να διατηρούν τις προνοιακές παροχές που τους παρέχονται από το κράτος, ακόμη και αν παράλληλα εργάζονται. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον συνεντευξιαζόμενο, κάνει τους ανθρώπους με αναπηρίες να επιζητούν την εργασιακή τους αποκατάσταση και δεν λειτουργεί ως «αντικίνητρο» για την εύρεση απασχόλησης.
Η κατάκτηση της «προσβασιμότητας»:
Τέσσερις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες αναγνώρισαν τη νομοθετική πρωτοβουλία Ν.4488/2017 ως καθοριστικής σημασίας για την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Πράξης Προσβασιμότητας. Συγχρόνως και οι τέσσερις συνεντευξιαζόμενοι ισχυρίστηκαν, ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία ήταν εκείνη, που ουσιαστικά ενσωμάτωσε στο Ελληνικό Δίκαιο την Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο (Ν.4074/2012).
Ορισμένοι συμμετέχοντες δεν δίστασαν να πραγματοποιήσουν και πιο εστιασμένες αναφορές, κάνοντας λόγο για την καταβολή συστηματικής προσπάθειας στις μέρες μας, έτσι ώστε να καταστούν προσπελάσιμα τα οπτικο-ακουστικά μέσα και ο ψηφιακός κόσμος κυρίως για τα άτομα που αντιμετωπίζουν αισθητηριακού τύπου αναπηρίες (Ν.4488/2017
– άρθρο 67).
Όσον αφορά τον τομέα της φυσικής προσβασιμότητας, δύο συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στον Νόμο 4067/2012 (άρθρο 26) ως τη θέσπιση ενός νέου και πρωτοπόρου Οικοδομικού Κανονισμού (μάλιστα, ο ένας εκ των δύο συμμετεχόντων υποστήριξε ότι υπάρχουν προς διάθεση περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ μέσω ΕΣΠΑ, προκειμένου οι επιχειρηματίες να καταστήσουν προσπελάσιμα τα καταστήματά τους). Ωστόσο και οι δύο συνεντευξιαζόμενοι τόνισαν, ότι ο συγκεκριμένος κανονισμός δεν ενεργοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και ότι αυτό, είναι κάτι που αναμένεται να συμβεί μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια.
Το δικαίωμα της πολιτικής συμμετοχής:
Έξι από τους οκτώ συνολικά συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στο αναφαίρετο δικαίωμα των ανθρώπων με αναπηρίες να είναι πολιτικά ενεργοί, σύμφωνα με το Νόμο 4488/2017, όπου, μεταξύ άλλων, προβλέπει την άρση των εμποδίων, που δυσχεραίνουν την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Όλοι οι συμμετέχοντες υποστήριξαν, ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα σήμερα στην Ελλάδα παραβιάζεται, ειδικά για όσους πολίτες αντιμετωπίζουν ψυχικές και διανοητικές αναπηρίες, αλλά και για όσους αντιμετωπίζουν κινητικές αναπηρίες (καθώς δεν έχει υπάρξει ειδική μέριμνα έτσι ώστε τα περισσότερα εκλογικά κέντρα να καταστούν προσπελάσιμα). Επιπλέον, ορισμένοι συνεντευξιαζόμενοι τόνισαν, ότι η ψηφοφορία μέσω εκλογικού αντιπροσώπου δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει την ανωνυμία του ψηφοφόρου και ότι γι’ αυτόν τον λόγο, θα πρέπει να βρεθεί ένας εναλλακτικός μηχανισμός, που να προστατεύει την πολιτική ταυτότητα των ατόμων με αναπηρίες. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος από το πεδίο της πρόνοιας τόνισε:
«Η πολιτική συμμετοχή είναι δικαίωμα και παραβιάζεται. Ακόμη και ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες δεν το θεωρούν σημαντικό. Στην αλυσίδα της ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης, δεν υπάρχει μία επιβεβλημένη πρακτική, ακόμα και αν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη. Ποιος είναι αυτός ο συμπολίτης μας, ο καταπιεσμένος, ο χαντακωμένος, που εμείς αποφασίζουμε να μην συμμετάσχει στις λειτουργίες του κράτους; Ποιοι είμαστε εμείς;»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Η παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης:
Τρεις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στο Νόμο 4487/2017 (Άρθρα 68 – 72) ως μία στοχευμένη πολιτική προσπάθεια, έτσι ώστε να υπάρξει έλεγχος σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες στην Ελλάδα. Μέσω αυτού του νόμου, όπως ανέφερε ο πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Υπουργού, επιτεύχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
(1) Ιδρύθηκε ο «Συντονιστικός Μηχανισμός για την Αναπηρία», ο οποίος εντάσσεται στο Υπουργείο Επικρατείας και είναι επιφορτισμένος με το έργο του συντονισμού των Υπουργείων και των ιδιωτικών φορέων, που υιοθετούν πολιτικές για την αναπηρία.
(2) Η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης ορίστηκε ως αρμόδιος φορέας για την παρακολούθηση των νομικών όρων της Σύμβασης του ΟΗΕ.
(3) Ο Συνήγορος του Πολίτη, συνεργαζόμενος με την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, ανέλαβε την ετήσια σύνταξη αναλυτικής έκθεσης, σχετικά με την εφαρμογή και την ύπαρξη τυχών παραβιάσεων των όρων της Σύμβασης στη χώρα μας.
Η ανάγκη για επίσημη στατιστική καταγραφή:
Τέσσερις συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στο πρόβλημα της μέχρι σήμερα απουσίας επίσημης στατιστικής καταγραφής των ατόμων με αναπηρίες που ζουν στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως υποστήριξαν τρεις από αυτούς, μέσω του Νόμου 4488/2017 (άρθρο 68) συστάθηκε ειδική επιτροπή στην Ελληνική Στατιστική Αρχή, η οποία σε συνεργασία με το Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας της Ε.Σ.Α.μεΑ και άλλους ερευνητικούς οργανισμούς έχουν αναλάβει από εδώ και στο εξής την ετήσια διεξαγωγή στατιστικών στοιχείων για την αναπηρία σε εθνικό επίπεδο. Μάλιστα, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, η πρώτη επίσημη και πλήρης στατιστική καταγραφή των αναπήρων πολιτών στη χώρα μας αναμένεται να πραγματοποιηθεί εντός του έτους 2021. Ένας συμμετέχοντας, ανέφερε σχετικά με αυτό το ζήτημα:
«Στην Ελλάδα δεν είμαστε καν καταγεγραμμένοι. Για να ασκήσεις κοινωνική πολιτική για την αναπηρία, θα πρέπει να ξέρεις πρώτα σε πόσους ανθρώπους απευθύνεσαι.
Από ποια κοινωνική ομάδα προέρχονται οι περισσότεροι ανάπηροι; Σε τι οικογένειες ζουν; Τι μόρφωση έχουν;»
(Πολιτικός ακτιβιστής με αναπηρία)
Πολιτικές που είχαν ως αποτέλεσμα την «ανοικοδόμηση»:
Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν, ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, τα ζητήματα της αναπηρίας αποτέλεσαν ενεργό μέρος της εθνικής πολιτικής ατζέντας. Ωστόσο, όπως ομολόγησε η πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων, κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, δεν υπήρξε κάποια βαθιά, ειλικρινής και στοχο-κατευθυνόμενη μεταρρύθμιση στον τομέα της αναπηρίας. Αντ’ αυτού, υπήρξαν ενέργειες, όπως η επικύρωση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, η αξία των οποίων και αναμένεται να αναδειχθεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Συγχρόνως, προωθήθηκαν σημαντικά νομοθετήματα, που όμως ορισμένα εξ’ αυτών δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμα στην πράξη και που επομένως, βρισκόμαστε εν αναμονή των αποτελεσμάτων τους.
Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, οι πρακτικές αυτές καταδεικνύουν την προσπάθεια της Ελλάδας να έρθει πιο κοντά στα Ευρωπαϊκά και Διεθνή πρότυπα πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας,. Εν προκειμένω, ορισμένοι έκαναν λόγο για την επίτευξη ενός είδους «ανοικοδόμησης» των πολιτικών για την αναπηρία μέσα στην κρίση, παρά για «αναβάθμιση» ή «υποβάθμιση».
Το πρόβλημα των «δοτών» μεταρρυθμίσεων:
Πολλοί ήταν οι εκπρόσωποι, που μέσα από τα λεγόμενα τους, έδειξαν, ότι η Ελληνική κοινωνία δεν ήταν αρκετά ώριμη στα χρόνια της κρίσης, έτσι ώστε να δεχθεί τις συστάσεις των Ευρωπαίων Εταίρων και μεταξύ άλλων, να «εκσυγχρονιστεί» σε επίπεδο κοινωνικής προστασίας. Ωστόσο, μία συμμετέχουσα, κατάφερε να αποτυπώσει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, την αδυναμία της Ελληνικής κοινωνίας να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις των μεταρρυθμίσεων της Τρόικα λόγω βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων της γύρω από την αναπηρία:
«Υπήρχε η παραδοχή, ότι το σύστημα δεν λειτουργούσε καλά. Το συμμάζεμα ήταν απαραίτητο, ασχέτως αν έγινε με αφορμή τις υποχρεώσεις μας απέναντι στους Ευρωπαίους Εταίρους. […] Για παράδειγμα, υπήρχαν ομάδες εργαζομένων του πεδίου, που όταν μιλούσαμε για ένα οργανωμένο πρόγραμμα αποϊδρυματοποίησης, ενθουσιάζονταν, σαν να ετοιμαζόμασταν να κάνουμε κάτι «παγκόσμια πρώτο». Εγώ, με αυτές τις αντιδράσεις, περισσότερο λύπη αισθανόμουν, παρά χαρά […] Το αυτονόητο, το έχουμε ξεχάσει. Έχουμε απομακρυνθεί ή δεν προσεγγίσαμε ποτέ το αυτονόητο […] Μία οικογένεια που αποκτά ένα παιδί με ένα σύνδρομο, σοκάρεται και το δίνει στο κράτος για να το μεγαλώσει και λένε στο περιβάλλον τους, ότι το παιδί πέθανε. Αντί να υπάρχουν υπηρεσίες, που θα εξηγήσουν στους γονείς τι είναι το σύνδρομο και πώς αυτό το παιδί θα εξελιχθεί, τι υπηρεσίες θα υπάρχουν για να το υποδεχθούν, τι θα σημαίνει αυτό για την οικογένεια, τι θα σημαίνει για τη δουλειά τους. Αυτά τα αυτονόητα, δεν τα ήξερε κανείς ως αυτονόητα. Αυτό είναι πολύ δυσάρεστο και μας απομακρύνει πολύ από αυτό, που πραγματικά σημαίνει εφαρμογή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία […] Για παράδειγμα, αυτές οι υπηρεσίες, θα έπρεπε να υπάρχουν εξαρχής μέσα στα Νοσοκομεία και φυσικά δεν υπάρχουν. Οπότε, εξαρχής, στο παράδειγμα αυτό, δεν έχουμε κανέναν συντονισμό και καμία κάλυψη […] Πως μπορούν οι «διευρυμένες» οικογένειες, να δέχονται ότι τα εγγόνια τους, τα ανίψια τους, φεύγουν για ένα ίδρυμα και να κλείνουν το κεφάλαιο, σαν να μην ήταν ένας άνθρωπος με ίσα δικαιώματα για ζωή μέσα στην οικογένεια; […] Η έννοια της μεταρρύθμισης ήταν δοτή, ήταν επιταγές της Τρόικα. Δεν ήταν το αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών της Ελληνικής κοινωνίας. Αν οι μεταρρυθμίσεις δεν συμβαδίζουν με τις κοινωνικές αντιλήψεις των Ελλήνων, τότε είναι δύσκολο να εφαρμοστούν»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Το «άλλοθι» των μειωμένων πόρων:
Τρεις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες ισχυρίστηκαν, ότι τα μνημόνια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ένα πολύ καλό «άλλοθι», έτσι ώστε να μην έρθουν ποτέ τα ζητήματα της αναπηρίας στο προσκήνιο της Ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Σύμφωνα με τους ίδιους συμμετέχοντες, αυτά, από τα οποία μοιάζει να έχει περισσότερο ανάγκη η χώρα μας είναι η ύπαρξη ισχυρής πολιτικής βούλησης και η πρόθεση για ορθολογική αξιοποίηση των ήδη υπαρχόντων οικονομικών πόρων. Μάλιστα, κάποιοι συμμετέχοντες υποστήριξαν, ότι μολονότι τα δημοσιονομικά δεδομένα ήταν πολύ περιορισμένα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εν τέλει οι ελάχιστοι πόροι σε ορισμένες περιπτώσεις μπόρεσαν να έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, αρκετοί συνεντευξιαζόμενοι τόνισαν, ότι η οικονομική επένδυση στον τομέα της αναπηρίας θα πρέπει να ιδωθεί ως μία «αναπτυξιακή» κοινωνική επένδυση για το μέλλον:
«Όσο περισσότεροι άνθρωποι εντάσσονται σε μία κοινωνία εργασιακά, οικονομικά και πολιτικά, τόσο μεγαλύτερος πλούτος παράγεται […]
Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα κράτος λειτουργικότερο, με πιο ικανοποιημένους πολίτες και άρα αυτό, αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε οικονομική ανάπτυξη […]
Αν δεν έχεις κοινωνική συνοχή, είναι σχεδόν ανέφικτο να επιτύχεις ουσιαστική ανάπτυξη.
Μπορεί να ευημερούν οι αριθμοί σου, αλλά ο κόσμος θα είναι δυστυχισμένος»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντ/κου Μηχανισμού για την Αναπηρία)
Μάλιστα, ένας συμμετέχοντας συμπλήρωσε την ακόλουθη πρόταση, σχετικά με την ορθολογική αξιοποίηση των οικονομικών πόρων:
«Έχεις ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο και μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Εσύ επιλέγεις την κοινωνική πολιτική, που θα χρησιμοποιήσεις. Δεν σχετίζονται όλα μόνο με το κομμάτι της οικονομίας […] Πρέπει να αλλάξουν θέματα κουλτούρας, το κυρίαρχο «status quo» και το κυρίαρχο αφήγημα γύρω από την αναπηρία.
Εκεί χρειάζεται η συμπόρευση των πολιτικών εκπροσώπων, του αναπηρικού κινήματος, των ακτιβιστών και του Πανεπιστημίου» (Πολιτικός ακτιβιστής με αναπηρία)
Η ανάγκη για κοινωνική ευαισθητοποίηση – κινητοποίηση:
Πολλοί συμμετέχοντες επεσήμαναν την ανάγκη της κοινωνικής ευαισθητοποίησης πάνω στα ζητήματα της αναπηρίας, ενώ τόνισαν, ότι η άγνοια, το στίγμα και η προκατάληψη συνιστούν τα επικρατέστερα κοινωνικά χαρακτηριστικά γύρω από αυτή τη διάσταση. Συγκεκριμένα, ένας συμμετέχοντας υποστήριξε ότι:
«Δεν είναι αυτόματη και αυτονόητη η ωρίμανση της κοινωνικής πολιτικής πάνω στη διαχείριση του τομέα της αναπηρίας […] Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι στις μέρες μας, που αδυνατούν να διαχειριστούν την αναπηρία με όρους ισοτιμίας, ακόμη και σε επίπεδο προφορικού λόγου. Μερικοί επειδή ντρέπονται να εκφέρουν τη λέξη «ανάπηρος», μιλούν ακόμα για «άτομα με ειδικές ανάγκες» και για «άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες».
Το γεγονός αυτό δείχνει, ότι η Ελληνική κοινωνία διατηρεί ακόμα βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις γύρω από την αναπηρία»
(Πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Υπουργού)
Μία συμμετέχουσα τόνισε την ανάγκη για ουσιαστική κοινωνική επιμόρφωση και ενημέρωση γύρω από τη διάσταση της αναπηρίας:
«Για να υπάρξει θετική εξέλιξη θα πρέπει να επέλθει εκπαίδευση πάνω στα ζητήματα που αφορούν την αναπηρία […] Μέχρι στιγμής, υπάρχουν ελάχιστα μαθήματα στα Πανεπιστήμια που αφορούν αυτόν τον τομέα […] Θα πρέπει να αναρωτηθούμε, γίνονται ουσιαστικές προσπάθειες έτσι ώστε οι δικαιούχοι να αναγνωρίσουν τα δικαιώματά τους; Συμφέρει κάποιους να χάσουν τον έλεγχο;»
(Πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Ευρωβουλευτή)
Την ίδια στιγμή, ένας συμμετέχοντας συμπλήρωσε την προαναφερόμενη διάσταση, τονίζοντας, ότι τα άτομα με αναπηρίες στην Ελλάδα είναι σημαντικό να αναγνωρίσουν τα δικαιώματά τους και να μπουν σταδιακά σε μία διαδικασία «αυτό-εκπροσώπησης»:
«Είναι ανησυχητικό που δεν ακούμε κάτι στον δημόσιο λόγο γι’ αυτά τα ζητήματα. Γιατί όταν κάτι μπαίνει στον δημόσιο λόγο, φέρνει στο προσκήνιο τους αγώνες των ανθρώπων, που τους αφορά. Οι κυβερνήσεις λειτουργούν μέσα από τη συλλογική κοινωνική πίεση. Οι νέοι άνθρωποι πρέπει να αρχίσουν να οργανώνονται.
Τα κράτη δρουν επειδή οι κοινωνίες πιέζουν!» (Εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντ/κου Μηχανισμού για την Αναπηρία)
[ Για την πληρέστερη κατανόηση και την αναλυτικότερη περιγραφή των νομοθετημάτων και των μεταρρυθμίσεων, που αναφέρονται στην παρούσα ενότητα των «Αποτελεσμάτων» παρακαλείσθε να συμβουλευτείτε την ενότητα του «Παραρτήματος»:
«Νομοθετικές Παρεμβάσεις Αναφορικά με την Αναπηρία κατά το Χρονικό Διάστημα 2010 – 2019 στην Ελλάδα»].
