3.2. Η Ελλάδα μπροστά στα Ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας:
Ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός:
Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν, ότι η Ευρώπη τάσσεται υπέρ της πλήρους αξιοποίησης του δυναμικού των ατόμων με αναπηρίες στο εσωτερικό των κοινωνιών στις οποίες ζουν. Βασικός στόχος της Ευρωπαϊκής πολιτικής για την αναπηρία, σύμφωνα με τους συνεντευξιαζόμενους, είναι ακόμα και αν οι άνθρωποι δεν ξεκινούν τη ζωή τους με τους ίδιους όρους, στην πορεία να αποκτούν ίσες ευκαιρίες κοινωνικής συμμετοχής:
«Η Ευρώπη είναι προσανατολισμένη στην αξιοποίηση του δυναμικού των ατόμων με αναπηρίες. Να μπορούν να σπουδάσουν, να εργαστούν, να δημιουργήσουν οικογένεια.
Προσπαθεί να παρέχει ευκαιρίες ισότιμης συμμετοχής σε όλους.
Παρά τις διαφορές μας, πρέπει να τα βρούμε.
Το τελικό ζητούμενο είναι η αρμονική συνύπαρξη με τους ίδιους όρους»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο της Πρόνοιας)
Την ίδια στιγμή, τρεις συμμετέχοντες έσπευσαν να υπογραμμίσουν πόσο καθοριστική ήταν η επικύρωση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (το 2010) για την υιοθέτηση μίας τόσο προοδευτικής στάσης από την πλευρά της ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, φάνηκε, ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ δημιούργησε υψηλές απαιτήσεις γύρω από την πολιτική προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Το γεγονός αυτό, έκανε την Ευρώπη να προωθήσει την υπογραφή της Σύμβασης σε όλα τα κράτη – μέλη και να παρέχει σε αυτά, αμέριστη ηθική και οικονομική υποστήριξη για την πραγμάτωση των όρων της:
«Η ΕΕ παρά τα ελλείμματά της και τα προβλήματά της, υπήρξε ένας πολύ προοδευτικός παράγοντας όσον αφορά την προώθηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία στα κράτη – μέλη […] Θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε ακόμα και τη μικρότερη συνεισφορά […] Ωστόσο, τα χρόνια της
κρίσης δεν υπήρξαν σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες για το πως θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού σε χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία…»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο του Αναπηρικού Κινήματος)
Ο «θεωρητικός» χαρακτήρας των Ευρωπαϊκών οδηγιών:
Τρεις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες επιχείρησαν να τονίσουν μέσα από τις συνεντεύξεις τους, τον «θεωρητικό» χαρακτήρα των διακηρύξεων της ΕΕ και υποστήριξαν, ότι σε καμία περίπτωση οι οδηγίες αυτές, δεν θα πρέπει να ανάγονται σε «πανάκεια». Ευρύτερα και σύμφωνα με τα λεγόμενα των συμμετεχόντων, γίνεται κατανοητό, ότι μάλλον πρόκειται περισσότερο για γενικές κατευθυντήριες οδηγίες, παρά για τεκμηριωμένες ιδέες πολιτικής εφαρμογής. Επιπλέον, όπως υποστήριξαν οι συνεντευξιαζόμενοι, οι οδηγίες στην πλειονότητά τους δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και το γεγονός αυτό, δημιουργεί ετερογένεια στο εσωτερικό της ΕΕ όσον αφορά την εφαρμογή τους:
«Δεν θα πρέπει να αναγάγουμε ορισμένες από τις διακηρύξεις της ΕΕ σε «πανάκεια». Σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρκετά θεωρητικές και το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσκολία στην εφαρμογή τους […] Φυσικά και η κατάκτηση της προσβασιμότητας συνιστά προϋπόθεση για την κατοχύρωση της πλειοψηφίας των δικαιωμάτων που αναφέρονται στη Σύμβαση του ΟΗΕ […] Όμως, προτεραιότητά μας, θα πρέπει να είναι η αλλαγή της αντίληψής μας για το τι σημαίνει άνθρωπος και για το πόσο σημαντική είναι η διαφορετικότητα και η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου.
Αυτό είναι μία βαθύτερη και πολύπλοκή διαδικασία που δεν μπορεί να αποτυπωθεί εύκολα μέσα από μία γραπτή Ευρωπαϊκή οδηγία»
(Άνδρας πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Ευρωβουλευτή)
Η Διαπιστευμένη βοηθός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διατύπωσε συμπληρωματικά την ακόλουθη άποψη:
«Τα περισσότερα κείμενα που παράγει η ΕΕ αποτελούν «ευχολόγια», μεγαλόπνοα, πολύ αισιόδοξα σενάρια με γενικές κατευθύνσεις. Υπάρχει η διάθεση να ενεργοποιηθεί η Ένωση στο κομμάτι αυτό, αλλά εν τέλει είναι πολύ λίγα τα μέτρα και οι πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα»
(Διαπιστευμένη βοηθός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου)
Και οι τρεις εκπρόσωποι από το πεδίο των Ευρωπαϊκών Οργάνων έκαναν λόγο για την επικράτηση μίας «μη ενιαίας» κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός, που όπως επεσήμαναν, ως έναν βαθμό απορρέει και από την απουσία της χρήσης ενός κοινού ορισμού για την αναπηρία μεταξύ των κρατών – μελών. Εναργέστερα, φαίνεται, ότι το κάθε κράτος έχει διαφορετική κοινωνική σύνθεση, διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές και το μοντέλο για την αναπηρία που ακολουθεί διαφέρει. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την Διαπιστευμένη βοηθό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δημιουργεί συνθήκες ανομοιογένειας όσον αφορά την πολιτική διαχείριση της αναπηρίας (π.χ., διαφορετικός τρόπος πιστοποίησης των ποσοστών αναπηρίας μεταξύ των διαφορετικών κρατών, διαφορετική αντίληψη των αναγκών των αναπήρων).
Στο πλαίσιο αυτό, δύο συμμετέχοντες διευκρίνισαν, ότι ούτε σε επίπεδο ΕΕ έχει υπάρξει μέχρι στιγμής επίσημη στατιστική καταγραφή των αναπήρων, γεγονός, που όπως φαίνεται, δημιουργεί προβλήματα τόσο όσον αφορά τη χάραξη νέων πολιτικών για την αναπηρία όσο και σχετικά με την αξιολόγηση των μέχρι σήμερα προωθούμενων στρατηγικών.
Το δόγμα: «καλύτερες πολιτικές με το μικρότερο δυνατό κόστος»
Τέσσερις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες υποστήριξαν, ότι «η Ευρώπη έχει την τάση να προάγει όσο το δυνατόν καλύτερες πολιτικές με το μικρότερο δυνατό κόστος» (παράφραση). Ειδικά, δύο συμμετέχοντες με εργασιακή εμπειρία στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Οργάνων, έκαναν λόγο για ουσιαστική αποφυγή των κοστοβόρων αποφάσεων, που αφορούσαν την αναπηρία (όπως π.χ., το να καταστούν προσβάσιμα τα οπτικο-ακουστικά μέσα στον κινηματογράφο σε άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες). Μάλιστα, μία άλλη συμμετέχουσα ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Μερικούς Ευρωπαίους εκπροσώπους έμοιαζε σα να μην τους ενδιέφερε η ζωή των απλών ανθρώπων… ο πόνος τους… τα κοινωνικά λάθη. Φαινόταν σα να τους ένοιαζαν μόνο τα χρήματα και οι επενδύσεις. Φάνηκε να λησμονούν, ότι τα χρήματα θα πρέπει να επενδύονται στους ανθρώπους και όχι στις τράπεζες»
(Γυναίκα πολιτικός εκπρόσωπος με την ιδιότητα του Ευρωβουλευτή)
Η άνοδος της «ακροδεξιάς» ως απότοκο των οικονομικών προβλημάτων:
Τρεις από τους συνολικά οκτώ συμμετέχοντες ισχυρίστηκαν, ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στο εσωτερικό της Ε.Ε, επήλθε άνοδος των «ακροδεξιών» αντιλήψεων, που προέβαλαν τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες ως ένα υποδεέστερο πολιτικό ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, δύο εκπρόσωποι αναφέρθηκαν στη χαρακτηριστική άρνηση ορισμένων κρατών – μελών να επικυρώσουν τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Παράλληλα, οι ίδιοι συμμετέχοντες υποστήριξαν, ότι λόγω του πανευρωπαϊκού οικονομικού προβλήματος, η κοινωνική ομάδα των αναπήρων στιγματίστηκε ως μία «παθητική» κοινωνική ομάδα, που δεν θα πρέπει να επωφελείται από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, εφόσον δεν μπορεί να συνεισφέρει με παραγωγικό τρόπο στην οικονομία:
«Κοστίζουν οι ζωές μας, κοστίζουν. Και δυστυχώς, από την κοινωνία δεν αναγνωριζόμαστε ως μία κοινωνική ομάδα που μπορεί να προσφέρει. Επομένως, η οποιαδήποτε αναδιανομή και αυτή είναι η κουλτούρα της Ευρωπαϊκής πολιτικής, αναγνωρίζει ανθρώπους που αξίζουν και ανθρώπους που δεν αξίζουν […]
Εν μέσω του πανευρωπαϊκού οικονομικού προβλήματος επανατοποθετήθηκε το ερώτημα αν λαμβάνουμε πολλά ενώ δεν μπορούμε να προσφέρουμε»
(Πολιτικός ακτιβιστής με αναπηρία)
Οι αντιλήψεις αυτές είχαν, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα την άνοδο του δόγματος του «μισαναπηρισμού» («ableism») στην Ευρώπη, σύμφωνα με τον πολιτικό ακτιβιστή με αναπηρία, που συμμετείχε στην έρευνα.
Συγχρόνως, η Διαπιστευμένη βοηθός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υποστήριξε ότι:
«Εξακολουθεί να υπάρχει η αντίληψη, ότι τα άτομα με αναπηρίες είναι υποδεέστερα από τον αρτιμελή πληθυσμό, ότι αυτά τα άτομα (γίνεται αναφορά κυρίως στα άτομα με ψυχικές και διανοητικές αναπηρίες) δεν παίρνουν δικές τους πρωτοβουλίες και ότι κάποιοι τα φέρνουν στο προσκήνιο για να τα χρησιμοποιήσουν […] Η διαφορετικότητα δεν είναι πάντα αποδεκτή»
(Διαπιστευμένη βοηθός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου)
Σε ποιο σημείο βρίσκεται η Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη;
Όλοι οι πολιτικοί εκπρόσωποι συμφώνησαν, ότι η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης προέβη σε μεταρρυθμίσεις, που την έφεραν πιο κοντά στα Ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας. Ωστόσο, η πορεία για την πλήρη δικαιωματική κατοχύρωση των ατόμων με αναπηρίες, που έχει να διανύσει τόσο η Ελλάδα όσο και η ίδια η Ευρώπη, σύμφωνα με τους συνεντευξιαζόμενους, φαίνεται πως είναι ακόμα μεγάλη.
Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων φάνηκε να αναγνωρίζει, ότι στο εσωτερικό της ΕΕ, ακόμα και οι πιο προοδευτικές χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα σχετικά με την αναπηρία. Μάλιστα, κάποιοι έκαναν λόγο για την ύπαρξη χωρών «διαφορετικών ταχυτήτων». Πιο συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντονιστικού Μηχανισμού για την Αναπηρία ανέφερε το εξής παράδειγμα:
«Κάθε Ευρωπαϊκή χώρα αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα στον τομέα της αναπηρίας.
Για παράδειγμα, η Ελλάδα μπορεί να είναι πιο πίσω σε σχέση με το μοντέλο για την ανεξάρτητη διαβίωση που εφαρμόζεται στη Σουηδία, αλλά είναι πιο μπροστά, σε σύγκριση με τη δυνατότητα πρόσβασης των αναπήρων στην υγεία. Στην Ευρώπη, σε πολλές χώρες, η πρόσβαση των αναπήρων πολιτών στο εθνικό σύστημα υγείας δεν θεωρείται δεδομένη.
Η Εσθονία έχει επιλύσει ψηφιακά ζητήματα, για παράδειγμα, η Ισπανία τα κοινωνικοπολιτικά, κ.ο.κ»
(Εκπρόσωπος από το πεδίο του Συντ/κου Μηχανισμού για την Αναπηρία)
Δύο συμμετέχοντες τόνισαν, ότι ένας από τους λόγους, που οι Ευρωπαϊκές οδηγίες τείνουν να εφαρμόζονται με αποσπασματικό τρόπο στην Ελλάδα, είναι το γεγονός, ότι δεν έχει θεσπιστεί μέχρι στιγμής η εφαρμογή προστίμων και η συστηματική εποπτεία με τη μορφή της επίσημης αξιολόγησης. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τη συμμετέχουσα από το πεδίο της Πρόνοιας, φαίνεται, πως έκανε τη χώρα μας στο παρελθόν να αντιμετωπίζει τα χρηματοδοτούμενα Ευρωπαϊκά προγράμματα για την αναπηρία με περισσότερο «ευκαιριακό» τρόπο και όχι ως παρεμβάσεις με μόνιμο προσανατολισμό.
Ο εκπρόσωπος από το πεδίο του Αναπηρικού Κινήματος διευκρίνισε, ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα «Εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Πολιτικών για την Αναπηρία».
Μάλιστα, σύμφωνα με το Νόμο 4488/2017 (άρθρο 70), η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει οριστεί ως υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την υποβολή του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αναπηρία» στο Ελληνικό Κοινοβούλιο έως τον Ιούνιο του 2020. Μεταξύ των προτεραιοτήτων του συγκεκριμένου Σχεδίου αναμένεται να βρεθούν η αποϊδρυματοποίηση, η διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών για τα άτομα με αναπηρίες στην κοινότητα, η εξασφάλιση της πρόσβασης στην ειδική εκπαίδευση, καθώς και η προώθηση της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας (The Academic Network of European Disability Experts, 2019):
«Υπάρχουν Ευρωπαϊκές χώρες «πολλών ταχυτήτων». Άλλοι αλλού είναι πιο μπροστά κι άλλοι πιο πίσω. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία μεσαία κατάσταση, καθώς οι οδηγίες της ΕΕ έχουν εφαρμοστεί μερικώς στην περίπτωσή της.
Στη χώρα μας, έχουμε ανάγκη από την εφαρμογή ενός Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Πολιτικών για την Αναπηρία. Το σχέδιο αυτό αναμένεται να δημοσιοποιηθεί από τη νέα κυβέρνηση έως τον Ιούνιο του 2020» (Εκπρόσωπος από το πεδίο του Αναπηρικού Κινήματος)
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των αποτελεσμάτων είναι σημαντικό να αναφέρουμε, πως η πλειονότητα των συνεντευξιαζόμενων φάνηκε να αναγνωρίζει το γεγονός, ότι η αναπηρία αποτελεί ένα «οριζόντιο» ζήτημα, που θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται σε όλες τις πολιτικές τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Ελλάδας, ενώ συγχρόνως, ορισμένοι από τους συμμετέχοντες εξήγησαν, ότι ο τομέας της αναπηρίας αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες πολιτικής «αναχαίτησης» λόγω της ετερογένειας των αναγκών, που χαρακτηρίζουν τα άτομα με αναπηρίες παγκοσμίως.
