1.6. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα για τα άτομα με αναπηρίες στη σύγχρονη Ελλάδα:
Η πρώτη μορφή αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε το 1940 μέσω των τραυματιών πολέμου της Αντίστασης, οι οποίοι διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες περίθαλψης, πρόσβαση στα αναπηρικά αμαξίδια και στα υπόλοιπα αναπηρικά βοηθήματα, βελτίωση της διατροφής τους, καθώς και των ευρύτερων συνθηκών νοσηλείας τους. Η εισαγωγή των ατόμων με αναπηρία της όρασης στην δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση το 1951 και η ένταξη πολλών εξ’ αυτών στην αγορά εργασίας, δημιούργησε έναν σημαντικό πυρήνα μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων. Η δεκαετία του 1970 ήταν αποφασιστικής σημασίας για το αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα, καθώς ήταν η πρώτη φορά, όπου τα άτομα με αναπηρίες επεδίωξαν να αποκτήσουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα (Γεωργία Φύκα: «Η ιστορία του αναπηρικού κινήματος», όπως αναφέρεται από Κουρτέτση, 2013, Σελ. 42-45).
Το 1975 άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα σωματεία και οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων ατόμων με αναπηρίες. Το έναυσμα που κατάφεραν να δώσουν μέσα από τους αγώνες τους, τα άτομα με αναπηρία της όρασης, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση και για άλλους αναπηρικούς φορείς, οι οποίοι ξεκίνησαν να διεκδικούν μία σειρά από κοινωνικά μέτρα, που αφορούσαν την εκπαίδευση, την εργασία, την πρόνοια και την κοινωνική ασφάλιση. Το 1989 μία ομάδα ατόμων με αναπηρία και οι οικογένειές τους αποφάσισαν να ιδρύσουν την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.ΑμεΑ), η οποία και ανέλαβε την υπεράσπιση θεμάτων, που αφορούσαν όλων των μορφών τις αναπηρίες. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του αναπηρικού κινήματος, από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα, βρέθηκε η καταπολέμηση κάθε μορφής διάκρισης σε βάρος των ατόμων με αναπηρίες (Γεωργία Φύκα: «Η ιστορία του αναπηρικού κινήματος», όπως αναφέρεται από Κουρτέτση, 2013, Σελ. 42-45).
Η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης το 2010 στην Ελλάδα, επηρέασε σχεδόν αναπόφευκτα τις ανάγκες των αναπήρων πολιτών και κατ’ επέκτασιν τις διεκδικήσεις του αναπηρικού κινήματος. Ενώ εκείνη την περίοδο, η Ευρώπη και λίγα χρόνια αργότερα η Ελλάδα, βρίσκονταν μπροστά στην επικύρωση μίας πρωτοποριακής συνθήκης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (Σύμβαση του ΟΗΕ), η χρηματοπιστωτική κρίση ήρθε για να αλλάξει τις πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά την Ελλάδα, η υπέρβαση της οικονομικής ύφεσης ενείχε ως προϋπόθεση την υιοθέτηση τριών διαδοχικών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (2010, 2012, 2015) σε συνεργασία με την Τρόικα (δηλαδή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)). Τα συγκεκριμένα προγράμματα, καθοδηγούνταν από νεοφιλελεύθερες αρχές, που μεταξύ άλλων, επεδίωκαν την απελευθέρωση των αγορών, την αύξηση των ιδιωτικοποιήσεων και τη δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών στο επίπεδο της υγείας, της πρόνοιας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών παροχών (Rotarou & Sakellariou, 2019 • Katsikas, Sotiropoulos & Zafiropoulou, 2018).
Η Ελλάδα προκειμένου να παραμείνει στην Ευρωζώνη αναγκάστηκε να εκπληρώσει όλες αυτές τις δημοσιονομικές απαιτήσεις, προάγοντας αντίστοιχες κρατικές μεταρρυθμίσεις. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα, η χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης να χάσει πάνω από το 25% του συνολικού ΑΕΠ της, να διπλασιαστεί ο αριθμός των ανέργων πολιτών, καθώς και των οικογενειών που ήρθαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο της φτώχειας ή / και που βίωσαν υλικές στερήσεις. Μολονότι, η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρίες προέβη κατά καιρούς σε δημοσιοποίηση σημαντικών στατιστικών δεδομένων σχετικά με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των ατόμων με αναπηρίες προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις, ο αντίκτυπος της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην ζωή των ατόμων με αναπηρίες, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα την απαιτούμενη πολιτική προσοχή (Rotarou & Sakellariou, 2019 • Katsikas, Sotiropoulos & Zafiropoulou, 2018).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ερευνάς Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης του 2016 (ΕΛ.ΣΤΑΤ & Eurostat), κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, 6 στους 10 πολίτες με σοβαρή αναπηρία (ηλικίας 16 – 64 ετών) ήρθαν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ 4 στους 10 πολίτες δήλωσαν πως βίωσαν σοβαρές υλικές στερήσεις. Μέσα από τη συγκεκριμένη έρευνα διαφαίνεται, ότι ο κίνδυνος της φτώχειας παρέμεινε υψηλός για τα άτομα με αναπηρίες, ακόμα και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (επιδόματα αναπηρίας), γεγονός, που υποδεικνύει, ότι ενδεχομένως οι υφιστάμενες οικονομικές ενισχύσεις δεν επαρκούσαν, έτσι ώστε να επανορθώσουν τις οικονομικές ανισότητες και να εξασφαλίσουν στα άτομα με αναπηρίες ένα ανεκτό επίπεδο διαβίωσης, δεδομένου του επιπρόσθετου κόστους, που απορρέει από την αναπηρία τους (Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας της Ε.Σ.Α.μεΑ, 2018b).
Η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία σε εναλλακτική έκθεση που κατέθεσε προς τον ΟΗΕ (2019) σχετικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες στη χώρα μας, εστίασε μεταξύ άλλων, το ενδιαφέρον της στους τομείς της κοινωνικής προστασίας, της υγείας, της εκπαίδευσης, της εργασίας και της ικανότητας για ανεξάρτητη διαβίωση. Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά την κοινωνική προστασία, σύμφωνα με την Ε.Σ.Α.μεΑ, παρατηρείται, ότι τις τελευταίες δεκαετίες η στήριξη από το Ελληνικό κράτος μέσω παροχών σε μετρητά (συντάξεις και επιδόματα αναπηρίας) τείνει να αποτελεί έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας (Ε.Σ.Α.μεΑ, 2019).
Όσον αφορά τη διάσταση της υγείας, γίνεται κατανοητό, ότι η παρατεταμένη οικονομική κρίση επηρέασε δραματικά τη λειτουργία του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης και ψυχικής υγείας της χώρας, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση αρκετών ατόμων με αναπηρίες στην υγεία. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, τα κριτήρια για να χαρακτηριστεί κάποιος ως δικαιούχος των παροχών αναπηρίας άλλαξαν (Ν. 3863/2010, Ν. 3865/2010, Ν. 4038/2012, Ν. 4331/2015), με αποτέλεσμα ορισμένα άτομα να χάσουν τα επιδόματά τους. Την ίδια στιγμή, το νέο σύστημα πιστοποίησης (Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας – ΚΕ.Π.Α), σύμφωνα με την Ε.Σ.Α.μεΑ, στηρίζεται αποκλειστικά στο «ιατρικό μοντέλο», χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τις κοινωνικές συνιστώσες της αναπηρίας (Ε.Σ.Α.μεΑ, 2019).
Αναφορικά με την κομβική διάσταση της προσβασιμότητας, όπως επισημαίνει η Ε.Σ.Α.μεΑ, ενώ στην Ελλάδα έχει συσταθεί ειδικό νομικό πλαίσιο για την προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρίες στο δομημένο περιβάλλον και στα μέσα μεταφοράς (Ν. 4067/2012), στην πραγματικότητα, έχουν γίνει ελάχιστες προσπάθειες έτσι ώστε αυτή η νομοθεσία να εφαρμοστεί στην πράξη (Ε.Σ.Α.μεΑ, 2019).
Στο επίπεδο της εκπαίδευσης, η πλειονότητα των μαθητών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, που φοιτούν σε γενικά σχολεία, φαίνεται πως δεν λαμβάνουν μέχρι σήμερα την απαιτούμενη στήριξη, ενώ όσον αφορά την εργασία, σύμφωνα με την Ε.Σ.Α.μεΑ, η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στην Ελληνική αγορά εργασίας παραμένει περιορισμένη. Μάλιστα, μέσα από σχετική έρευνα διαπιστώνεται, ότι το 60,4% των «ατόμων με σοβαρές αναπηρίες» και το 39,2% των «ατόμων με μέτριο περιορισμό δραστηριότητας» στην Ελλάδα ανήκουν στον μη ενεργό οικονομικά πληθυσμό (Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας της ΕΣΑμεΑ, 2018a). Παράλληλα, ενώ το κράτος έχει κάνει προσπάθειες για την εργασιακή ένταξη των αναπήρων και των οικογενειών τους στον δημόσιο τομέα μέσω του συστήματος των ποσοστώσεων (Ν. 4440/2016), μέχρι στιγμής δεν έχουν παρασχεθεί αντίστοιχες κατευθύνσεις και στον ιδιωτικό τομέα.
Σχετικά με την αποϊδρυματοποίηση, δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι στιγμής κάποια ενιαία «Εθνική Στρατηγική» σχετικά με αυτήν την ενέργεια, ενώ είναι γνωστό στην πολιτεία σε πόσο απαιτητικές συνθήκες συνηθίζουν να ζουν τα άτομα με αναπηρίες στο εσωτερικό των μονάδων κλειστής και μακροχρόνιας περίθαλψης. Ιδιαίτερα όσον αφορά την ανεξάρτητη διαβίωση, η μακροχρόνια οικονομική ύφεση στην Ελλάδα και τα επακόλουθα μέτρα λιτότητας, φαίνεται, πως αποτέλεσαν ισχυρό εμπόδιο στο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να μπορούν να ζουν ανεξάρτητα. Παράλληλα, σύμφωνα με την Ε.Σ.Α.μεΑ, ένας από τους βασικότερους λόγους, που μοιάζει να εμπόδισε μέχρι σήμερα την πρακτική εφαρμογή της αξίας της ανεξάρτητης διαβίωσης, είναι απουσία της υπηρεσίας του «προσωπικού βοηθού» από το στρατηγικό πλάνο της Ελληνικής κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ, 2019).
