1.1. Συνοπτική αναδρομή στις αντιλήψεις για την αναπηρία από την Αρχαιότητα έως και την εποχή του Διαφωτισμού:
Η τεκμηρίωση της αντιμετώπισης και των εμπειριών ζωής των ατόμων με αναπηρίες κατά τις πρώιμες περιόδους της καταγεγραμμένης ιστορίας είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ωστόσο, μέσα από τη διερεύνηση των διαθέσιμων πηγών, γίνεται κατανοητό, ότι άτομα με αναπηρία αποτελούσαν μέρος της κοινωνικής τάξης, πριν ακόμα από την πλήρη εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζονται ανθρωπολογικά στοιχεία για μέλη με αναπηρίες, που ζούσαν σε προϊστορικές ζωώδεις ομάδες. Σύμφωνα με τον Berkson (1993), τα μέλη με αναπηρία φαίνεται ότι μπορούσαν να επιβιώσουν σε φυσικές ομάδες ζώων, όταν ο τραυματισμός τους δεν αποτελούσε εμπόδιο στη συλλογή τροφής ή στη διαφυγή από τα αρπακτικά. Επομένως, υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο τραυματισμός ενός μέλους της ομάδας δεν οδηγούσε απαραίτητα σε μειονεξία. Παράλληλα, διαπιστώνεται, ότι τα τραυματισμένα ζώα μπορούσαν να επιβιώσουν και να ζήσουν εντός μίας ομάδας, καθώς οι μητέρες και τα υπόλοιπα μέλη ήταν σε θέση να τους παρέχουν φροντίδα, σε βαθμό, που σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιστάθμιζε ακόμα και σοβαρούς τραυματισμούς (όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 36).
Η ερμηνεία της αναπηρίας στην αρχαιότητα είναι δύσκολη, καθώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θεωρείται αχανές και οι αντικρουόμενες στάσεις απέναντι στην αναπηρία είναι εμφανείς σε πολλές περιπτώσεις. Το βέβαιο είναι, πως η αναπηρία για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων και των Ρωμαίων αύξανε τον βαθμό περιθωριοποίησης και αποκλεισμού από την κοινωνία, καθώς και τις πιθανότητες διαβίωσης σε συνθήκες οικονομικής αποστέρησης (Garland, 1995, όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 37).
Η θανάτωση των νεογέννητων με εκ γενετής αναπηρίες υπήρχε σε κάποια μορφή σε όλη την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη και η κοινωνία σαφώς αντιλαμβανόταν τη γέννηση ενός παιδιού με εκ γενετής ανωμαλίες ως σημάδι της «οργής» των θεών. Ωστόσο, η πρόνοια για συντάξεις για τους στρατιώτες, που τραυματίζονταν στο πεδίο της μάχης, αποτελούσε, επίσης, κομμάτι της ζωής στην αρχαία Αθήνα και οι πολίτες με αναπηρίες ήταν ευρέως γνωστό, ότι ασχολούνταν με διάφορες τέχνες (Braddock & Parish, 2019).
Γραπτά της Καινής Διαθήκης μας πληροφορούν για τις στάσεις απέναντι στην αναπηρία λίγο μετά την εποχή του Χριστού, όπου επρόκειτο για μία εποχή εξίσου φορτισμένη με διαφορετικά νοήματα όσον αφορά την αντιμετώπιση της αναπηρίας. Η Καινή Διαθήκη διηγείται ιστορίες ατόμων με λέπρα, επιληψία, ψυχική ασθένεια, κώφωση και τύφλωση, που θεραπεύτηκαν από το Χριστό. Αυτές οι ιστορίες ίασης μπορούν να ερμηνευτούν ως εξής: «οι άνθρωποι αποκτούν αναπηρίες, έτσι ώστε να αναδειχθεί η δύναμη του Θεού» (Black, 1996, όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 39- 40).
Ο Μεσαίωνας διακρίθηκε για τις αντιφατικές πεποιθήσεις, που επικρατούσαν σχετικά με την αναπηρία. Μία συνηθισμένη αντίληψη ήταν ότι ορισμένες αναπηρίες -συγκεκριμένα η κώφωση, η επιληψία και οι ψυχικές αναπηρίες- είχαν δαιμονολογική αιτιολογία. Αυτή η άποψη, συνέβαλλε στη δίωξη αρκετών ατόμων με αναπηρίες ως μαγισσών και στη χρήση μαγικών πρακτικών στην προσπάθεια θεραπείας της αναπηρικής κατάστασης. Μία δεύτερη, επίσης διαδεδομένη αντίληψη ήταν, ότι τα άτομα με αναπηρίες αποτελούσαν μέρος της φυσικής τάξης, βρίσκονταν στην ίδια θέση με άλλα φτωχά άτομα και υπόκειντο στην τυχαία πανωλεθρία, που προξενούσαν οι λοιμοί στην Ευρώπη. Μάλιστα, ο Stiker (1996) ισχυρίζεται, ότι η διαδεδομένη φύση των λοιμών ουσιαστικά αποδυνάμωσε τη διαφορά (της αναπηρίας) περισσότερο από ό,τι οποιαδήποτε άλλη εποχή. Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικά στοιχεία, που δείχνουν, ότι τα άτομα με αναπηρίες χρησιμοποιούσαν δίκτυα υποστήριξης στις κοινότητές τους για να επιβιώσουν σε εποχές, που ήταν δύσκολες σχεδόν για όλους. Αυτές οι δύο αντιφατικές πτυχές της αναπηρίας στη μεσαιωνική κοινωνία φαίνεται ότι συνυπήρχαν, ενισχύοντας την άποψη, ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ένας καθολικός ορισμός ή μία ενιαία ερμηνεία της αναπηρίας (όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 44).
Παρά τις προόδους στην κατανόηση του ανθρώπου, που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της Αναγεννησιακής περιόδου, η πίστη στη διαστροφή και στη δαιμονική κατοχή των ατόμων με ψυχική ασθένεια συνέχισε να υπάρχει και κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο. Μάλιστα, ο πολιτικός και φιλόσοφος Francis Bacon ([1605] 1900) πίστευε, ότι οι υπερφυσικές και θεωρητικές φιλοσοφίες του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης δεν είχαν συνεισφέρει σχεδόν καθόλου στην πρόοδο της ανθρώπινης γνώσης. Εναργέστερα, το 1605 δημοσίευσε το έργο «The Advancement of Learning, Divine and Humane», στο οποίο διέψευδε την ιδέα της θεϊκής τιμωρίας ως αιτίας της ψυχικής ασθένειας. Ακολούθως, πρότεινε τέσσερις τρόπους έρευνας, οι οποίοι και κατηύθυναν την ψυχολογική έρευνα για τα επόμενα 300 χρόνια: (α) μελέτες των νοητικών ιδιοτήτων και της αλληλεπίδρασης σώματος και νου, (β) μελέτες ατομικών περιπτώσεων, (γ) ανατομική έρευνα και (δ) μεταμοντέρνες μελέτες για την αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνίας και ατόμου (Bacon, [1605], 1900, όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 46).
Κατά την πρώιμη νεότερη και αναγεννησιακή περίοδο, υπήρχε μία σύνθετη σχέση μεταξύ κοινοτικής υποστήριξης, θρησκευτικών πρωτοβουλιών, ιατρικών ιδρυμάτων και οικογενειακών πόρων για την αντιμετώπιση κυρίως της ψυχικής αναπηρίας (Adair, Melling & Forsythe, 1997). Αυτό που ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, αναφορικά με τη διαχείριση της πρόνοιας εκείνη την εποχή είναι, ότι χαρακτηρίζονταν από μία στροφή από το οικογενειακό σύστημα, που κυριαρχούσε κατά τη μεσαιωνική περίοδο (Rushton, 1988: 34). Το πρώτο πτωχοκομείο στις Ηνωμένες Πολιτείες ιδρύθηκε στη Βοστόνη το 1662 και παρείχε υπηρεσίες σε έναν ετερογενή πληθυσμό, στον οποίο περιλαμβάνονταν άτομα με κινητικές και ψυχικές αναπηρίες, τυφλοί, κωφοί, φτωχοί, ηλικιωμένοι και ορφανά (Rothman, 1990, όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 47).
Ο Διαφωτισμός (ή εναλλακτικά «η Εποχή της Λογικής») είναι ένας πολιτισμικός ιστορικός όρος, που χρησιμοποιείται ευρέως, προκειμένου να περιγράψει τις επαναστατικές αλλαγές, που ξεκίνησαν στη σκέψη των Ευρωπαίων τον 17ο αιώνα. Οι δύο χαρακτηριστικές μεταβολές, που επηρέασαν τη φροντίδα και την αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρίες ήταν η «αισθησιοκρατική» θεωρία της γνώσης (που υποστήριξε ότι η εμπειρία και η λογική και όχι οι «έμφυτες ιδέες» ή η «θεϊκή τιμωρία» αποτελούσαν την πηγή όλων των γνώσεων -κάτι που σήμαινε ότι το περιβάλλον μπορούσε να τροποποιηθεί προς όφελος των ανθρώπων και της κοινωνίας-) και η δεύτερη ήταν η αυξανόμενη πίστη του Διαφωτισμού στα προτερήματα της φυσικής επιστήμης για την πρόοδο των ειδών (de Condillac [1754] 1930 • Locke, 1960 • Edward, 1996). Συνοπτικά, η ανάδυση των «αισθησιοκρατικών» φιλοσόφων του Διαφωτισμού παρείχε την ηθική επιταγή και τα εργαλεία για τη δημιουργία νέων και εποικοδομητικών παρεμβάσεων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα δύο αλληλένδετα προβλήματα της φτώχειας και της αναπηρίας (Winzer, 1986, όπως αναφέρεται από Braddock & Parish, 2019, Σελ. 48).
