Αναπηρία και αθλητισμός: Λόγοι και νοηματοδοτήσεις του ικανού και του ανάπηρου σώματος στον σύγχρονο αθλητισμό – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Κρυσταλίας Μπλιαχούτα – ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ» – Μέρος 10ο

Μάι 24, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεράσματα – Συζήτηση

Μέσα από την παρατήρηση της ενσώματης αθλητικής δράσης και της παρακολούθησης των λόγων που συγκροτούν και παράγουν τα αθλητικά σώματα, εγείρονται ορισμένα ερωτήματα για τους τρόπους προσέγγισης του σώματος και της βιωμένης εμπειρίας. Η κυριαρχία του ικανού σώματος στα πλαίσια του συγχρόνου αθλητισμού αλλά και τα εννοιολογικά δίπολα που το συντροφεύουν (ικανό/ανάπηρο, ανδρικό/γυναικείο, εταιροσεξουαλικό/ομοσεξουαλικό) συγκροτούν την ελίτ των αθλητικών μορφών και επιβάλουν συγκεκριμένες στάσεις και αντιλήψεις ως προς το τι σημαίνει το ορθό σώμα. Μέσω των παραδειγμάτων που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, γίνεται κατανοητή μια έκδηλη εμμονή στον έλεγχο και την τυποποίηση των σωμάτων των αθλητών φτάνοντας στο σημείο η ασθένεια, η τρωτότητα και η αναπηρία να φαντάζουν ως καταστάσεις ανομολόγητες, αβίωτες και ανεπιθύμητες. Μεγάλη ευθύνη στην διαμόρφωση των αντιλήψεων αυτών κατέχει η ιατρική επιστήμη και ο μεγάλος χώρος που της έχει δοθεί στον σύγχρονο αθλητισμό. Οι καταναγκασμοί που ασκούνται στα σώματα των αθλητών δεν έχουν μια απλή ευθύγραμμη πορεία, δηλαδή δεν εκπορεύονται από ένα κέντρο και επιβάλλονται παθητικά στα υποκείμενα της δράσης. Η ενσωμάτωση και η ενσώματη αναπαραγωγή των ηγεμονικών αυτών λόγων από τα ίδια τα υποκείμενα της δράσης τα οποία επιζητούν την κατοχύρωση των ιδεολογικών προταγμάτων του νεοφιλελευθερισμού φανερώνει την απόλυτη ισχύ που διαθέτουν οι νόρμες της ικανής σωματικότητας και της επιτυχημένης ετεροσεξουαλικότητας.
Οι καταστάσεις και τα συμβάντα εκείνα που θέτουν ένα είδος κριτικής στους παραδεδεγμένους νόμους του ορθού σώματος καθίστανται περιθωριακά και μελετώνται ως μεμονωμένα περιστατικά σωματικής παρέκκλισης. Οι ενσώματες όμως πρακτικές που δημιουργούν αποσταθεροποιήσεις και ρωγμές στην κυρίαρχη νόρμα χρειάζεται να αναλυθούν υπό τους όρους μιας μορφής αντίστασης που αφήνει την δυνατότητα ρήξης και απεμπλοκής. Στην Νιτσεϊκή φιλοσοφική παράδοση το σώμα εκλαμβάνεται ως πηγή αντίστασης που με την χρησιμοποίηση του παιχνιδιού και των ενστίκτων ενδέχεται να προβάλει αντιστάσεις στον έλεγχο και την επιτήρηση οι οποίες διαπλάθονται μέσω της κανονικοποίησης των συμπεριφορών (Αλεξιάς, 2011). Στην περίπτωση των αθλητών με αναπηρία το σώμα συγκροτείται με τέτοιο τρόπο που ενώ και σε αναλυτικό αλλά και σε έμπρακτο επίπεδο, σπάει τα όρια και τις ορίζουσες του κυρίαρχου λόγου, ταυτόχρονα οι όροι κάτω από τους οποίους γίνεται δυνατή η ρωγμή, κινούνται εντός των περιθωρίων και των φραγμών της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ιδεολογίας της ικανότητας. Ο προβληματισμός αυτός πηγάζει μέσα από την συζήτηση των πολιτικών ενσωμάτωσης και της ολοένα και μεγαλύτερης επιθυμίας συμπερίληψης των κοινωνικά περιθωριοποιημένων σωμάτων. Το κρίσιμο επίδικο δεν στοιχειοθετείται στο εάν είναι επιθυμητή η όχι η συμπερίληψη αλλά κάτω από ποιους όρους θα πραγματοποιηθεί. Η διατήρηση των διαχωριστικών πλαισίων συνεπάγεται την συντήρηση των ιεραρχιών και των διχοτομιών της ανωτερότητας και της κατωτερότητας τους σώματος. Ερχόμενοι στην ελληνική πραγματικότητα και λαμβάνοντας υπόψιν την ιστορική απεμπόληση του ανάπηρου σώματος από την κοινωνική ζωή και την πολιτική δράση, μπορούμε να προβούμε στα ακόλουθα συμπεράσματα που αφορούν την πρόσφατη μαζική είσοδο των αθλητών με αναπηρία στους αγωνιστικούς χώρους. Αρχικά η κίνηση των ανάπηρων σωμάτων στον δημόσιο χώρο και δει σε αθλήματα όπως το μπάσκετ που είναι δημοφιλή στην χώρα μας προκαλούν μία μετατόπιση στο συλλογικό φαντασιακό· τα ανάπηρα σώματα των αθλητών κινούνται, συναθροίζονται, δρουν και εκφέρουν λόγο δημόσια. Η ταύτιση της ικανότητας με την αρτιμέλεια τίθεται υπό αίρεση και η αναπηρία παράγεται ως μια διαφορετικού τύπου ικανότητα.
Ένα ακόμα σημείο σχολιασμού συνιστά η συμπερίληψη γυναικών στις αθλητικές ομάδες με αναπηρία. Η συμμετοχή μιας γυναίκας σε ομάδα ανδρών, και μάλιστα τόσο προβεβλημένη όπως ο Παναθηναϊκός, συντελεί στη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων συν-άθλησης και εισάγει στο φίλαθλο και οπαδικό κοινό μία αλλαγή παραδείγματος. Από μία άλλη οπτική όμως, ενισχύεται ένας υπόγειος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο, οι άνθρωποι με αναπηρία αντιμετωπίζονται ως μη σεξουαλικοποιημένα υποκείμενα. Η Ellen Samuels (2002), παρουσιάζοντας τα ζητήματα που προκύπτουν από την αναγωγή της σχέσης του ικανού/ανάπηρου σώματος με τη σχέση άνδρας/γυναίκα, σχολιάζει εύστοχα πως προκαλείται από-αρρενοποίηση του ανδρικού ανάπηρου σώματος, το οποίο κατηγοριοποιείται μαζί με τις γυναίκες, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, στο «βασίλειο των αποκείμενων και εξαρτημένων σωμάτων». Για να περιγράψει την ίδια διαδικασία που συντελείται στις νοητικές ταυτίσεις, η Harlan Hahn κάνει λόγο για «ασεξουαλική υποκειμενοποίηση» (asexual objectification) των ανάπηρων σωμάτων (Garland-Thomson, 2017). Πιθανότατα οι ανησυχίες των θεωρητικών της αναπηρίας να εδράζονται και σε μία γλωσσική έγκληση των ανθρώπων με αναπηρία ως «παιδιά», γεγονός που ουδετεροποιεί τα έμφυλα υποκείμενα και τα αναγάγει στη θεωρούμενη άφυλη και σεξουαλικά κενή παιδική ηλικία. Κατά τη γνώμη μου, αν και υπάρχουν ενδείξεις μιας τέτοιας υπόκωφης ταύτισης, σε καμία περίπτωση
δεν μειώνεται η σημασία της «χειρονομίας» αποδοχής ύπαρξης μεικτών ομάδων ακόμα και στο ερασιτεχνικό επίπεδο.
Ένα εξίσου ουσιώδες συμπέρασμα, στο οποίο χρειάζεται να σταθούμε, είναι η διαπλοκή της πολιτικής δράσης με τον αθλητισμό, όπως αυτή αναπτύσσεται παράλληλα με τη δράση των αθλητών με αναπηρία εντός γηπέδων. Η αγωνιστική αυτή δράση δηλώνει την παρουσία στο δημόσιο χώρο, απαιτώντας ίση αντιμετώπιση και ανεμπόδιστη κίνηση για όλους. Ταυτόχρονα, ο κυρίαρχος λόγος της συμπόνοιας συνθλίβεται και στη θέση του έρχεται μία προτροπή ενδυνάμωσης, έχοντας ως κεντρικό της στοιχείο την έλλειψη ορίων και τις δυνατότητες που κατέχει το ανάπηρο σώμα. Βέβαια, θα μπορούσε η συγκεκριμένη διαδικασία να αναγνωστεί ως μία, «εκ των άνω» πρακτική συμπερίληψης, που εξυπηρετεί τον ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο των σωμάτων και τη συνεχή αξιολόγησή τους. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, η παραπάνω συνθήκη ελέγχου των σωμάτων επιβάλλεται, είτε αφορά τον αθλητισμό ανθρώπων με αναπηρία, είτε τον αθλητισμό αρτιμελών.
Στην ελληνική βιβλιογραφία παρατηρείται μειωμένο ενδιαφέρον για τις ενσώματες αθλητικές δραστηριότητες και τις εμπειρίες που τις συνοδεύουν, στοιχείο που αφήνει εκτός ερευνητικού πεδίου μία σημαντική πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας. Μία εντατική ερευνητική παρατήρηση των αθλητικών αυτών δράσεων και τον τρόπο που διαμορφώνει αντιλήψεις για το σώμα, κρίνεται απαραίτητη, όχι μόνο στους συμμετέχοντες αθλητές αλλά και στο κοινό που παρακολουθεί, τους φιλάθλους και τους οπαδούς. Δεν πρέπει, επιπλέον, να αμελείται η αλληλοδιαπλεκόμενη σχέση του σώματος με τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας, καθώς στα σύγχρονα συγκείμενα, ισχύει όσο ποτέ άλλοτε, το «είμαι ένα σώμα», παρά το «έχω ένα σώμα» (Αλεξιάς, 2011). Η παραπάνω παραδοχή υπερτονίζει την απαίτηση για ερευνητική επικέντρωση στην έννοια του σώματος αρτιμελούς και ανάπηρου, εφιστώντας την προσοχή στο ρόλο που διαδραματίζουν τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης στις διαδικασίες αυτές.
Τα σώματα των υποκειμένων τίθενται σε καθημερινή βάση υπό έλεγχο, είτε επιθυμητό και προβεβλημένο, είτε ασυνείδητο και κρυφό, φωτογραφίζονται, αναρτώνται και συμβολοποιούνται, δεχόμενα ή αντιστεκόμενα τις ισχύουσες ηγεμονικές νόρμες, μέσα σε καθεστώτα καταστατικής προβολής. Ο αθλητισμός ως ένα τέτοιου είδους καθεστώς, έχει τη δύναμη της παραγωγής πρότυπων σωμάτων αλλά και τη δημιουργία νέων σωματικών παραδειγμάτων, που σφυριλατούν τα θεμέλια της σωματικής αρτιότητας και τελειότητας.

Μετάβαση στο περιεχόμενο