2.3 Υπόθεση Semenya: Μία αποβολή του αταξινόμητου
Στο πεδίο του γυναικείου αθλητισμού τα συμφραζόμενα και τα πλαίσια αναφοράς μετατοπίζονται. Η δημοτικότητα των αθλητριών καθώς και η παρουσία των γυναικείων σωμάτων στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τύπο αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα είναι ευκαιριακή και πολλές φορές συγκυριακή. Η υπόθεση Semenya και η ιδιάζουσα σωματικότητα της κέντρισαν τα βλέμματα της διεθνούς αθλητικής κοινότητας και βραχυκύκλωσαν έστω και παροδικά τις εξουσιαστικές δομές και την απόλυτα έμφυλη διχοτόμηση της αθλητικής δραστηριότητας. Η διεθνής αθλήτρια στίβου Casper Semenya τέθηκε εκτός αγώνων μετά την απόφαση του Αθλητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου (CAS) για αναστολή της ενεργούς της δράσης από το Μάιο του 2019. Τα ζητήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι επίσημοι αθλητικοί φορείς και τα αρμόδια όργανα, ήταν τα υψηλά ποσοστά συγκέντρωσης τεστοστερόνης στο σώμα της αλλά και η έλλειψη μήτρας και ωοθηκών. Τα αποτελέσματα αυτά των ιατρικών εξετάσεων προήλθαν έπειτα από μία αλληλουχία διαγνώσεων που διεξήχθησαν στο σώμα της Semenya, ύστερα από υποψίες ύπαρξης κάποιου «αθέμιτου πλεονεκτήματος». Η πιστοποίηση φύλου (gender verification) των αθλητριών/αθλητών καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 1966 στα πλαίσια ελέγχου μίας πιθανής συμμετοχής κάποιου άνδρα αγωνιζόμενου ως γυναίκα. Η διαδικασία αυτή θεσπίστηκε στο «1966 European Track and Field Championship» (Fouche, 2012) καθώς την ίδια χρονιά είχαν αποχωρήσει 6 αθλητές του ανατολικού μπλοκ όταν τους ανακοινώθηκε η επικείμενη εξέταση τους από επιτελείο φυσιολόγων και γιατρών. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (IOC) κατήργησε την διαδικασία το 1999 αλλά αντικαταστάθηκε από την διαδικασία εκτίμησης ανά περίπτωση από την ίδια επιτροπή και την IAAF το 2003 και το 2006 αντίστοιχα (Fouche, 2012).
Το «φυσικό πλεονέκτημα» τους σώματος της Semenya κρίθηκε ως αθέμιτος ανταγωνισμός απέναντι στις υπόλοιπες αθλήτριες και η μοναδική λύση που προτάθηκε από τα επίσημα χείλη ήταν είτε η διόρθωση του φύλου της (μέσω ορμονικής θεραπείας (12) με κίνδυνο την ίδια της την ζωή) είτε τον δια βίου αποκλεισμό της από κάθε επίσημη αθλητική διοργάνωση. Όπως καταδεικνύει η Fouche, στο άρθρο της με τίτλο «Aren’t Athletes Cyborgs?: Technology, Bodies, and Sporting Competitions», ιστορικά οι αθλητικοί φορείς χρησιμοποίησαν ως εργαλείο προς όφελος τους την επιστήμη για να δικαιολογήσουν τις θέσεις τους σε διάφορα ζητήματα που προέκυπταν όσο αναφορά το πως πρέπει να είναι οι αθλητές, τα σώματα τους και οι επιδόσεις τους. Ένα από τα στοιχεία που έρχονται στο προσκήνιο μέσω των παραπάνω αποφάσεων είναι το άκαμπτο ιεραρχικό σύστημα διακρίσεων και ο έμφυλος προσανατολισμός του. Η εμμονή στην τήρηση και τον καθορισμό «καθαρών φύλων» δεν αποτελεί μια απλή εναρμόνιση με τους φυσικούς νόμους αλλά μία διαδικασία που στοχεύει στον πλήρη σωματικό κομφορμισμό. Το σώμα της Semenya δεν αντιμετωπίζεται ως ένα «θαύμα» της φυσικής ποικιλομορφίας όπως αντιμετωπίζεται για παράδειγμα το «φυσικό πλεονέκτημα» του Ibrahimovic. Στην περίπτωση της οφείλει να συμμορφωθεί ή αντίθετα να μείνει εγκλωβισμένη στο προσωπικό σωματικό της δράμα. Παρόλα αυτά δεν συνιστά η σωματική της ιδιαιτερότητα το μοναδικό ζήτημα που αξίζει την προσοχή. Παρακολουθώντας την ιστορική πορεία ανάπτυξης του γυναικείου αθλητισμού καθώς και του «πιστοποιητικού φύλου» γινόμαστε μάρτυρες μιας εκ βάθρων διάκρισης των δύο φύλων και της πρόσληψης τους ως φορείς ανωτερότητας/κατωτερότητας, ικανότητας/ανικανότητας. Το δίπολο άνδρας/γυναίκα έχει νοηματοδοτηθεί στα πλαίσια πολλών επί μέρους ιεραρχικών διχοτομιών όπως το φυσικό/αφύσικο, το δημόσιο/ιδιωτικό. το ενεργητικό/παθητικό. Στην αναζήτηση της θέσης που συντελείτε μεταξύ φύλων και σωματικής ικανότητας η φιλοσοφική σκέψη έχει ως αφετηρία τον Αριστοτέλη ο οποίος θεωρείτε από πολλούς πατέρας των ιεραρχήσεων (Garland- Thomson, 2017· Samuels, 2002). Η ανάλυση του επικεντρώνεται στο φυσιολογικό και το αφύσικο σώμα και παραδέχεται ότι το θηλυκό είναι σαν ένα παραμορφωμένο αρσενικό, ένα αρσενικό σε έκπτωση. Τοπoθετεί στο κέντρο τον «γενετικό τύπο» και εξωτερικά του την τερατογένεση και την θηλυκότητα (Garland-Thomson, 2017). Σε άλλο έργο του κλασικού φιλοσόφου συναντάμε το θηλυκό και ως ακρωτηριασμένο αρσενικό: «Πηγή της διαφορετικότητας αποτελεί η έννοια του κανόνα, του γενετικού τύπου εναντίον του οποίου όλες οι φυσικές διαφοροποίησεις παρουσιάζονται ως υποδεέστερες και ασήμαντες». Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει η Samuels (2002), δημιουργείτε μια σωματική ιεραρχία της αξίας που βασίζεται στην πληρότητα (ανδρικό σώμα) και στην έλλειψη του (γυναικείο σώμα). Οι επιρροές τέτοιου είδους αναλύσεων γίνονται εμφανείς και στη δικαιολόγηση της ύπαρξης μίας ιατρικής τεκμηρίωσης του φύλου. Καθότι οι αθλητικές επιδόσεις των δύο φύλων (13) θεωρείται ότι απέχουν σε μεγάλο βαθμό και ότι η σωματική τους δύναμη δεν μπορεί να τεθεί σε ανταγωνισμό, η ύπαρξη ενός θεσμικού φορέα που θα «προστατεύει» τον γυναικείο αθλητισμό από απόπειρες απόκρυψης της ανδρικής ταυτότητας κρίνεται ως επιβεβλημένη. Έτσι η γκρίζα ζώνη που δημιουργείται μεταξύ των δύο φύλων για αθλητές όπως η Semenya, αναπαράγεται ως περιπτωσιολογία και εν τέλει περιθωριοποιείται. Η ουδετερότητα των ιατρικών πορισμάτων επιβάλει τα προτάγματα του ορθού σώματος του αθλητή και νομιμοποιεί το ήδη υπάρχον εμφυλοποιημένο ηγεμονικό σύστημα. Η τοποθέτηση αυτή συνταιριάζει απόλυτα με αυτό που αναλύσει η Donna Haraway ως σύγχρονη ψευτο- αντικειμενικότητα του γενετικού φετιχισμού (Louis, 2004). Η επιλογή της διόρθωσης φύλου αποτελεί με αυτόν τον τρόπο μοναδική μέθοδο επανάκτησης της αθλητικής ταυτότητας και επιστροφής στους αθλητικούς χώρους. Η Fouche θέλοντας να δώσει λύση στο ζήτημα αυτό που προκύπτει λόγο των διαχωριστικών πρακτικών στον αθλητισμό, προτείνει την αποδοχή τόσο από τους επίσημου φορείς όσο και σε κοινωνικό επίπεδο της cyborg φύσης του σώματος του αθλητή. Η cyborg μορφή του αθλητή/αθλήτριας συνίσταται σε ένα πλάσμα του «μετα-έμφυλου κόσμου» το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνολογία και την φυσικοποιεί, δημιουργώντας μία διαφορετική αντίληψη, έναν νοητικό και συμβολικό χώρο ανάμεσα στο τεχνητό και στο φυσικό, το αρσενικό και το θηλυκό. Το ερώτημα που συνοψίζει την κριτική πρόταση της Fouche διαπερνάται από την απορία «γιατί είναι απαραίτητο να εμμένουμε στην φανταστική κατασκευή του φυσικού σώματος του αθλητή η οποία βασίζεται στην παραδοσιακή έμφυλη διαφορά, και να μην προβούμε στην αντικατάσταση του με την παρούσα μορφή του αθλητή cyborn;» Μήπως ο διαχωρισμός των σωμάτων των αθλητών δεν αποτελεί μια απλή ιστορική τυπολατρία αλλά μια ιδεολογική θέση; Μπορούν τα σώματα των αθλητών με αναπηρία να αντισταθμίσουν και να αντισταθούν με περισσότερο ορατούς τρόπους στις παραπάνω κυρίαρχες σωματικές νόρμες;
12 Όπως αναφέρεται σε αντίστοιχο άρθρο: «Αλλά, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η «βίαιη» προσαρμογή των τιμών της τεστοστερόνης της σε επίπεδα άγνωστα για τον οργανισμό της θα την καταδικάσει σε μετριότατες επιδόσεις. Δεν έκανε κάτι κακό. Θα πληρώσει, όμως, ένα παράξενο παιχνίδι της φύσης.» (Protagon.gr, 2019)
13Έχει τεκμηριωθεί μέσα από συγκριτικές μελέτες που αφορούν τις επιδώσεις των δύο φύλων ότι δεν σχετίζονται κατά κανέναν τρόπο με την σωματική ισχύ ή τα χαρακτηριστικά των αθλητών/αθλητριών, αλλά βασίζονται στην ιστορική και πολιτισμική πορεία ανάπτυξης των αθλημάτων και στην καθυστέρηση εισόδου των γυναικών στον επαγγελματικό αθλητισμό. Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι οι σωματικές διαφορές κορυφαίων γυναικών και ανδρών, αθλητών και αθλητριών είναι μικρές σε σύγκριση με αυτές στο γενικό πληθυσμό.
