Αναπηρία και αθλητισμός: Λόγοι και νοηματοδοτήσεις του ικανού και του ανάπηρου σώματος στον σύγχρονο αθλητισμό – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Κρυσταλίας Μπλιαχούτα – ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ» – Μέρος 8ο

Μάι 21, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κεφάλαιο Τρίτο

Σώματα υπό αμφισβήτηση – Σώματα σε δράση

3.1 Αναζητώντας το ανάπηρο σώμα

Ο Lennard Davis (2013) αναφερόμενος στο ανάπηρο σώμα τονίζει την έλλειψη ενδιαφέροντος που δείχνουν οι ερευνητές για αυτό όχι ως ζήτημα αγνόησης ή παράλειψης αλλά ως αποτέλεσμα μιας βαθύτερης ιδεολογικής αντινομίας που σχετίζεται με τον ικανό πολιτισμό και την ανθρώπινη ουσία. Οι ιδεολογικοί αυτοί λόγοι απομάκρυνσης του βλέμματος από το ανάπηρο σώμα παίρνουν σάρκα και οστά καθώς προσεγγίζεται η κυρίαρχη νόρμα και οι μέθοδοι που τη συγκροτούν, όπως είδαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο. Πριν την ανάδειξη όμως των τρόπων δράσης του ανάπηρου σώματος στο πεδίο του αθλητισμού κρίνεται απαραίτητη η προσπάθεια οριοθέτησης και εννοιολόγησης του.
Το ανάπηρο σώμα γίνεται κατανοητό σε πολλές περιπτώσεις ως το αντίθετο του αρτιμελούς, ικανού σώματος και γίνεται φορέας βιολογικοποιημένων και ιατρικών περιγραφών σηματοδότησης της βλάβης. Έχουν συντελεστεί αρκετές προσπάθειες επανανοηματοδότητης του ιατρικοποιημένου ανάπηρου σώματος μέσω κοινωνικών προσεγγίσεων του από κριτικούς θεωρητικούς των Σπουδών αναπηρίας. Το κοινωνικό μοντέλο, όπως αναπτύχθηκε στα βρετανικά πλαίσια διακηρύσσει ότι «τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με αναπηρίες είναι αποτέλεσμα κοινωνικής καταπίεσης και αποκλεισμού και όχι αποτέλεσμα των ατομικών τους ελλείψεων» (Shakespeare, 2012) Κεντρικό δίπολο που αναδύεται από την διακήρυξη αυτή είναι αυτό της αναπηρίας, η οποία νοείται ως κοινωνικός αποκλεισμός, και της βλάβης ως φυσικού περιορισμού. Η ευθύνη μετατοπίζεται από το άτομο με αναπηρία στην κοινωνία «αυτή χρειάζεται να αλλάξει και όχι η επονομαζόμενη βλάβη» (Shakespeare, 2012). Με αυτόν τον τρόπο η αναπηρία λαμβάνεται υπόψιν ως μία μορφή καταπίεσης αλλά ταυτόχρονα και ως δυνατότητα αντίστασης. Ένα πρώτο βήμα της κατανόησης του ανάπηρου σώματος και των αρνητικών νοηματοδοτήσεων του αποτελεί η αποδομητική κριτική της Thomson-Garland (2005), στην οποία παρουσιάζει πέντε βασικές αφηγήσεις της αναπηρίας που κυριαρχούν στον καθημερινό μας λόγο. Εκκινά με την «βιοϊατρική αφήγηση» η οποία στοιχειοθετεί και ονομάζει τις σωματικές και εγκεφαλικές βλάβες και προσπαθεί μέσω των τεχνολογικών και ιατρικών μεθόδων να τις ορθολογικοποιήσει. Στα πλαίσια της αφήγησης αυτής η αναπηρία ταυτίζεται με την αποτυχία. Έπειτα συναντάμε την συναισθηματική αφήγηση (την συναντάμε ευρέως στα ελληνικά δεδομένα) βάσει της οποίας οι άνθρωποι με αναπηρία προσεγγίζονται με μια ναρκισσιστική συμπόνοια. Το αφήγημα του «προσωπικού ελαττώματος» αλλά και η αφήγηση της καταστροφής παρουσιάζουν την αναπηρία ως δραματική, μια εξαιρετική κατάσταση που απαιτεί κουράγιο. Τέλος η Thomson-Garland (2005) παραθέτει την «αφήγηση του εξευτελισμού» όπου η αναπηρία επιβάλλεται να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Οι παραπάνω αφηγήσεις συνδυάζονται με μία στιγματιστική πολιτική που ακολουθούν τα νεοφιλελεύθερα δημοκρατικά κράτη, και αναδεικνύουν την περιθωριοποίηση του ανάπηρου σώματος και την τοποθέτηση του στον ιδιωτικό χώρο.
Όπως έχει σημειωθεί το στοιχείο εκείνο που συνενώνει τους ανθρώπους με αναπηρία κάτω από την ίδια ταυτότητα δεν αποτελεί η κατάσταση της υγείας τους ή της αρτιμέλειας τους αλλά η κοινή εμπειρία του στίγματος. Ακολουθώντας τον ορισμό που έδωσε ο Goffman (2001) για την έννοια του στίγματος το οποίο γίνεται αντιληπτό ως «μία αναφορά που επιτρέπει να προσδίδεται σε ορισμένα ανθρώπινα όντα μια ειδική θέση […] οι άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους ως φυσιολογικούς νομίζουν ότι είναι ανώτεροι από τους φορείς του στίγματος, τους βλέπουν ως παρέκκλιση στο ανθρώπινο». Τη σχέση αυτή μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων ο Goffman την ονομάζει «αλληλοεπιδρούσα αλλοτρίωση». Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η βασική ανάλυση του όρου του «φυσιολογικού-τυποποιημένου» (normate) από την Garland-Thomson (2017). Για την ίδια ο όρος αυτός αναδεικνύεται ως η κοινωνική μορφή μέσα από την οποία οι άνθρωποι μπορούν να αναπαριστούν τους εαυτούς τους ως καθορισμένα ανθρώπινα όντα. Ποιο συγκεκριμένα αποτελεί μια κατασκευασμένη ταυτότητα εκείνων οι οποίοι μέσω σωματικών μορφοποιήσεων και πολιτισμικού κεφαλαίου μπορούν να κινούνται σε θέση κυριαρχίας και να διαχειρίζονται την εξουσία που τους αναλογεί. Στο σημείο αυτό έρχεται στην επιφάνεια ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα στην ανάλυση της αναπηρίας που σχετίζεται με τον ετεροπροσδιορισμό και αυτοπροσδιορισμό. Όπως παρουσιάζει στο βιβλίο του ο Λάζαρος Τεντόμας (2020) οι απόψεις για την χρήση της έννοιας αναπηρία, ανάπηρος, σακάτης και ΑΜΕΑ διαφοροποιούνται ακόμα και στο εσωτερικό ενός χώρου που λαμβάνουν μέρος και συνδιαλέγονται άνθρωποι με αναπηρίες. Για κάποιους ο όρος αναπηρία προσδίδει κατωτερότητα, ανικανότητα και αποτελεί έκφραση της κρατικής τυπολατρίας. Για άλλους συνιστά μια ευκαιρία εισόδου στην κοινωνία, ταυτοποίησης και ορατότητας. Υπάρχουν επίσης αρκετοί (όπως θα δούμε και παρακάτω) οι οποίοι επανορίζουν τους ετεροπροσδιορισμούς αυτούς στην προσπάθεια τους να καταδείξουν μια διαφορετική βιωμένη εμπειρία η οποία μεταβάλει τις αρνητικές συνδηλώσεις σε θετικά νοήματα.
Επανερχόμενοι στο πεδίο του αθλητισμού διαφαίνεται ένα μεγάλο κενό όσο αναφορά τις μελέτες που σχετίζονται με τον αθλητισμό ανθρώπων με αναπηρίες. Ο αθλητισμός που συγκροτεί ένα πεδίο φυσικής σωματικής ικανότητας, προσφέρει αρκετές δυνατότητες πολλαπλής ανάλυσης όταν συσχετιστεί με τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των Σπουδών αναπηρίας (Cahn, 2014). Για την Inckle (2015) οι αθλητές με αναπηρία μπορούν να αποτελέσουν ένα παράδειγμα που σπάει την ταύτιση της αναπηρίας με την ασθένεια. Ποιες αναλυτικές ρωγμές αλλά και κοινωνικές ρήξεις επιφέρει η μαζική είσοδος αθλητών με αναπηρία στους αγωνιστικούς χώρους; Τι είδους συναθροίσεις και συμμαχίες προκύπτουν στο συλλογικό επίπεδο και με ποιον τρόπο αναδιαμορφώνεται ο χώρος εμφάνισης μετά την κίνηση και την δράση των σωμάτων αυτών. Στο βιβλίο της η Butler (2017) διακηρύσσει με αγωνιστική χροιά τις μορφές, τις ποιότητες και τα περιεχόμενα που χρειάζεται να κατέχει ένας δικαιωματικός αγώνας για όσους βιώνουν την επισφάλεια και την απώλεια βασικών δικαιωμάτων. Φέρνει στο προσκήνιο την πολιτική δράση των επισφαλών που συναθροίζονται σε διάφορους «χώρους εμφάνισης» για να απαιτήσουν τα αναφαίρετα δικαιώματα τους στην τροφή, την απασχόληση, την κινητικότητα και την ελεύθερη πρόσβαση στους θεσμούς. Στο σημείο αυτό παρατηρούμε ότι η Butler (2017) δεν ξεχνά τα σώματα εκείνα που τους στερείται η ανεμπόδιστη κίνηση, όπως είναι τα άτομα με αναπηρία. Όπως χαρακτηριστικά προβάλλεται άμεσα από τα λεγόμενα της « […] είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ήμαστε ένας και μόνο πληθυσμός (έμφυλες και σεξουαλικές μειονότητες), που έχει εκτεθεί και μπορεί να εκτεθεί σε συνθήκες επισφάλειας και απώλειας δικαιωμάτων». Εστιάζοντας έπειτα στην μορφή των κοινοτήτων και συλλογικοτήτων αλλά και στο χώρο δράσης τους, εξηγεί ότι η ίδια η μορφή της αντίστασης, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται, λειτουργούν και φέρονται οι κοινότητες αυτές για να αντισταθούν στην τρωτή και επισφαλή τους θέση αποτελεί «το ιδανικό πρότυπο για τις αξίες για τις οποίες αγωνίζονται οι κοινότητες αυτές». Ο χώρος της δράσης τους, ο χώρος δηλαδή που εκφράζουν τα πολιτικά τους διακυβεύματα και την ενσώματη δράση τους αποτελεί τον χώρο της εμφάνισης (δανειζόμενη την έννοια αυτή από την Hannah Arendt). Η διαφωνία της Butler (2017) ως προς τον χώρο της εμφάνισης ο οποίος νοηματοδοτείται από την Arendt ως η προϋπόθεση για την ύπαρξη πολιτικής δράσης και το αντίθετο, συμπυκνώνεται στην αμέλεια ή για την ακρίβεια άρνηση της να συμπεριλάβει την ύπαρξη κάποιου είδους υποστήριξης στην πολική δράση. Επιπλέον τονίζει ότι η δράση αυτή «είναι σταθερά σωματική ακόμα και στις εικονικές της μορφές […] τα υλικά μέσα υλοποίησης της δράσης δεν είναι απλά μέρος της δράσης αλλά είναι και το αντικείμενο του αγώνα…» (Butler, 2017)
Τα παραπάνω προτάγματα ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση για το κατά πόσον μπορεί η αθλητική δραστηριότητα να αναχθεί ως ένα εργαλείο, μέσω του οποίου τα υποκείμενα διεκδικούν στοιχειά της ζωής τους που εκλείπουν στο επίπεδο των συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα δημιουργούνται ρωγμές στους τρόπους με τους οποίους γινόταν κατανοητά μέχρι πρότινος τόσο τα σώματα των ανθρώπων αυτών όσο και η δράση τους:

…όταν σκεφτόμαστε τι σημαίνει να συναθροίζεται ένα πλήθος […] και τι σημαίνει να κινούμαστε μέσα στο δημόσιο χώρο με τρόπο που αμφισβητεί την διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, βλέπουμε κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους τα σώματα, στην πολλαπλότητα τους διεκδικούν το δημόσιο, βρίσκουν και παράγουν το δημόσιο, καταλαμβάνοντας και αναδιαμορφώνοντας την ύλη του υλικού περιβάλλοντος. (Butler, 2017)

Οι αθλητές με αναπηρία εισέρχονται σε ένα πεδίο σωματικής ικανότητας, αίρουν την απλή ταύτιση του ανάπηρου σώματος με το αδρανές καθηλωμένο σώμα και διεκδικούν το δημόσιο χώρο δράσης μεταβάλλοντας τις υλικές του υποδομές και τα ήδη υπάρχοντα περιβάλλοντα. Στρέφοντας την ματιά μας στα ίδια τα λεγόμενα καθώς και στους τρόπους που επιθυμούν οι ίδιοι να αυτοπαρουσιάζονται προβάλλεται ξεκάθαρα μια αλλαγή παραδείγματος και η απαίτηση για μεταβολή των κοινωνικών συμφραζομένων.

Μετάβαση στο περιεχόμενο