2.3 ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΟΠΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ
Όταν μιλούμε για Οπτικές Αναπηρίες στα άτομα, ο λόγος γίνεται αφενός για εκείνα που πάσχουν από ολική τύφλωση, αφετέρου από εκείνα που έχουν περιορισμένες δυνατότητες όρασης. Τα προβλήματα όρασης πραγματοποιούνται ανάμεσα σε δύο άκρως αντίθετες καταστάσεις, με την πρώτη να πραγματοποιούν κανονική
λειτουργία τα μάτια και την δεύτερη να δυσλειτουργούν και να παρουσιάζουν αδυναμίες. Ο διαχωρισμός των δύο αυτών μορφών αναπηρίας, καθιστά φανερές τις διαφορές τους, οι οποίες έχουν να κάνουν με την οξύτητα της όρασης, το οπτικό πεδίο, τη χρωματική όραση, την αντίδραση των ματιών στο φως, την ακολουθία των κινήσεων αλλά και την αναγνώριση των σχημάτων (Kirshbaum, Olkin, 2002).
Ωστόσο ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός πως η τύφλωση δεν συνιστά την ολοκληρωτική απουσία της οπτικής αίσθησης και διέργεσης, καθώς το άτομο με οπτική αναπηρία μπορεί να είναι σε θέση να αντιληφθεί κάποιο φως στο σκοτάδι του ή κάποιες φορές και μερικές κινήσεις, εικόνες. Η σημείωση αυτή φαίνεται σημαντική, καθώς ο όρος της τύφλωσης, ίσως, προσεγγίζεται εσφαλμένα. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι όταν αναφέρονται στην αναπηρία της τύφλωσης έχουν στο μυαλό τους την αδυναμία του ατόμου να διακρίνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το βαθύ σκοτάδι. Έρευνες και μαρτυρίες ανθρώπων, όμως, έχουν αποδείξει ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η τύφλωση διαφοροποιείται από άτομο σε άτομο και τα όργανα των ματιών έχουν πολλές λειτουργίες και δυνατότητες (Kirshbaum, Olkin, 2002).
Η τύφλωση στα παιδιά μικρότερης ηλικίας, είναι λίγο πιο περίπλοκη, καθώς τα μάτια τους είναι πιο ευαίσθητα σε σχέση με των μεγαλύτερων, σε ηλικία. Έτσι, τα παιδιά με ολική τύφλωση μπορούν να δουν στο 10% αντικείμενα που βρίσκονται γύρω τους, συγκριτικά με τα παιδιά κανονικής όρασης. Η διαφορά αυτή, μάλιστα, οφείλεται και στο γεγονός πως πιθανά μέσα οπτικής ενίσχυσης δε προσφέρουν δυνατότητα βελτίωσης και αύξησης του ποσοστού. Από την άλλη, όμως, τα παιδιά με μερική τύφλωση μπορούν να δουν σε ποσοστό από 10% έως 33% με τη βοήθεια των μέσων οπτικής ενίσχυσης. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί είναι σε θέση να διαβάσει ένα γραπτό κείμενο ή να αναγνωρίσει εικόνες και σχήματα (Erin, Koening, 1997).
Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός πως τα αισθητήρια όργανα του ατόμου, αποτελούν τις πύλες εισόδου των Πληροφορικής από το εξωτερικό περιβάλλον του (Τσιναρέλης, 2005). Συγκεκριμένα, η δυνατότητα της όρασης είναι αυτή που συντονεί τις κινήσεις και τις λειτουργίες του ατόμου. Το άτομο πρώτα βλέπει και εστιάζει σε αυτό που του φαίνεται ενδιαφέρον, αναγκαίο ή χρήσιμο και στην συνέχεια λειτουργία και κατευθύνεται σε αυτό. Σύμφωνα με τον Gibson η όραση είναι η «Βασίλισσα των Αισθήσεων». Με βάση το παραπάνω η οπτική αναπηρία επηρεάζει και μεταλλάσσει σε σημαντικό βαθμό την καθημερινότητα του ατόμου. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις, σύμφωνα με μελέτες, η έλλειψη της όρασης ή οι χαμηλές δυνατότητες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό και τις κινητικές λειτουργίες του ατόμου. Ιδίως αυτό συμβαίνει σε παιδιά μικρής ηλικίας, τα οποία δυσκολεύονται ακόμη στο να αποκτήσουν αυτές τις κινητικές λειτουργίες. Στην περίπτωση των νέων, μάλιστα, η δυσκολία έγκειται και στην απόκτηση άλλων δεξιοτήτων, όπως είναι οι κοινωνικές, οι επικοινωνιακές ή οι γνωστικές (Πολυχρονοπούλου, 2003).
Η λειτουργικότητα του ατόμου, σε γενικές γραμμές ακολουθεί μία συγκεκριμένη πορεία ανάπτυξης, είτε αφορά άτομα με αναπηρίες, είτε χωρίς αναπηρίες. Ωστόσο το περιβάλλον και η αλληλεπίδραση μεταβλητών από αυτό διαμορφώνουν την ανάπτυξη των ατόμων. Πιο συγκεκριμένα, το άτομο αναπτύσσεται μέσα στην κοινωνία, μαθαίνει να κοινωνικοποιείται, να συμβιώνει αρμονικά και να αυτοεξυπηρετείται. Αυτή η διαδικασία, όμως, διαφορετικά εξελίσσεται στα κανονικά άτομα και διαφορετικά στα άτομα που πάσχουν από τύφλωση. Οι δεύτεροι είναι υποχρεωμένοι να συντονίσουν και να διαμορφώσουν τις συνθήκες ζωής τους με βάση την αναπηρία τους, προκειμένου να μην διατρέξουν κινδύνους. Οι περιβαλλοντικοί αυτοί παράγοντες συμπεριλαμβάνουν τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναθρέφεται και μεγαλώνει το άτομο (Dewsbury, 2004, στο Σούλης,2013). Για παράδειγμα το χαμηλά οικονομικό περιβάλλον και η κοινωνία μέσα στην οποία ζει ο ανάπηρος μπορεί να τον δυσκολέψει να αναπτύξει τις δεξιότητες του. Αυτό συμβαίνει, καθώς στην αντίθετη περίπτωση, που τα οικονομικά και οι πόροι βοηθούν ώστε τα ερεθίσματα να είναι περισσότερα για το ανάπηρο άτομο, έχει τα δυνατά μέσα ώστε να βελτιώσει την κατάσταση του.
Την ίδια ευθύνη στην εξελικτική πορεία, έχει και η ηλικία στην οποία το άτομο χάνει την όραση του. Έτσι, μελέτες απέδειξαν πως τα άτομα με εκ γενετής οπτικές αναπηρίες είναι αυτά που στην πλειονότητα παρουσιάζουν διαταραχές, καθώς δεν έχουν λάβει ποτέ εξωτερικά ερεθίσματα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν διαταραχές τόσο στην ψυχολογία του, όσο και στην γενικότερη σύσταση του. Σε αντίθεση τα άτομα που έχουν οπτική εμπειρία και στην πορεία χάνουν την όραση τους (είτε λόγω κάποιας ασθένειας, είτε λόγω ατυχήματος), επειδή ακριβώς έχουν εικόνες του εξωτερικού περιβάλλοντος και του τρόπου με τον οποίοι λειτουργεί, η διαβίωση του είναι ευκολότερη και πιο συνεργάσιμη. Το βασικότερο παράδειγμα στην έλλειψη της όρασης εκ γενετής είναι ακριβώς η απουσία της εικόνα που έχουν εξωτερικά τα αντικείμενα και όντα. Στην περίπτωση αυτή, η απουσία αίσθησης και εικόνας των μορφών και χρωμάτων, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ψυχοσύνθεσης του ατόμου (Warren, 1994).
Φυσικά, υπάρχουν και οι αντίθετες υποστηρικτικές απόψεις που τάσσονται υπέρ της εκ γενετής τύφλωσης, σε ότι έχει να κάνει με την ψυχολογία του ατόμου, καθώς υποστηρίζουν πως το να έχει κάποιος όραση και στην πορεία να την χάνει είναι πιο επώδυνο από το να μην έχει γευτεί ποτέ την γλύκα της. Η πλειονότητα όμως, τάσσεται υπέρ της πρώτης.
Ωστόσο όπως και να έχει η απουσία της όρασης είναι εμφανής σε όλες τις πλευρές ανάπτυξης και άνθισης της προσωπικότητας του ατόμου. Τα άτομα με οπτικές αναπηρίες είναι λιγότερο ικανά στις δεξιότητες της καθημερινής ζωής, όπως και στις κινητικές. Αυτό φαίνεται λογικό, καθώς η αίσθηση της ανασφάλειας γύρω τους, τους επηρεάζει εγκεφαλικά και έτσι ο εγκέφαλος πρώτα τα επεξεργάζεται και μετά δίνει εντολές. Στην περίπτωση των υγιή ατόμων, η ανταπόκριση σο περιβάλλον γίνεται συντομότερα, καθώς ο εγκέφαλος μέσω της εικόνας αντιλαμβάνεται επεξεργάζεται και δίνει εντολές σχεδόν αμέσως. Έτσι τα άτομα με οπτική αναπηρία, κατά συνέπεια, βιώνουν χαμηλότερο επίπεδο ποιότητας ζωής.
Σήμερα η ταξινόμηση της οπτικής αναπηρίας γίνεται με τον παρακάτω τρόπο:
– Μέτρια Οπτική Αναπηρία
– Σοβαρή Οπτική Αναπηρία
– Βαριά Οπτική Αναπηρία
Η διαβάθμιση αυτή αφορά τις επιδόσεις των ατόμων στην καθημερινή τους ζωή και με βάση αυτή κατηγοριοποιούνται.
