Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 21ο

Απρ 6, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.2 Αποκλεισμός και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις

Στο συγκεκριμένο θεματικό άξονα καταγράφονται οι εμπειρίες των συμμετεχόντων αναφορικά με τις αντιδράσεις αγνώστων ανθρώπων, κατά τις καθημερινές κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Αξίζει να σημειωθεί, ότι μια κοινή ερμηνεία που προβλήθηκε, πέρα από το μισαναπηρισμό, είναι ότι οι συμπεριφορές αυτές, οι βασισμένες σε στερεότυπα, αναδεικνύουν σε πολλές περιπτώσεις το στοιχείο της άγνοιας και της έλλειψης εξοικείωσης. Επίσης, ένα ακόμα στοιχείο που επαναλαμβάνονταν, κατά την αναφορά τους για τα βλέμματα, τα οποία λαμβάνουν στην καθημερινότητά τους από άγνωστους, είναι ότι προσομοιάζουν με το να βλέπουν έναν “εξωγήινο”.
Στην συγκεκριμένη ενότητα περιλαμβάνονται επίσης οι υποκειμενικές τους κρίσεις για τις στάσεις των οικείων τους προσώπων, δηλαδή του φιλικού τους δικτύου και των προσώπων του στενού και ευρύτερου οικογενειακού τους κύκλου. Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά και στις εμπειρίες προκατάληψης που σχετίζονται με τη σύναψη ερωτικών και συντροφικών σχέσεων.

3.2.1 Κοινωνική συμπεριφορά που έχει ως βάση στερεότυπα και προκαταλήψεις.
Τα παρακάτω αποσπάσματα έχουν ως κοινό παρονομαστή την εμπειρία των συμμετεχόντων σε σχέση με βλέμματα μη αναπήρων εξαιτίας της βλάβης. Τα βλέμματα αποτελούν αντανακλάσεις των συναισθημάτων των μη αναπήρων προς τα άτομα με βλάβη.
“Έχω πάρα πολλά να σου πω. Κοίτα, εγώ νομίζω στη ζωή μου ότι συναντάω δύο κατηγορίες ανθρώπων. Ή αυτούς που με το που θα με δουν θα δουν τις συνθήκες και το υπόβαθρο και θα με εκτιμήσουν για όλα αυτά που κάνω, ή την κατηγορία των ανθρώπων που θα με δει και θα πει “α! αυτή είναι ανάπηρη”, ας πούμε, “και δεν μπορεί να κάνει αυτό που έχει να κάνει σωστά” και θα με απαξιώσει. Αυτές τις δύο κατηγορίες συναντώ. Εγώ δεν νομίζω ότι είναι μισαναπηρισμός μόνο. Εγώ νομίζω ότι είναι έλλειψη εμπειρίας, είναι άγνοια, είναι φόβος, είναι γενικά έλλειψη εξοικείωσης. Μου έχουν τύχει άπειρα περιστατικά (…) Όσον αφορά τα βλέμματα, κοίταξε, ένα παιδί με αναπηρία που μέχρι τα 6 του κυκλοφορεί έξω με καρότσι περιπάτου – όχι αναπηρικό, καρότσι περιπάτου – στάνταρ το κοιτάνε. Ένα παιδί που έχει το χέρι του το ένα μαζεμένο και δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει, στάνταρ το κοιτάνε. Απλά μετά από ένα σημείο εξοικειώνεσαι τόσο πολύ που δεν σε ενοχλούν τα βλέμματα, δεν τα βλέπεις οπότε δεν νιώθεις και τίποτα.” (συν. 2).
“(…) Γιατί είχα και το κομμάτι πέρα, από τις άσχημες συμπεριφορές ότι αυτό είναι κάτι που κολλάει. Θα πω απλά οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν, δεν ξέρουν, και το αφήνω απλά εκεί.” (συν. 3).
Αναφορικά με τα βλέμματα των μη αναπήρων συναντάται είτε η αμφισβήτηση του ατόμου λόγω της αναπηρίας, είτε η περιέργεια, ακόμη και η απέχθεια, είτε η κατανόηση. Τα υποτιμητικά βλέμματα αποτέλεσαν μια κοινή εμπειρία των συμμετεχόντων στην ολότητά τους ανεξάρτητα από τη σωματική βλάβη.
“Παλαιότερα ειδικά τα βλέμματα ήταν πολύ πιο έντονα, κοιτούσανε, καρφώνονταν, δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω μου. Ας πούμε είναι πολλοί που γελάνε, π.χ. βρίσκονται με κάποιον και περνάνε καλά μαζί του και όταν με βλέπουν τους κόβεται το γέλιο. Σαν να μην μπορούν να γελάσουν μπροστά από την αναπηρία, όταν ένας άνθρωπος είναι ανάπηρος, σαν το γέλιο να απαγορεύεται, σαν μια εικόνα να βρίσκεται μπροστά τους και τους κόβεται η χαρά. Είναι πολύ συγκλονιστικό να το βλέπω αυτό. Είναι πληγωτικό, θλίβομαι, στενοχωριέμαι και θυμώνω. Άλλοι επίσης με κοιτάνε και κάνουν μια γκριμάτσα τύπου, καταλαβαίνω τι περνάς και πρέπει να είναι πολύ δύσκολο, πράγμα το οποίο είναι επίσης πολύ πληγωτικό. Άλλοι μου δίνουν λεφτά στο δρόμο γιατί νομίζουν ότι είμαι ζητιάνα, μου έχει συμβεί πολλές φορές και μου έχει συμβεί και τώρα τελευταία. Μάλιστα, επειδή με βλέπουν να κάθομαι στο αμαξίδιο και να μην κινούμαι έρχονται και μου δίνουν κέρματα, ή και να κινούμαι, με έχουν σταματήσει στο δρόμο και μου δίνουν λεφτά. Την επόμενη φορά θα τα πάρω δεν υπάρχει περίπτωση. Επίσης, με βλέπουν στο δρόμο και με σταυρώνουν, όλα αυτά είναι αηδία, όλα αυτά είναι μισαναπηρισμός, μισανθρωπιά.” (συν. 4)
“Βλέμματα δεν ξέρω, βασικά για βλέμματα δεν μπορώ να πω κάτι σίγουρα, ίσως αυτό το ότι δεν ακούω και δεν το ξέρει ο άλλος μπορεί να με κοιτάει κάπως περίεργα, κάπως σαν εξωγήινη γιατί δεν μπορεί να καταλάβει, δεν μπορεί να πάει το μυαλό του ότι δεν ακούω, οπότε σκέφτομαι γιατί με κοιτάει έτσι ; (…) Οπότε γενικά έχουμε στο μυαλό ότι ο ανάπηρος είναι χαζός, καθυστερημένος, ή δεν κινείται καλά. Που ακόμα και το να είναι ένας σε καροτσάκι το συνάδουν ότι είναι νοητικά καθυστερημένος. Αλλά ακόμα και τους κωφούς πολλές φορές τους θεωρούν ότι είναι χαζοί, γιατί κάποιοι δεν μιλούν προφορικά και νομίζουν ότι έχουν θέμα. Υπάρχει μια κάποια πρόοδος και μια καλύτερη ενημέρωση νομίζω, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να φύγει αυτό το παλαιωμένο στερεότυπο ότι ανάπηρος είναι ο χαζός.” (συν. 13).
Η καταφανής διάκριση που απαντάται στα βλέμματα των μη αναπήρων, συνδυάζεται και με ένα πλήθος προκατειλημμένων ιδεών και αρνητικών στερεοτύπων για την κοινωνική ομάδα των αναπήρων συνολικά όπως λόγου χάρη ότι η βλάβη είναι κάτι κολλητικό και ότι οποιαδήποτε αναπηρία συνεπάγεται με τη νοητική αναπηρία. Γενικότερα, η κοινωνική ομάδα των αναπήρων για τον κοινό νου κατασκευάζεται ως άξια του οίκτου.
“Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία έχει μείνει πολύ πίσω σε αυτά τα θέματα, όσο και αν έχουν γίνει ενημερώσεις και προσπάθειες και από συλλόγους και από σωματεία και από τους ίδιους τους ανθρώπους, ο καθένας μόνος του που λέμε, παρόλα αυτά βλέπεις ότι ακόμα, πιθανότερο λίγο μεγαλύτεροι άνθρωποι, ακόμα θα σε αντιμετωπίσουν με έναν οίκτο, με ένα “αχ μωρέ, δεν είναι κρίμα!” είναι μια κατάσταση που ρωτάς “τι εννοείς;” (συν. 7)
“Εντάξει τα στερεότυπα που μπορεί να υπάρχουν για την αναπηρία, τα κρίμα και τα λοιπά παίζουν γενικά (…) Τώρα σε άλλα περιστατικά, ένα χαρακτηριστικό είναι που προχώραγε ένα παιδί στην απέναντι πλευρά στο πεζοδρόμιο και εγώ ήμουν με μια κοπέλα με αμαξίδιο και ρωτάει το παιδί, “μαμά τι είναι αυτό” και του κάνει η μαμά του “Σςς”. Είναι το κλασικό παράδειγμα που το παιδί δεν θα μάθει και θα μείνει από απόσταση στη διαφορετικότητα και στην αναπηρία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις που έχει ρωτήσει το παιδί τι είναι αυτό που κρατάει, εννοώντας το λευκό μπαστούνι, του λέει η μαμά του για πάμε να ρωτήσουμε το κύριο. Ε, αυτό το παιδί θα μάθει, θα μάθει κιόλας έχοντας το κίνητρο της γνώσης και ξέροντας ότι κινούμαστε προς αυτή, χωρίς να έχουμε παρωπίδες και να κρατάμε αποστάσεις και να χτίζουμε τείχη φοβικά.” (συν. 9)
Γενικότερα, επαναλαμβάνεται η έλλειψη ενημέρωσης, επαφής και κοινού τόπου μεταξύ αναπήρων και μη, που ενδεχομένως θα συνηγορούσαν προς μια αλλαγή των προκατειλημμένων απόψεων. Εκφράζεται, επίσης, μια βελτίωση στις στάσεις όσον αφορά τα μεγάλα αστικά κέντρα και μικρότερες επαρχιακές πόλεις, όπου οι ανάπηροι πολίτες δεν είναι το ίδιο ορατοί.
“Εντάξει γίνονται προσπάθειες, γίνονται εκδηλώσεις, υπάρχει ενημέρωση, αλλά εξαρτάται που ζεις. Δηλαδή αυτό που κατάλαβα από την Αθήνα όταν πηγαίνουμε για το πρωτάθλημα, εκεί ζουν πιο άνετα οι άνθρωποι. Έχουν προσβασιμότητα, έχουν άλλη αντιμετώπιση, και στη Θεσσαλονίκη, κάπως καλύτερα. Αλλά σε μικρότερες πόλεις θεωρώ ότι ακόμα είμαστε πάρα πολύ πίσω.” (συν. 6). “ Κοίταξε, η κοινωνία γενικά, μιλάμε για τον κόσμο. Έχουν γίνει βήματα μπροστά, δηλαδή ο κόσμος έχει αρχίσει, επειδή βλέπει και κόσμο να κυκλοφορεί, έχει αρχίσει λίγο να εξοικειώνεται, δεν του φαίνεται το ούφο που έπεσε από τον ουρανό, ή τι κάνει αυτός ας πούμε, γιατί αυτά που σου λέω υπήρχαν κάποτε. Και τώρα
άμα πας σε χωριό και σε δει με μπαστούνι ο άλλος θα σε κοιτάξει κατευθείαν και θα γίνει θέμα συζήτησης. Τουλάχιστον στα αστικά κέντρα έχουν γίνει βήματα μπροστά και ο κόσμος στην πλειοψηφία του θα είναι πρόθυμος, ας πούμε, να σε βοηθήσει ακόμα και τον τρόπο να μην ξέρει ακριβώς, θα σου πει. Και το αντιμετωπίζουν έτσι πιο κατανοητά, το έχουν κατανοήσει ο κόσμος γενικότερα. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι, ξέρεις…”. (συν.8)

Μετάβαση στο περιεχόμενο