Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 16ο

Απρ 1, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.1 Προσβασιμότητα και θεσμικός αποκλεισμός

Στο συγκεκριμένο θεματικό άξονα οι συμμετέχοντες κάνουν λόγο για τα επίπεδα, στα οποία λαμβάνει χώρα ο αποκλεισμός κατά τη συνδιαλλαγή τους με τα εκάστοτε κοινωνικά περιβάλλοντα σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στον αποκλεισμό και στις προκαταλήψεις που συναντώνται στα εργασιακά περιβάλλοντα και στην εκπαίδευση και εκφράζονται οι απόψεις τους σχετικά με την αντιλαμβανόμενη στάση των κρατικών θεσμών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης στο ζήτημα της αναπηρίας.

3.1.1 Ο αποκλεισμός σε δημόσιους χώρους ως απότοκο της ανεπάρκειας σε υποδομές.

Οι συμμετέχοντες σχεδόν στην ολότητά τους ανέφεραν ως ένα από τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κατά τη δραστηριοποίηση τους σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους την έλλειψη προσπελασιμότητας και την ύπαρξη πρακτικών εμποδίων που συστηματικά τους αποκλείουν. Μερικά από τα χαρακτηριστικότερα αποσπάσματα είναι τα εξής:
“Εμένα η μοναδική τράπεζα που με βολεύει είναι μια κοντά στην περιοχή που μένω, έχει αναπηρικές θέσεις, μπορώ να παρκάρω και έχει πρόσβαση. Πολλές φορές σε άλλες τράπεζες, δεν μπορούσα να κατέβω να κάνω τη δουλειά μου. Άλλη μια φορά σε μια άλλη τράπεζα, ήμουν με το γιο ευτυχώς, γιατί γύρισε το καρότσι και έπεσα. Και βγήκε ο διευθυντής της τραπέζης και του είπα “μια ράμπα δεν μπορείτε να κάνετε εδώ;” και μου λέει “ναι, κύριε και χίλια συγγνώμη” και στο δρόμο κάναμε τη συναλλαγή.” (συν.1). “Να το πιάσουμε από τα πολύ πολύ απτά, καταρχήν δεν υπάρχει πρόσβαση. Στα περισσότερα κτίρια και υπηρεσίες δεν υπάρχει πρόσβαση. Τώρα τα τελευταία χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς άρχισαν να δίνουν σημασία και να κάνουν ράμπες στα πεζοδρόμια και στους δημόσιους χώρους και στα μαγαζιά, αλλά όχι παντού και πολλές φορές με κακοτεχνίες, μισές δουλειές. Γιατί όταν έχεις τη ράμπα αλλά η ράμπα είναι με σκαλί, ε καταλαβαίνεις ότι είναι δώρον άδωρον. (συν. 2).
“Καταρχάς στους δημόσιους χώρους ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι τα εμπόδια τα οποία βρίσκονται στο δρόμο, δηλαδή στη μετακίνηση και στην πρόσβαση στους δημόσιους χώρους. Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν ράμπες όλες, δεν έχουν οδηγούς, αυτό ισχύει και για τους δρόμους. Οπότε για εμένα κατά κύριο λόγο ισχύει αυτό. Επίσης, θα μπορούσα να συμπληρώσω για εμένα, καθώς έχω ακόμα κάποια όραση, οι πινακίδες, είναι συνήθως μικρές, δεν έχουν καλή αντίθεση μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες, για ένα άτομο που έχει μερική όραση είναι πρόβλημα ο φωτισμός. (συν. 7)”.
Τονίζεται η επικινδυνότητα που ενέχουν, σε περιπτώσεις ελλείψεων σε βασικές υποδομές, καθημερινές δραστηριότητες. Η επικινδυνότητα δεν οφείλεται στη βλάβη, αλλά στις ανεπάρκειες του περιβάλλοντος, καθώς εκλείπουν οι απαραίτητες προσαρμογές, ή πολλές φορές οι ήδη υπάρχουσες έχουν κατασκευαστικά ελαττώματα ή υπολειτουργούν. Επίσης, τονίζονται οι διακρίσεις (συναλλαγές που υλοποιούνται στο δρόμο) στις οποίες υπόκεινται ως προς την αντιμετώπισή τους ανάπηροι πολίτες εξαιτίας αυτών των ελλείψεων.
Το ζήτημα, επομένως, το οποίο κυριαρχεί στο λόγο των συμμετεχόντων είναι ότι ζουν και να κινούνται σε έναν κόσμο ο οποίος είναι κατασκευασμένος αποκλειστικά για αρτιμελή, μη ανάπηρα άτομα, όπου οι επιλογές συμπερίληψης που τους δίνονται σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν καθ’ αυτές έναν αποκλεισμό και διάκριση.
“Τα προβλήματα που αντιμετωπίζω καθημερινά στους δημόσιους χώρους είναι η πρόσβαση. Αυτό είναι που με δυσκολεύει γιατί πολλοί δημόσιοι χώροι δεν είναι προσβάσιμοι, καθώς υπάρχουν σκαλιά ή οι ράμπες που έχουν φτιάξει είναι κακοφτιαγμένες. Από εκεί και πέρα μέσα στους δημόσιους χώρους, δεν υπάρχουν οι υποδομές για να εξυπηρετηθεί ένας άνθρωπος που κάθεται σε αμαξίδιο. Ας πούμε τα κισέ είναι όλα ψηλά είναι για ανθρώπους που υποτίθεται ότι πρέπει να είναι όρθιοι. Οπότε εγώ όποτε προσεγγίζω να εξυπηρετηθώ ας πούμε σε μία τράπεζα δεν μπορώ, δεν με βλέπουν είναι πολύ χαμηλά από το επίπεδο των ματιών των υπαλλήλων. Αυτό ξεπερνιέται με το να ζητήσω βοήθεια από κάποιον υπάλληλο, ο οποίος με βοηθάει και με κάποια χαρτιά όπου ενδεχομένως έχω και να μου διεκπεραιώσει την υπόθεση. Τώρα όσον αφορά σινεμά και θέατρα υπάρχει προσβασιμότητα σε κάποια σε κάποια άλλα όχι. Αλλά οι αίθουσες έχουν τις θέσεις των αναπήρων ή πίσω πίσω τελείως αποκλεισμένες από το υπόλοιπο κοινό ή τελείως μπροστά όπου δεν βολεύει καθόλου για τη θέαση. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή, μιλάμε για έναν αποκλεισμό. Όσον αφορά μαγαζιά εστιατόρια μπαρ και όλη την εστίαση κάποια από τα μαγαζιά είναι προσβάσιμα, αλλά έχουν σκαλοπάτια, όταν έχουν πολλά σκαλοπάτια δεν τα προτιμώ, δεν πηγαίνω. Όταν έχουν λίγα σκαλοπάτια με βοηθάνε οι μαγαζάτορες και ο κόσμος που επίσης δεν το προτιμώ, γιατί έχει έναν κίνδυνο και επίσης, αποτελεί διάκριση, αλλά οκ αυτό το κάνω. Κατά τα άλλα πεζοδρόμια, πλατείες και δρόμοι είναι ελάχιστα προσβάσιμα, με πολλές κακοτεχνίες και με βάζουν σε κίνδυνο γιατί πολλές φορές αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ το δρόμο, αντί για το πεζοδρόμιο, επειδή δεν έχει ράμπα το πεζοδρόμιο, και εκτίθεμαι στα αυτοκίνητα. (συν. 4)”

Μετάβαση στο περιεχόμενο