1.5 Αναπηρία και ζητήματα ταυτότητας
Προσεγγίζοντας την έννοια της ταυτότητας, μιας έννοιας με μακρά ιστορία, που συνδέεται με αδιάκοπη παραγωγή πληθώρας ερευνητικών έργων, διαπιστώνεται ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει υπάρξει σύγκλιση και ομοφωνία σχετικά με τον ορισμό της. Στον Erickson πιστώνεται η εισαγωγή της έννοιας στην σύγχρονη κοινωνική επιστήμη, μέσω της έρευνας που διεξήγαγε σχετικά με τη διάκριση της “ταυτότητας του εγώ” (ego identity) από την έννοια της “ομαδικής ταυτότητας” (group identity). Μέσα από τη συγκεκριμένη διάκριση επισημάνθηκαν δύο διαφορετικές εκφάνσεις της έννοιας, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μια περισσότερο συμπυκνωμένη εικόνα της συνέχειας της βιογραφίας του ατόμου, αλλά και παράλληλα σε έναν αριθμό θέσεων και ρόλων με κοινωνική χροιά, τους οποίους επωμίζονται οι άνθρωποι ακούσια ή εκούσια (Μίχος, 2017).
Μία από τις υποθέσεις οι οποίες κάνουν την “κοινή λογική” και την κοινωνική επιστήμη να προσομοιάζουν, είναι η διαφοροποίηση που γίνεται μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού. Αυτό σημαίνει ότι η συλλογική και η ατομική ταυτότητα γίνονται κατανοητές ως δύο διαφορετικά φαινόμενα. Η πιο σημαντική αντίθεση μεταξύ του ατόμου και της συλλογικής ταυτότητας είναι ότι η τελευταία δίνει έμφαση στις ομοιότητες παρά στις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, αλλά είναι βέβαια δεδομένο ότι κάθε μια από αυτές προκύπτει μέσα από την αλληλεπίδραση των ομοιοτήτων και των διαφορών.
Έχοντας ως βάση την δουλειά των Erving Goffman & Antony Giddins για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος της ταυτότητας θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε τρεις ξεχωριστές “τάξεις”: την προσωπική τάξη όπου πρόκειται για τον ανθρώπινο κόσμο, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτός από τα ενσώματα άτομα και οποιαδήποτε σκέψη μπορεί να παράγει ο νους τους. Η δεύτερη, είναι η αλληλεπίδραση του ανθρώπινου κόσμου, όπως διαμορφώνεται στις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και οποιουδήποτε παραγώγου μπορεί να προκύπτει από τις σχέσεις αυτές και τέλος, την ιδρυματική τάξη, την οποία αποτελεί ο ανθρώπινος κόσμος της οργάνωσης και της διάταξης, που συντίθεται από καθορισμένους τρόπους μέσω των οποίων μπορείς να κάνεις συγκεκριμένα πράγματα. Αυτό αποτελεί ένα τρόπο θέασης σύνθετων αλλά ενοποιημένων φαινομένων, των ίδιων παρατηρούμενων πραγματικοτήτων του ανθρώπινου κόσμου. H ατομική ταυτότητα δεν έχει κανένα νόημα εάν ιδωθεί απομονωμένη από τον ανθρώπινο κόσμο και τους άλλους ανθρώπους. Τα άτομα είναι μοναδικά και μεταβαλλόμενα, η ατομικότητα, όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά κατασκευασμένη. Εξαρτάται, ειδικότερα, από τις διαδικασίες της πρωτογενούς και μετέπειτα κοινωνικοποίησης του ατόμου και από την συνεχή αλληλεπίδραση των ατόμων με τον κόσμο, κατά την οποία ορίζουν επανειλημμένα τους εαυτούς τους και τους άλλους ανθρώπους γύρω τους. Κάποιες ταυτότητες, όπως αυτή του φύλου, της ατομικότητας, και – σε ορισμένες περιπτώσεις – της συγγένειας και της εθνικότητας, θεωρούνται πρωτογενείς ταυτότητες και σχετικά σταθερές και λιγότερο επιρρεπείς σε αλλαγές ειδικά κατά το πέρας της ζωής του ατόμου σε σχέση με άλλες ταυτότητες. Ενώ, οι διαδικασίες της αλλαγής και της μεταβλητότητας είναι θεμελιώδεις στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων, κάποιες είναι περισσότερο πιθανό να υποστούν αλλαγή από κάποιες άλλες. (Jenkins, 2004).
Ο Goffman (2006) αναφέρει ότι “η κοινωνία εγκαθιστά τα μέσα κατηγοριοποίησης των ατόμων και εξισορροπώντας με τον τρόπο αυτό τα χαρακτηριστικά τα οποία φαίνεται
να είναι κανονικά και συνηθισμένα για τα μέλη καθεμιάς από τις κατηγορίες. Τα κοινωνικά περιβάλλοντα εγκαθιστούν τις κατηγορίες των ατόμων τα οποία είναι περισσότερο πιθανό να συναντήσει κανείς.” Έτσι, οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν κάποιες υποθέσεις, τις οποίες μετατρέπουν στη συνέχεια σε κανονικοποιημένες προσδοκίες και δικαίως παρουσιαζόμενες απαιτήσεις. Συχνά, δεν υπάρχει ενημερότητα για την συγκεκριμένη διαδικασία η οποία παράγει αυτές τις προσδοκίες, έως τη στιγμή όπου κανείς θα έρθει αντιμέτωπος με μια άμεση ερώτηση. Επομένως, οι απαιτήσεις αυτές, καθώς και ο χαρακτήρας τον οποίον αποδίδουμε σε ένα άτομο είναι δυνητικά ένας εν ενεργεία χαρακτηρισμός, μια εικονική κοινωνική ταυτότητα. Η κατηγορία και τα χαρακτηριστικά τα οποία κανείς θα μπορούσε όντως να κατέχει θα μπορούσαν να ονομαστούν ως η πραγματική κοινωνική ταυτότητα.
Ο πολιτισμός και η κουλτούρα διατηρείται μέσω των παραδόσεων, των τελετών, της μυθολογίας, συμβόλων και θεσμών (π.χ. μέσα μαζικής επικοινωνίας). Ο καθένας από τους παραπάνω παράγοντες διαμορφώνει συστήματα πεποιθήσεων και στάσεων. Από την παιδική ηλικία ακόμα οι άνθρωποι βομβαρδίζονται από τις αξίες του κυρίαρχου πολιτισμού. Οι αξίες αυτές αντικατοπτρίζουν τη φυσικότητα της κυριαρχίας/ υποταγής, ανωτερότητας/ κατωτερότητας. Η εξουσία και η ιδεολογία έχουν τον ρόλο, όχι μόνο να οργανώσουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα βιώνουν την πολιτική, τον πολιτισμό, τα οικονομικά, αλλά και να διαφωτίσουν τις αιτίες οι οποίες βρίσκονται πίσω από όλα αυτά (Davis, 2006).
Η ταυτότητα στον σύγχρονο κόσμο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κατανάλωση και η καταναλωτική επιλογή σε μεγάλο βαθμό θεωρείται ως η μεταβλητή κλειδί στη μεταμόρφωση της ταυτότητας, από μια σχετικά συμπαγή, σε μια περισσότερο ρευστή κατάσταση. Η εργασία και η τάξη είναι τα κυρίως καθοριστικά στοιχεία και η
ταυτότητα είναι “νομαδική” και μπορεί να εκφραστεί μέσα από ένα ευρύ πλέγμα από φυλετικές σχέσεις. Η ταυτότητα στις βιομηχανικές κοινωνίες θεωρείται ως σχετικά σταθερή και βασισμένη σε σχετικά μόνιμες ιεραρχίες που έχουν ως βάση την ιεραρχία. Οι μετα- βιομηχανικές ή μετα- μοντέρνες κοινωνίες θεωρούν το ζήτημα των ταυτοτήτων ως ένα ζήτημα που έχει τα χαρακτηριστικά της πολλαπλότητας, της αποσπασματικότητας, της πιθανότητας και της αβεβαιότητας (Hughes, Russell & Paterson, 2005).
Ο Shakespeare (1996) προβαίνει στην ανάλυση δύο κύριων προσεγγίσεων που άπτονται στο πεδίο των ζητημάτων ταυτότητας των αναπήρων ως συνόλου. Η πρώτη προσέγγιση βασίζεται στη φυσική ή ιατρική κατανόηση όπου η ομάδα των αναπήρων προσδιορίζεται με βάση τη βλάβη στα σώματά τους, σώματα τα οποία είτε δεν λειτουργούν, είτε δείχνουν, είτε πράττουν διαφορετικά. Το ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της κανονικότητας και της αρτιμέλειας και συχνά δεν νοούνται τα ανάπηρα άτομα ως μια συμπαγής ομάδα, αλλά χωρίζονται σε επιμέρους ομάδες ατόμων με συγκεκριμένη βλάβη. Οι κοινές κοινωνικές τους εμπειρίες δεν λαμβάνονται υπόψιν και η στόχευση βρίσκεται στις ιατρικές διαστάσεις.
Η γλώσσα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου αποτυπώνονται και νομιμοποιούνται όλες οι παραπάνω κοινωνικές αναπαραστάσεις, πεποιθήσεις και αξίες. Παραδείγματος χάριν, ενώ είναι γενικά αποδεκτό από τους οργανισμούς των ίδιων των αναπήρων η χρήση της λέξης “αναπηρία”και “αναπήρος” ως τους πλέον δόκιμους όρους, είναι πολύ συχνό φαινόμενο από μη αναπήρους (δημοσιογράφους, πολιτικούς) να χρησιμοποιούνται οι όροι ειδικές ανάγκες, ειδικές ικανότητες, αναπηρικό καροτσάκι ακόμα και εκφράσεις όπως “ήρωες της ζωής”, “μαχητές” (Sideri et al. 2006). Συντελείται μιας μορφής απανθρωποποίηση μέσω της γλώσσας, η οποία ασκεί επιδράσεις στη συνείδηση, καθώς καθορίζεται από τον κυρίαρχο πολιτισμό τι μπορούν και τι όχι να
κάνουν (Charlton, 2006). Επιπρόσθετα, σε πολλές περιπτώσεις είναι σύνηθες να προτιμάται η έννοια του “προβλήματος” ως πολιτικά πιο ορθή και ως λέξη που φέρει λιγότερο στίγμα από τη λέξη “αναπηρία”, αναδεικνύοντας εγκατεστημένες κοινωνικά και πολιτισμικά πεποιθήσεις για την αναπηρία ως μια τραγωδία και οδύνη (Sideri και συν. 2006). Ο βασικός μηχανισμός που λαμβάνει χώρα η ετικετοποίηση μέσω της γλώσσας είναι με τη διαμόρφωση στερεοτυπικών ταυτοτήτων, λέξεις όπου χρησιμοποιούνται (όπως π.χ. cripple, handicapped) ταυτίζονται με μια σειρά εικόνων, οι οποίες αποκτούν μια άμεση σύνδεση με την ομάδα των αναπήρων γενικά. Με όρους σημειολογίας θα λέγαμε ότι η λέξη ανάπηρος είναι σημαίνον όπου συνδέεται άρρηκτα με μια σειρά εννοιών, που αποτελούν τα σημαινόμενα, όπως αδύναμος, παθητικός, εξαρτημένος, μη ευφυής, ασήμαντος, προβληματικός (Galvin, 2003).
Η σύνδεση των διαφορετικών σχέσεων εξουσίας με τις παρούσες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες είναι υπεύθυνες για τη διαμόρφωση της αναπηρικής ταυτότητας. O Cameron (2007) προσθέτει στο παραπάνω, ότι εφόσον οι λόγοι της κυρίαρχης κουλτούρας παρουσιάζουν την αναπηρία με όρους προσωπικής τραγωδίας, εξάρτησης και ανικανότητας, είναι απολύτως αναμενόμενο και πολλοί ανάπηροι να φτάνουν στο σημείο είτε να αποδεχθούν τη φτώχεια, την ανεργία, την ανικανότητα και τις περιορισμένες ευκαιρίες που τους προσφέρονται στη ζωή τους, ως συνέπειες των προσωπικών χαρακτηριστικών των ίδιων. Μια συχνή αντίδραση που προκύπτει από τα αρνητικά στερεότυπα για την αναπηρία και των αναπαραστάσεων ως αξιολύπητοι και παθητικοί είναι να προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από τον όρο, αποφεύγοντας την επαφή με άλλους αναπήρους υπό το φόβο μην υποτιμηθούν λόγω της αλληλεπίδρασης.
Στις ιατροκεντρικές προσεγγίσεις επομένως, η αναπηρία αποτελεί μιαν αρνητική ταυτότητα, καθώς είναι το απότοκο της σωματικής βλάβη,ς η οποία αποτελεί και το επίκεντρο της διαδικασίας κοινωνικοποίησης του ατόμου. Ο θρήνος και η απώλεια έχουν κατεύθυνση προς το εσωτερικό του υποκειμένου. Δίνεται βάση στην ανικανότητα του ιδίου, καθώς αυτή αποτελεί τη λογική αιτία της οποιασδήποτε αποτυχίας (Shakespeare, 1996). Δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι καταπιεσμένα άτομα επιλέγουν να μην ταυτίζονται με το καταπιεσμένο τους στάτους, καθώς το αίσθημα της ντροπής, εξαιτίας της κατωτερότητας, οδηγεί σε αποταυτοποίηση και άρνηση της αναπηρικής ταυτότητας (Watermayer, 2009• Shakespeare, 1996• Reeve 2002).
Αντιδράσεις άρνησης μπορεί να προκύπτουν όταν τα άτομα επιχειρούν να μειώσουν τη σημασία της βλάβης στη ζωή τους, είτε να την αποκρύψουν σε περιπτώσεις στις οποίες η βλάβη δεν είναι ιδιαίτερα εμφανής και αντιληπτή (Shakespeare, 1996• Foster, 2007). Στην έρευνα της Low (1996), μελετήθηκε ο τρόπος που διαπραγματεύονται τις αναπηρικές ταυτότητες, στο πανεπιστημιακό περιβάλλον φοίτησης των συμμετεχόντων. Ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας αποτελεί το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στην καθημερινότητά τους απέρριπταν τις ταυτότητες ως αποκλίνοντα άτομα, που τους αποδίδονταν. Επίσης, υπήρχε άμεση σύνδεση του βαθμού στον οποίο λάμβανε χώρα η ετικετοποίηση του ατόμου, με τη φύση της βλάβης. Δηλαδή, τα άτομα τα οποία είχαν περισσότερο εμφανή βλάβη, ήταν και περισσότερο επιρρεπή σε διαδικασίες ετικετοποίησης, σε σχέση με άλλους, με λιγότερο εμφανείς βλάβες. Ταυτόχρονα, όμως, έπρεπε να αποδέχονται τις ταυτότητες αυτές για να λειτουργήσουν ως “κανονικοί” στο πανεπιστημιακό τους πλαίσιο. Τέλος, μια ακόμα στρατηγική άρνησης, αφορά στην προσπάθεια του ατόμου να ξεπεράσει τη βλάβη, επιχειρώντας να γίνει “υπερανάπηρος” (Shakespeare, 1996• Reeve, 2002).
Στην κοινωνικο- πολιτισμική προσέγγιση του ζητήματος των αναπηρικών ταυτοτήτων η αναπηρία γίνεται αντιληπτή, ως το αποτέλεσμα κοινωνικών διαδικασιών ή ως μια κατασκευασμένη κατηγορία. Υπάρχουν κάποιες υπο- κατηγοριοποιήσεις της ως άνω προσέγγισης. Η πρώτη, είναι το κοινωνικό μοντέλο, στο οποίο η έμφαση δίνεται στη σχέση μεταξύ του ατόμου, της βλάβης και της κοινωνίας που κάνει διακρίσεις. Για την συγκεκριμένη προσέγγιση, η αναπηρία είναι το αποτέλεσμα των εμποδίων που επιβάλλονται από το περιβάλλον και προτείνονται στρατηγικές αφαίρεσης των εμποδίων, εκπαίδευσης ώστε να αποδιωχθούν οι προκαταλήψεις και να επιτευχθεί η συμπερίληψη. Δεν αποσκοπούν σε τίποτα παραπάνω, από την αντιμετώπιση ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, που αντιμετωπίζονται οι μη ανάπηροι. Στην προσέγγιση της μειονοτικής ομάδας, οι ανάπηροι θεωρούνται ως μια συμπαγής και καταπιεσμένη ομάδα και εστιάζει σε πολιτικές εξουσίας και ταυτότητας. Συχνά, η συγκεκριμένη προσέγγιση συνυπάρχει με την πρώτη. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση θα υποστηρίζονταν ειδικά μέτρα για επιδόματα αναπηρίας, δικαιότερο διαμοίρασμα των κοινωνικών πηγών (Shakespeare, 1996).
Η Βεμπεριανή- Φουκωική προσέγγιση είναι αυτή στην οποία η αναπηρία αποτελεί κοινωνική πολιτική. Η προσοχή δίνεται στις πολιτικές διαδικασίες, οι οποίες κατασκευάζουν επίσημα κάποιον άνθρωπο ως ανάπηρο (Shakespeare, 1996). Συνεπώς, οι τρόποι μέσω των οποίων οι έννοιες, οι ταξινομήσεις και οι περιγραφές εγκαθίστανται στις ιδρυματικές πρακτικές, στην κοινωνική πολιτική, στις διυποκειμενικές σχέσεις και στον ιατρικό λόγο κατασκευάζουν ένα πεδίο πιθανών δράσεων για τους ανθρώπους. Ο Foucault στις μελέτες του για την “βιο- εξουσία” και την “βιο- πολιτική” , που αποτελούν τις προσπάθειες εκλογίκευσης και διαχείρισης των προβλημάτων στη ζωή των ανθρώπων και στη ζωή των πληθυσμών, αναφέρεται στις διαχωριστικές πρακτικές, που αποτελούν τρόπους χειραγώγησης και κοινωνικού αποκλεισμού, όπου συχνά συνδυάζεται και
εργαλειοποιείται ο επιστημονικός λόγος (French & Swain, 2001), με απώτερο σκοπό να χειραγωγήσουν τα υποκείμενα τα οποία ξεχώριζαν μέσα σε μια γενικά μη διαφοροποιημένη μάζα ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό, τα υποκείμενα αντικειμενικοποιούνται, διαμορφώνοντας, έτσι, μια ταυτότητα, με την οποία δένονται και καλούνται να κατανοούν μέσω αυτής τον εαυτό τους, κατασκευάζοντας ένα πεδίο πιθανών δράσεων (Tremain, 2006). Στην τελευταία προσέγγιση, η αναπηρία αναφέρεται ως πολιτισμική κατηγορία. Εδώ, εισάγεται η έννοια των κοινωνικών αναπαραστάσεων, όπου επίσης σχετίζονται με τον Φουκώ. Πρόκειται για τις προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, τον ρόλο της γλώσσας στην κατασκευή των νοημάτων.
Στις κοινωνικές προσεγγίσεις όπου η καταπίεση γίνεται αντιληπτή ως απότοκο των καταπιεστικών κοινωνικών σχέσεων, δίνεται έμφαση στην επιδίωξη της αλλαγής αυτών μέσω της αλλαγής της κοινωνίας, της ενδυνάμωσης των αναπήρων και προώθησης διαφορετικής αντίληψης για τον εαυτό. Η αντίδραση για την αντικατάσταση των περιοριστικών αντιλήψεων του ιατρικού μοντέλου με το κοινωνικό, της επικείμενης απόρριψης της εσωτερικευμένης καταπίεσης έχει περιγραφεί ως “coming out” (Shakespeare, 1996• Corbett, 1997 • Reeve, 2002). Πρόκειται για μια διαδικασία θετικής αυτο- κατηγοριοποίησης, όπου κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η υποκειμενικότητα, η συλλογική δύναμη και η δημιουργία νέων ορισμών και φορμών. Με τον τρόπο αυτό αμφισβητούνται τα στερεότυπα για τους αναπήρους, που τους θέλουν παθητικούς και αδύναμους και ισχυροποιείται η αλληλεγγύη.
Οι ανάπηροι ακτιβιστές και καλλιτέχνες, θα χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως “ανικανότητα”, “ελάττωμα”, τα οποία παραδοσιακά χρησιμοποιούνται με προσβλητικό τρόπο από μη ανάπηρα άτομα, ως απελευθερωτικό σύμβολο και σημάδι κατατεθέν της χειραφέτησης, υπονοώντας συγχρόνως και μια τάση προς την άμεση δράση, την
υπερηφάνεια και τον πολιτικό αγώνα. Οι συγκεκριμένες λέξεις αναφέρονται σε μια ευρύτερη ανάπτυξη, μια δήλωση με την οποία ταυτίζεται όλη η ενδο- ομάδα μέσα σε ένα καταπιεστικό πλαίσιο, μετουσιώνοντάς τες, σε στοιχεία υπερηφάνειας. Αυτό το είδος περηφάνιας, αφορά τη δήλωση μιας θετικής ταυτότητας, σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο (Shakespeare, 1993).
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Corbett (1997), η διαδικασία του “coming out” μπορεί να ιδωθεί ως μια έκφραση ανεξαρτησίας και αποτελεί μια αντανάκλαση της απόφασης των ίδιων των ατόμων να δώσουν αξία στη διαφορετικότητά τους. Στο πρόσφατο παρελθόν πολλές περιθωριοποιημένες και καταπιεσμένες ομάδες στιγματίζονταν, εξαιτίας οποιουδήποτε χαρακτηριστικού που μπορεί να κατείχαν και αντέβαινε στην κανονικότητα του υπόλοιπου περίγυρου. Η θετική ταυτότητα της αναπηρίας, εμπεριέχει την έννοια της περηφάνιας, όπου παίρνει κανείς ένα αρνητικό χαρακτηριστικό και το μετουσιώνει σε σημείο δύναμης και αλληλεγγύης.
Γενικώς, στο ερώτημα της ύπαρξης μίας μοναδικής αναπηρικής ταυτότητας που αναπαριστά την κοινή εμπειρία της κοινωνικής καταπίεσης και του αποκλεισμού, σύμφωνα με το Shakespeare (1996), ελλοχεύει ο κίνδυνος να αγνοηθεί ο πλουραλισμός που προκύπτει από παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η κοινωνική ομάδα, η σεξουαλικότητα. Αν και η ιδέα της μοναδικότητας της αναπηρικής ταυτότητας φαντάζει ελκυστική, δεν μπορούμε ωστόσο να ισχυριστούμε ότι όλα τα ανάπηρα άτομα αντιμετωπίζουν τον ίδιο βαθμό καταπίεσης, εμποδίων και αποκλεισμού. Η δύναμη της χειραφέτησης επηρεάζεται από την προσωπική εμπειρία, τις συμπληρωματικές ταυτότητες, αλλά και από την ίδια τη φύση της βλάβης (Reeve, 2002).
