Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 8ο

Μαρ 26, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.4 Ψυχο- συναισθηματικός αποκλεισμός

Το ζήτημα της σημασίας ή μη ανάλυσης της προσωπικής εμπειρίας πάνω στο ζήτημα της αναπηρίας είναι ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί αρκετές αναλύσεις, τα επιχειρήματα των οποίων ήταν αρκετές φορές αντιδιαμετρικά αντίθετα.
Αρχικά, όσον αφορά στη σχέση της σύγχρονης ιατρικής με την προσωπική εμπειρία του ασθενή, ο πυρήνας του ενδιαφέροντος της πρώτης έγκειται στην ποσοτικοποίηση και στη μέτρηση. Η προσωπική εμπειρία του πόνου και η προσωπική φωνή του ασθενή καθίστανται ασήμαντα και αναπαράγεται η αναπαράσταση του ασθενή ως ενός πειθήνιου σώματος το οποίο είναι υποκείμενο σε κάποιες αντιδράσεις (Marks, 1999).
Τη σφραγίδα του κοινωνικού μοντέλου αποτελεί η άρνηση του αιτιατού δεσμού μεταξύ της βλάβης και των κοινωνικών περιβαλλόντων που δημιουργούν την αναπηρία. Πρόκειται για ένα δυισμό μεταξύ της βλάβης και της αναπηρίας. Σύμφωνα με τους ηγέτες του κοινωνικού μοντέλου, όποιες και αν είναι οι διαφορές και η συνθετότητα που συνιστά την προσωπική εμπειρία του ασθενή και του τρόπου που μπορεί να βιώνει τη βλάβη, αυτό δεν αποτελεί το καταλληλότερο θέμα έρευνας και μελέτης. Η εστίαση τοποθετείται στο εξωτερικό κοινωνικό περιβάλλον και στην κατανόηση της ανάγκης παροχής εντελώς προσβάσιμων περιβαλλόντων. Χαρακτηριστική είναι η κριτική του Finkestein για τη σημασία εισαγωγής της προσωπικής, ψυχολογικής εμπειρίας του αποκλεισμού στη θεωρία του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας, καθώς θεωρεί ότι θα αποτελέσει μια αναδίπλωση στις παλιές προσεγγίσεις για την προκατάληψη και την καταπίεση και απομάκρυνση από τη σκέψη για την αλλαγή του κόσμου (Marks, 1999).
Η παραδοχή ότι η έννοια της αναπηρίας είναι επιστημολογικά, οντολογικά και αξιολογικά μια ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή απορρίπτει τον διαχωρισμό της βλάβης από την αναπηρία. Επεξηγηματικά, η αναπηρία αποτελεί την κατάσταση η οποία εκβάλλει από μια κοινωνική κατασκευή και η βλάβη θεωρείται το μέρος ενός σώματος το οποίο δεν λειτουργεί κατά τον αναμενόμενο τρόπο. Υπό αυτήν την έννοια, η βλάβη είναι μια λειτουργία που υπόκειται σε διεργασίες κριτικής, προσδοκιών και παραλλαγών οι οποίες έχουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο και συνδέονται με το άτομο, τις αξίες και της στάσεις της ευρύτερης κοινωνίας. Επομένως, η αναπηρία και η βλάβη βρίσκουν κοινό έδαφος σε μια κοινωνικο- κονστρουξιονιστική προσέγγιση (Hernandez-Saca & Cannon, 2016).
Συγγραφείς που ανήκουν στο φεμινιστικό κίνημα της αναπηρίας επιχειρηματολογούν υπέρ της σημασίας της προσωπικής εμπειρίας της βλάβης στη ζωή των αναπήρων (Crow, 1996· Morris, 1991) ανανεώνοντας το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η Liz Crow (1996), η προσωπική εμπειρία προσθέτει ένα νέο επίπεδο στις υποκειμενικές αναπαραστάσεις πάνω σε ένα αντικειμενικό
ζήτημα όπως η βλάβη. Σε αυτή την προσωπική εμπειρία προστίθενται νοήματα τα οποία τοποθετεί το κάθε άτομο, τα προσωπικά συναισθήματα τα οποία εδράζονται, την ανησυχία την οποία μπορεί να αισθάνεται το οποιοδήποτε άτομο σχετικά με την εξέλιξη της βλάβης. Το πρόσημο το οποίο μπορεί να προστίθεται σε κάθε εμπειρία της βλάβης είναι τελείως υποκειμενική υπόθεση είτε είναι αρνητική, ουδέτερη ή αρνητική και είναι δυνατό να αλλάζει ανάλογα με τον χρόνο και τις συνθήκες. Έτσι, η εμπειρία της βλάβης αποκτά ιστορία και γίνεται κομμάτι της αυτοβιογραφίας κάθε ατόμου.
Ο εξοβελισμός του σώματος και της βλάβης από τη συζήτηση για την αναπηρία σχετίζεται με τον μοντερνισμό και την κυριαρχία της λογικής και του γιγνώσκειν (Hughes, 1999). Η κριτική πάνω στον μοντερνισμό αναφέρει ότι η αναπηρία και η βλάβη περιγράφουν διαφορετικές οπτικές μιας και μοναδικής εμπειρίας και ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί που τελειώνει η αναπηρία και που αρχίζει η βλάβη. Σίγουρα η αναπηρία αποτελεί μια σύνθετη διαλεκτική βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικοπολιτικών παραγόντων (Thomas, 2004).
Οι Hughes & Paterson (1997) τίθενται υπέρ της διαμόρφωσης της κοινωνιολογίας της βλάβης και την επέκταση του κοινωνικού μοντέλου με περισσότερο ενσώματη οπτική της αναπηρίας, καθώς όλες οι εκφράσεις και εκφάνσεις αντίστασης και ελέγχου του σώματος, ανεξαρτησίας και χειραφέτησης έχουν και μια ενσώματη διάσταση. Η αντίληψη της βλάβης ως αμιγώς βιολογικής συνθήκης, χωρίς ιστορία και οντολογική υπόσταση αποτελεί ένα σημείο σύγκλισης του βιοϊατρικού μοντέλου και του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας. Συνεπώς, είναι σημαντικό το κοινωνικό μοντέλο να αναπτύξει μια ριζοσπαστική κοινωνιολογία της βλάβης, όπου θα ενσωματώνονται πιο σύγχρονες ιδέες υιοθετώντας πιο εύκαμπτες στάσεις προς θεωρίες που θα ξεφεύγουν από τις καρτεσιανικές θεωρητικές παραδόσεις (Hughes, 1999).

Μετάβαση στο περιεχόμενο