1.2.2 Το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας.
Το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960 με την ανάπτυξη του αναπηρικού κινήματος το οποίο ασκούσε κριτική στις ανεπάρκειες του ιατρικού μοντέλου και των ψυχολογικών μοντέλων στην ερμηνεία της αναπηρικής εμπειρίας και τόνιζε την αναγκαιότητα για ευρύτερες κοινωνικές προσεγγίσεις και μεταβολές. Το πλεονέκτημα των κοινωνικών προσεγγίσεων στην αναπηρία είναι ότι μετέβαλλαν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από τα άτομα και τα σωματικά ή ψυχολογικά τους μειονεκτήματα στην επίδραση της κοινωνίας και τον βαθμό που τα αποκλείει ή τα ενσωματώνει.
To κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας προτείνει ότι τα άτομα με αναπηρία δεν περιορίζονται από καθαυτές τις σωματικές ή νοητικές βλάβες, αλλά κυρίως από την αδυναμία και αποτυχία της κοινωνίας να λάβει υπόψιν τις ανάγκες τους κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης του κοινωνικού περιβάλλοντος. Επομένως, η κινητικότητα ενός ατόμου σε αμαξίδιο δεν περιορίζεται από την δική του/ της αδυναμία να περπατήσει, αλλά από το δυσπρόσιτο και μη προσβάσιμο σχεδιασμό των χωρίς ράμπες πεζοδρομίων, των κτηρίων με σκαλοπάτια και των λεωφορείων χωρίς αναβατόρια, καθώς παρεμποδίζουν την κινητικότητα του ατόμου στο περιβάλλον (Kimberlin, 2009).
Το πρόβλημα της αναπηρίας τοποθετείται στο επίπεδο της κοινωνίας. Δεν είναι οι ατομικοί περιορισμοί, οποιασδήποτε μορφής και είδους η αιτία του προβλήματος, αλλά η αποτυχία να παρέχονται κοινωνικά οι κατάλληλες υπηρεσίες και να διασφαλίζεται επαρκώς ότι οι ανάγκες των αναπήρων ικανοποιούνται μέσω της κοινωνικής οργάνωσης. Επιπρόσθετα, οι επιπτώσεις της αναφερόμενης αποτυχίας δεν έχουν τυχαία ή απλή επιρροή στη ζωή των ατόμων, αλλά πρόκειται για το συστηματικό βίωμα της αποτυχίας αυτής με τη μορφή διάκρισης, η οποία νομιμοποιείται κοινωνικά (Oliver, 1990).
Έτσι σε αντίθεση με το παραδοσιακό ιατρικό μοντέλο, το κοινωνικό θέτει ως βασικό αναλυτικό στόχο την ανάδειξη των εμποδίων στην κοινωνική ενσωμάτωση που
δημιουργούνται από περιβάλλοντα, στάσεις και κουλτούρες οι οποίες συντηρούν την αναπηρία. Έτσι, η έμφαση δίνεται στην επίδραση των εμποδίων αυτών στην καθημερινή ζωή καθιστώντας δυσπρόσιτη την εκπαίδευση, την πληροφόρηση και τα συστήματα επικοινωνίας, τα επαγγελματικά και εργασιακά περιβάλλοντα, τα ανεπαρκή αναπηρικά επιδόματα, τις διακρίσεις που υπόκεινται τα άτομα με αναπηρία σε θέματα υγείας και σε υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης, στη μη προσβασιμότητα στα μέσα μεταφοράς, στις κατοικίες, στα δημόσια κτήρια και τις αρνητικές αναπαραστάσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στον πολιτισμό. Τέλος, δεν αναιρείται η σημασία και η αξία των ειδικών ατομικών παρεμβάσεων στις ζωές των ανάπηρων ατόμων, όπως λόγου χάρη πρωτοβουλίες ιατρικής φύσης, αποκατάστασης, εκπαιδευτικές και εργασιακές, διευκρινίζεται όμως ότι είναι ανεπαρκείς για να επιτύχουν την ενσωμάτωση σε μια κοινωνία που έχει εκ των προτέρων σχεδόν αποκλειστικά δομηθεί για μη ανάπηρους ανθρώπους (Barnes & Mercer, 2005).
Κάποιοι ακαδημαϊκοί στο πεδίο των σπουδών στην αναπηρία ανέπτυξαν περαιτέρω το κοινωνικό μοντέλο, φέρνοντας στην επιφάνεια κοινά στοιχεία με τη Μαρξιστική θεωρητική ανάλυση. Σημειώνουν ότι ο πρώιμος βιομηχανικός καπιταλισμός αποτελεί τη βάση του κοινωνικού αποκλεισμού των ανάπηρων ατόμων από τα μη ανάπηρα, διότι απαιτούνταν όσοι δεν κατείχαν τα μέσα παραγωγής να αποτελούν εργατικό δυναμικό για όσους κατείχαν τα παραγωγικά κεφάλαια. Τα άτομα τα οποία δεν ήταν ικανά να πουλήσουν το εργατικό τους δυναμικό αποκλείονταν από το σύστημα παραγωγής και παράλληλα στερούνταν της δυνατότητας να υποστηρίξουν τους εαυτούς του ανεξάρτητα. Με τον τρόπο αυτό επομένως η ικανότητα της οικονομικής ανεξαρτησίας κατασκευάστηκε ως το βασικό χαρακτηριστικό και η ταυτότητα της σύγχρονης κοινωνίας, χαρακτηριστικό το οποίο αυτομάτως καθιστούσε τα ανάπηρα άτομα ως κοινωνικά κατώτερα και δομικά
υποτιμημένα (Kimberlin, 2009).
Ο Finkelstein το 1980 ανέπτυξε περαιτέρω την υλιστική ανάλυση του αποκλεισμού. Σύμφωνα με αυτή, υπάρχουν τρεις φάσεις της ανάπτυξης αναφορικά με το πως γίνονται αντιληπτά τα ανάπηρα άτομα. Στην πρώτη φάση διαμορφώνουν την κοινή καταπιεσμένη κατώτερη τάξη. Η δεύτερη αποτελεί την ανάδειξη του καπιταλισμού που οδηγεί στην αστικοποίηση και στη βιομηχανοποίηση και στον καθορισμό και στην εξωτερίκευση των εργασιακών πρακτικών. Πολλά ανάπηρα άτομα δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της νέας οικονομίας της αγοράς και επομένως παραμένουν σε μια παθητική και εξαρτημένη κατάσταση καθώς είναι απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία σε άσυλα. Στην τελευταία τρίτη φάση η παρείσφρηση της νέας τεχνολογίας θα μεταφέρει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από το άτομο στους τρόπους τους οποίους η κοινωνία καθιστά ανάπηρους τους ανθρώπους με βλάβες και θα ξεκινήσει η ενσωμάτωση στην κοινωνία (Tregaskis, 2002).
Μετα- μοντερνιστές και μετά- δομικοί ερευνητές θεωρούν ότι το φαινόμενο της αναπηρίας μπορεί να γίνει κατανοητό περισσότερο ως κατασκευή μέσα σε συγκεκριμένες γλωσσικές, διαλογικές και πολιτισμικές πρακτικές. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν υπάρχει κανένας παράγοντας ο οποίος δημιουργεί την αναπηρία φυσικά ή κληρονομικά, όπως λόγου χάριν στην περίπτωση όπου κάποιος/α είναι τυφλός/η. Τα τυφλά άτομα μπορούν να θεωρούνται ανάπηρα, διότι η κοινωνία έχει κατασκευάσει την τύφλωση ως αναπηρία. Σε μία κοινωνία με διαφορετικές κοινωνικές κατασκευές η τύφλωση θα μπορούσε να θεωρείται ουδέτερο χαρακτηριστικό ή ιδιαίτερα ευνοϊκό (Kimberlin, 2009).
Όπως ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός, έτσι και οι υλιστικές προσεγγίσεις διακηρύσσουν ότι οι εμπειρίες των ανάπηρων ατόμων εξαρτώνται από το κοινωνικό πλαίσιο και διαφέρουν στις εκφάνσεις τους σε διαφορετικούς πολιτισμούς και χρονικά
ιστορικά πλαίσια. Επομένως, η αντίληψη ότι η αναπηρία είναι μια αναπόδραστη κατάσταση είναι δυνατόν να περιοριστεί ακόμα και να εξαλειφθεί εντελώς. Η διαφορά των υλιστικών προσεγγίσεων με την κοινωνικο- κονστρουξιονιστική προσέγγιση είναι ότι οι ρίζες του προβλήματος αποδίδονται στις υλιστικές κοινωνικές δυνάμεις και στα φυσικά περιβάλλοντα και δεν αποτελούν απλώς ιδέες, λόγους και πολιτισμούς (Shakespear, 2006).
Μια ακόμα οπτική προβάλλεται από την θεωρία των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία έχουν αναγνωριστεί ως χαρακτηριστικά φαινόμενα της σύγχρονης εποχής. Η έμφαση δίνεται στις πολιτισμικές σχέσεις των κοινωνικών κινημάτων, ιδιαίτερα στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργούνται οι διαδικασίες που διαμορφώνουν τα άτομα ως κοινωνικές οντότητες .
Καθώς ούτε η ανάλυση των κοινωνικών κινημάτων ούτε η φεμινιστική είχε αρχικά δώσει τη δέουσα προσοχή στο αναπηρικό κίνημα, η σύνδεση με άλλα κινήματα αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα. Έτσι, η φεμινιστική αφήγηση θεωρείται ότι μπορεί να προσφέρει γόνιμο έδαφος για την ανάλυση της κοινωνικής αλλαγής. Κατά τον τρόπο αυτό, ο νέος λόγος που διαμορφώνεται, μέσω των κριτικών σπουδών στην αναπηρία προσπαθεί να αποδομήσει και να αλλάξει τις καταπιεστικές ιδεολογικές και επαγγελματικές πρακτικές που βιώνουν τα ανάπηρα άτομα και να επιφέρει κοινωνική αλλαγή (Meekosha, 1999).
Οι Morris (1991, 1996) και Thomas (1999) ανέδειξαν τη φεμινιστική προσέγγιση στις σπουδές της αναπηρίας. Η αναπηρία είναι μια κοινωνική σχέση, η οποία δομείται με τον ίδιο τρόπο που δομείται και η πατριαρχία και αναλύεται ο τρόπος, όπου τόσο η αναπηρία όσο και η πατριαρχία έχουν χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμοί για την καταπίεση κατά των ανάπηρων και των γυναικών. Επιπρόσθετα, αναφέρεται το γεγονός ότι το αναπηρικό κίνημα κυριαρχείται από την παρουσία ανδρών με αποτέλεσμα να δίνεται προτεραιότητα στην ανάλυση ζητημάτων εργασίας, παρά άλλων ευρύτερων όπως για παράδειγμα η σεξουαλικότητα, η εικόνα, οι διαπροσωπικές σχέσεις ή η μητρότητα.
Το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας δεν σχεδιάστηκε για να αποτελέσει μια ολιστική ερμηνεία όλων των πλευρών και οπτικών του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν τα ανάπηρα άτομα, αλλά αντιθέτως ο στόχος ήταν να αποτελέσει το εναρκτήριο σημείο μιας συζήτησης για τα ζητήματα (Tregaskis, 2002). Το μοντέλο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα πρακτικό εργαλείο, παρά θεωρία, είναι περισσότερο μια ιδέα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσον για τη βελτίωση της ζωής των ατόμων. Έχουν ακόμα προταθεί διαφορετικοί ρόλοι, όπως ως καθοριστικό για τη διαμόρφωση της προσέγγισης των σπουδών στην αναπηρία, ως πολιτικό εργαλείο, ως ικανοποιητική εξήγηση για παρατηρούμενα φαινόμενα και μια επαρκή θεωρητική βάση για τις χειραφετικές πολιτικές (Levitt, 2017).
Μια από τις κριτικές οι οποίες έχουν εκφραστεί από αναπήρους για το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας αφορά στο ζήτημα της άρνησης του πόνου της βλάβης, τόσο σε βιολογικό – σωματικό όσο και ψυχολογικό επίπεδο. Επιπλέον, κριτική αποτέλεσε το γεγονός ότι αγνοήθηκαν παράγοντες όπως η κοινωνική διαφορά που αφορά το φύλο, την εθνική ομάδα, τη σεξουαλικότητα, την κοινωνική ομάδα, την ηλικία (Barnes & Mercer, 2005· Barnes, 2003).
Η απάντηση που δίνει ο Oliver (1996) είναι ότι αυτή η υποτιθέμενη άρνηση του πόνου της βλάβης δεν υφίσταται. Περισσότερο πρόκειται για μια πραγματιστική προσπάθεια να εντοπιστούν τα ζητήματα τα οποία μπορούν αλλάξουν με την συλλογική δράση και όχι από το ιατρικό μοντέλο ή την παροχή θεραπειών από επαγγελματίες.
Μια συνέχεια της παραπάνω κριτικής αποτελεί η πεποίθηση ότι το κοινωνικό μοντέλο θα φτάσει σε ένα σημείο όπου θα ενσωματώνει την εμπειρία της βλάβης στην αναπηρία και εκφράστηκε από την Crow το 1992. Στην πραγματικότητα σύμφωνα με τον Oliver ποτέ δεν έχει διατυπωθεί μέχρι στιγμής η αιτιακή σχέση μεταξύ της αναπηρίας και της βλάβης. Η κατάκτηση του αναπηρικού κινήματος της αναπηρίας ήταν ότι διέσπασε το δεσμό που συνέδεε την κοινωνική κατάσταση και τη σωματική, με στόχο να δοθεί η έμφαση στην πραγματική αιτία της αναπηρίας, δηλαδή την προκατάληψη και τις διακρίσεις αλλά και την ανάγκη για πολιτική δράση και κοινωνική αλλαγή ώστε να πραγματοποιηθεί απομάκρυνση των εμποδίων (Oliver, 1996· Barnes & Mercer, 2005). Τέλος, κριτική έχει εκφραστεί από έναν από τους ιδρυτές του κοινωνικού μοντέλου, τον Vic Finkelstein σχετικά με την επεξηγηματική ισχύ του, αναφορικά με την υποτιμημένη κοινωνική θέση των αναπήρων (Oliver, 1996).
Ένα ακόμα ζήτημα που έχει τεθεί αφορά στον αντίκτυπο εν τέλει του κοινωνικού μοντέλου στον ακαδημαϊκό χώρο και την επιστημονική έρευνα. Οι κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται κατά την παραγωγή έρευνας καθορίζουν και τη δομή μέσα στην οποία η έρευνα θα λάβει χώρα. Παραδοσιακά αυτές οι σχέσεις δομούνται πάνω στον ξεκάθαρο διαχωρισμό του ερευνητή και των αντικειμένων της έρευνας, καθώς θεωρείται ότι ο ερευνητής ο οποίος κατέχει την εξειδικευμένη γνώση και τα προσόντα μπορεί να έχει τον έλεγχο των θεμάτων, τα οποία θα τεθούν προς έρευνα και όλης της διαδικασίας παραγωγής έρευνας. Όταν οι πεποιθήσεις αυτές παραμένουν χωρίς να τίθενται προς αμφισβήτηση, όταν, δηλαδή, μια μικρή ομάδα ειδικών συντονίζεται και θέτει την ατζέντα για την έρευνα πάνω στην αναπηρία, αυτό είναι ένα θεμελιώδες λάθος. Ο καθορισμός της ατζέντας , είτε πρόκειται για πολιτικά ζητήματα είτε για ζητήματα διαμόρφωσης πολιτικής είναι μια διαδικασία αγώνα και πάλης γεγονός που ισχύει εξίσου και για τα ζητήματα αναπηρίας. Η έρευνα πάνω στην αναπηρία δεν πρέπει να γίνεται κατανοητή ως προς τις
αντικειμενικές και τεχνικές διαδικασίες τις οποίες διεξάγουν οι ειδικοί, αλλά ως ένας αγώνας των αναπήρων να θέσουν προκλήσεις και αμφισβητήσεις πάνω στην καταπίεση την οποία βιώνουν στην καθημερινότητα τους (Barton & Oliver, 1997).
To κρίσιμο ζήτημα το οποίο διαπραγματεύονται οι θεωρητικοί του κοινωνικού μοντέλου είναι το ζήτημα της επικράτησης. Σχετίζεται με το ερώτημα κατά πόσον η ακαδημαϊκή κοινότητα θα χρησιμοποιήσει απλώς ως υποκείμενα τις εμπειρίες των ανάπηρων ατόμων για ιδιωτικούς σκοπούς, στο βωμό της οικοδόμησης καριέρας, ή θα μπορέσει να δομηθεί μια γνήσια σύμπραξη με τα προτάγματα που έχουν θέσει οι ανάπηροι ακτιβιστές. Καθώς οι αρχές των σπουδών στην αναπηρία επικρατούν στα ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα, διαφαίνεται η τάση μιας περισσότερο “πλουραλιστικής προσέγγισης” η οποία ισοδυναμεί περισσότερο με τα συμβατικά επιστημονικά ενδιαφέροντα και λιγότερο με ριζοσπαστικές κοινωνικο- πολιτικές αναλύσεις βασισμένες σε ιδέες του κοινωνικού μοντέλου (Oliver & Barnes, 2010).
