1.3 Κοινωνικός αποκλεισμός
Η σημερινή εποχή αναδεικνύεται ως εποχή μεγάλων αλλαγών και συγκρούσεων για τη δημιουργία είτε μιας μετανεωτερικότητας ή νεωτερικότητας, μιας καπιταλιστικής ή μετακαπιταλιστικής κοινωνίας. Το δίπολο της κοινωνίας που αντιμετωπίζει κινδύνους και μιας κοινωνίας που βασίζεται στην πληροφορία και στη γνώση και οι διάφοροι ανασχηματισμοί οι οποίοι συντελούνται επηρεάζουν ευρύτατα τον κοινωνικό ιστό. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η οποία έχει κυριαρχήσει ανά τον κόσμο, επιβάλλει μια αλλαγή εποχής και παραδείγματος. Αναφορικά με τις παθογένειες, οι οποίες προκύπτουν μέσα από την επικράτηση αυτή, είναι η παραγωγή συνθηκών ανασφάλειας, αδυναμίας, η αύξηση φαινομένων κοινωνικής απένταξης και περιθωριοποίησης, η αύξηση της ανεργίας και ως εκ τούτου της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων, σε συνδυασμό με την διάχυτη αποσυλλογικοποίηση και εξατομίκευση (Παπαϊωάννου, 2006).
Η κοινωνική πραγματικότητα είναι ένα απότοκο ενσυνείδητης ανθρώπινης πράξης και δεν προκύπτει φυσικά. Φαινόμενα όπως οι κοινωνικές ανισότητες και ο αποκλεισμός είναι προϊόν δράσης του ανθρώπου σε ένα δεδομένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, γεγονός που τα καθιστά κοινωνικό δημιούργημα. Αποτελούν ένα μέρος της δομής και των λειτουργιών, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί στην ανθρώπινη κοινωνία, και οι εφαρμογές τους απαντώνται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί και οι κοινωνικοί μηχανισμοί. Επομένως, φορέας αλλαγής των θεμελίων μέσω των οποίων οργανώνεται η κοινωνική μας ζωή είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Έως και σήμερα διατηρούνται και εκφράζονται απόψεις οι οποίες υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες οφείλονται σε βιολογικές διαφορές (Παπαϊωάννου, 2008).
O επιστημονικός λόγος των ειδικών αναπαράγεται κυρίως κατά αποκλειστικότητα σε έναν μεγάλο αριθμό κλάδων, κυρίως στους κλάδους της υγείας και γενικότερα των κοινωνικών επιστημών. Η μονοδιάστατη αναπαραγωγή των λόγων αυτών εμφανίζεται σε διάφορες επιστημολογικές αναζητήσεις, αναλύσεις, μεθόδους, προσεγγίσεις και αιτιολογικές αναζητήσεις. Με τον τρόπο αυτό διαδραματίζεται ένα είδος υποβάθμισης της ανθρώπινης ύπαρξης και εμπειρίας, των κοινωνικών διεργασιών και προκύπτει αντικειμενικοποίηση των ανθρώπινων ιστοριών. Ο επιστημονικός λόγος διανθείται από την κυρίαρχη αντίληψη για το “φυσιολογικό”, το “υγιές” και το “κανονικό”, η οποία οργανώνεται μέσω της κατηγοριοποίησης και της ταξινόμησης συμπτωμάτων που προσβάλλουν πολλές φορές την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αναπαραγωγή εν τέλει αυτής της αυθεντίας του επιστημονικού μονολόγου και η συστηματική διάχυσή του στο
κοινωνικό σώμα είναι η πρακτική η οποία συντηρεί τους μηχανισμούς και τις διεργασίες του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης ατόμων και ομάδων (Μπαϊρακτάρης, 2009).
Σύμφωνα με τον Τσιάκαλο, 1998 (όπως αναφέρεται στο Καπλάνη, 2010) ο κοινωνικός αποκλεισμός ως έννοια σχετίζεται με τη διαδικασία κατά την οποία άτομα ή κοινωνικές ομάδες ωθούνται στο περιθώριο της κοινωνίας αποκλειόμενοι από αυτή, δηλαδή στερούμενοι αγαθά, δικαιώματα και υποκείμενοι παρεμπόδιση στη συμμετοχή τους στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ζωή. Παράλληλα αναφέρεται στην κατάσταση όπου έχει περιέλθει ένα άτομο το οποίο θεωρείται αποκλεισμένο.
Το status του αποκλεισμένου είναι ένα στοιχείο το οποίο προσδιορίζεται από την κυρίαρχη εξουσία. Ο αποκλεισμός μπορεί να λάβει τρεις μορφές βασιζόμενες στη νομιμότητα. Αρχικά, είναι η μορφή της πλήρους απομάκρυνσης του αποκλεισμένου από την κοινότητα, δευτερευόντως αφορά την περιχαράκωση σε κλειστούς χώρους και τέλος την επιβολή ενός ειδικού καθεστώτος κατά το οποίο επιτρέπεται στο άτομο να συνυπάρχει με τους άλλους ανθρώπους, αλλά σε παράμερη θέση από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Ο αποκλεισμός που λαμβάνει χώρα εντός της κοινωνίας αφορά τη μη συμμετοχή σε μια κοινωνικά αποδεκτή μορφή οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, τη μη άσκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων του ατόμου, την μη ένταξη στις διαδικασίες παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής του. Το συγκεκριμένο καθεστώς συμπεριλαμβάνει αποστερήσεις, προκαταλήψεις, διακρίσεις και περνά από όλα τα επίπεδα της κοινωνίας το μήνυμα προς το άτομο που αποκλείεται ότι είναι ανεπιθύμητο (Μάτσα, 2006).
Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως έννοια συνοψίζει όλα τα δεινά, τα προβλήματα και τις κοινωνικές ομάδες οι οποίες βρίσκονται στο περιθώριο του κοινωνικού σώματος. Αναφέρεται στα φαινόμενα δυσλειτουργίας των συστημάτων σε πολιτιστικό, κοινωνικό
και οικονομικό επίπεδο. Υπάρχουν πολλοί που υπογραμμίζουν ότι η έννοια συσκοτίζει και δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τη διαδικασία του αποκλεισμού, οδηγώντας σε μια μετάθεση του προβλήματος από τις κοινωνικές σχέσεις και δομές στο άτομο. Επίσης, υπογραμμίζεται ότι η ασαφής διάσταση του κοινωνικού αποκλεισμού μπορεί να εκλαμβάνεται από τα άτομα που πλήττονται ως μοιραίο γεγονός με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η χρησιμότητα του προβληματισμού πάνω στις πραγματικές αιτίες ύπαρξης του φαινομένου (Παπαϊωάννου, 2008).
Σύμφωνα με τον Αλεξίου (2006) παρ’ όλο που μπορεί να μην γίνεται σαφής προσδιορισμός των κριτηρίων που δημιουργούν τον αποκλεισμό, υπάρχει μια ταξινομική λογική των κοινωνικών κατηγοριών (π.χ. νεόπτωχοι, ευπαθείς ομάδες). Εννοιολογικό υπόστρωμα των προσεγγίσεων αυτών αποτελούν έννοιες- περιγραφές που συνδέονται περισσότερο με υποκειμενικά κριτήρια ένταξης σε μια κοινωνική ομάδα, όπως η κοινωνική αναγνώριση, το κοινωνικό κύρος και το γόητρο και σε μικρότερο βαθμό έννοιες, οι οποίες αποτελούν αντικειμενικά οικονομικά κριτήρια, όπως λόγου χάριν το επάγγελμα, το εισόδημα. Στα κριτήρια προστίθενται ακόμη πολιτισμικοί παράγοντες και κριτήρια ψυχολογικά και ανθρωπολογικά (π.χ. μειονεκτήματα, αποστέρηση, νοοτροπίες). Η παρατηρούμενη ασάφεια στον προσδιορισμό των κριτηρίων του αποκλεισμού μεταθέτει αρχικά τις αιτίες από τις δομές σε θεσμικό επίπεδο. Επιπλέον, δίνει την εντύπωση του αποκλεισμού ως ένα είδος πεπρωμένου από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς, ενισχύοντας την παθητικότητα της κοινωνίας. Στο μοντέλο του κοινωνικού αποκλεισμού ενώ γίνεται ανάλυση των αρνητικών συνεπειών του αποκλεισμού στις ζωές των ανθρώπων, δεν υπάρχει κάποιος ο οποίος να καθίσταται υπεύθυνος. Για το λόγο αυτό, η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού έχει χρησιμοποιηθεί άκριτα πολλές φορές. Ο προσωπικός χαρακτήρας ο οποίος αποδίδεται στις συνέπειές του, αναδεικνύει τις
προσωπικές ιδιότητες με την έννοια των ελαττωμάτων ως κεντρική συνιστώσα του προβλήματος και τον εαυτό του αποκλεισμένου ως την προσωπικότητα η οποία θα πρέπει να μεταβληθεί.
Συνεχίζοντας, διαφυλάσσοντας τη μεθοδολογική αξία της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού ο Αλεξίου (2006), αναφέρεται στη διαφοροποίηση σε κάθετο και οριζόντιο αποκλεισμό, διαφοροποίηση που γίνεται με βάση τις διαδικασίες που καθιστούν ενεργό τον πληθυσμό. Ο κάθετος προκύπτει από τη δομή της κοινωνίας, όπως έχει διαμορφωθεί από την Βιομηχανική Επανάσταση και έπειτα, όπου αναδεικνύεται η μισθωτή εργασία ως μια μορφή στάτους και ως σύστημα αξιών. Έτσι, η πρόσβαση στην αγορά εργασίας προσδιορίζει τον βαθμό ενσωμάτωσης ή αντίστοιχα περιθωριοποίησης του ατόμου, καθώς η επιβίωση εξαρτάται από το βαθμό θέλησης και δυνατότητας για εργασία. Ακόμα και σε κοινωνικό επίπεδο η εργασία αποτελεί το επίκεντρο όλων των δραστηριοτήτων. Ως απότοκο των παραπάνω εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απομάκρυνση του ατόμου από την αγορά εργασίας και την παραγωγική διαδικασία ισοδυναμεί με την απομάκρυνση από το κοινωνικό σύνολο και το υποκείμενο δίκαιο. Ο οριζόντιος ή διαρθρωτικός κοινωνικός αποκλεισμός προκύπτει από τη διάρθρωση και την μορφολογία της κοινωνίας. Διαμορφώνονται δηλαδή κοινωνικές ομάδες οι οποίες αποτελούν τις ομάδες στόχου για την χρήση πρακτικών αντιμετώπισης του αποκλεισμού, τις λεγόμενες “ευπαθείς ομάδες”, οι οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζονται χωρίς τα ταξικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούν την παρούσα υπόστασή τους ως ομάδα.
Κατά τον Bazalia (2006) o αποκλεισμός μέσα από μια ανθρωπολογική σκοπιά δημιουργεί συγκεκριμένα όρια, ελλείψεις και τη μικρότητα αυτού ο οποίος αποκλείει παρά αυτού ο οποίος υπόκειται τον αποκλεισμό. Ειδικότερα, το άτομο το οποίο αποκλείεται γίνεται απλά ο δέκτης και το αντικείμενο της συγκεκριμενοποίησης, της
αντικειμενοποίησης και της άρνησης αυτού ο οποίος διενεργεί τον αποκλεισμό.
