6.2. : Διεπιστημονική συνεργασία
Η συνεργασία επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων ως τρόπος εργασίας έκανε την εμφάνισή της αρχικά στους χώρους ψυχικής υγείας (ψυχιατρικά νοσοκομεία) και πολύ αργότερα σε χώρους κοινωνικής εργασίας και εκπαίδευσης. Αυτό ήταν ως αποτέλεσμα της μετακίνησης των παιδιών με ειδικές ανάγκες από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και ιδρύματα στα ειδικά σχολεία, που οδήγησε και στη μετακίνηση θεραπευτών από τα νοσοκομεία σε χώρους εκπαίδευσης και κοινωνικής εργασίας .
Έγινε σαφές ότι εκτός από την εκπαίδευση, θα λάμβανε χώρα στο σχολείο και η φροντίδα αλλά και η θεραπεία, καθώς για πρώτη φορά εκπαιδευτικοί, επιστήμονες και θεραπευτές από άλλες ειδικότητες βρέθηκαν σε κοινό χώρο εργασίας, δημιουργώντας απορίες, καθώς δεν γνώριζαν αν έπρεπε να δουλέψουν παράλληλα ή να συνεργαστούν9 .
Ο όρος διεπιστημονική συνεργασία αναφέρεται στη συνεργασία επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, της θεραπείας και της φροντίδας των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η διεπιστημονική συνεργασία περιλαμβάνει όλο το φάσμα της ειδικής αγωγής, από τη πρώτη διάγνωση και αξιολόγηση, την πρώιμη παρέμβαση και μέχρι τη σχολική εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση.
Καθώς η διεπιστημονική συνεργασία θεσμοθετείται διεθνώς ως ο πιο αποδοτικός τρόπος για την εκπαίδευση και φροντίδα των παιδιών με ειδικές ανάγκες, είναι σκόπιμο να αναφέρουμε τα πλεονεκτήματά της.
Τα πλεονεκτήματα της διεπιστημονικής συνεργασίας είναι τα εξής:
– Σφαιρική θεώρηση των αναγκών του παιδιού. Όταν οι ειδικοί δουλεύουν με ένα παιδί χωρίς να συνεργάζονται, μπορεί να προκαλέσει συγχύσεις, λάθη και αδικαιολόγητες επαναλήψεις θεραπειών. Η διεπιστημονική συνεργασία οδηγεί σε σφαιρική θεώρηση των αναγκών του παιδιού και σε καλύτερα αποτελέσματα .
– Ανταλλαγή γνώσεων, εμπειριών και κατανόηση της δουλειάς του άλλου. Η συνεργασία με ανθρώπους διαφορετικών ειδικοτήτων προσφέρει νέες γνώσεις και βοηθά τους επαγγελματίες να γίνουμε καλύτεροι. Έτσι, μέσα από τη διεπιστημονική συνεργασία τα παιδιά και οι οικογένειές τους ακολουθούν τις συμβουλές της διεπιστημονικής ομάδας και όχι ενός μόνο ειδικού.
– Σχεδιασμός κοινών στόχων. Στο πλαίσιο της διεπιστημονικής συνεργασίας, αυτό συνεπάγεται ότι εκπαιδευτικός και θεραπευτής δουλεύουν μέσα στην τάξη με κοινούς στόχους. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στη διεθνή έρευνα όπου επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων δούλευαν με το ίδιο παιδί σε διαφορετικούς ή αντίθετους στόχους με αρνητικά αποτελέσματα για την εξέλιξη του παιδιού .
– Τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας προσφέρουν ένα ιδιαίτερα ικανοποιητικό σύνολο γνώσεων και εμπειριών σε σχέση με ειδικούς που δουλεύουν μόνοι τους. Επίσης προσφέρουν στην οικογένεια ένα μεγαλύτερο αριθμό προσεγγίσεων και κατανόησης του προβλήματος. Οι αποφάσεις της ομάδας έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και σημαντικότητα για τους γονείς απ’ ότι οι αποφάσεις ενός μόνο ειδικού.
– Οι γονείς δεν είναι οι ίδιοι πλέον οι συντονιστές της ομάδας. Η οικογένεια αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν συνεργάζεται με ανθρώπους που ενώνουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους, με έναν κοινό σκοπό. Η διεπιστημονική συνεργασία αφορά και την οικογένεια του παιδιού με ειδικές ανάγκες. Η οικογένεια καλείται να συνεργαστεί με ανθρώπους διαφορετικών ειδικοτήτων.
Εκτός όμως από τα θετικά η διεπιστημονική συνεργασία, παρουσιάζει και ορισμένες δυσκολίες συνεργασίας , όπως είναι :
– Το διαφορετικό πλαίσιο εκπαίδευσης των διαφόρων ειδικοτήτων. Για παράδειγμα η βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, των ψυχολόγων, και άλλων διαφέρει τόσο ως προς τη φιλοσοφία της όσο και ως προς την πρακτική της, σε σχέση με των ιατρών, παιδοψυχίατρων. Η εκπαίδευση των επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων σε διαφορετικά πλαίσια, όπως ιατρικό-εκπαιδευτικό, τους δείχνει και διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης των αναγκών του κάθε μαθητή.
– Ο διαφορετικός τρόπος σκέψης, έχει ως συνέπεια τη δημιουργία προβλημάτων στη μεταξύ τους συνεργασία..
– Η διαφορετική ορολογία που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι διαφορετικών ειδικοτήτων, κάνει πιο δύσκολη τη συνεργασία.
– Το απόρρητο των πληροφοριών, το οποίο είναι ένα εμπόδιο που συναντούν τα μέλη της διεπιστημονικής συνεργασίας.
– Η έλλειψη χρόνου αναφέρεται ως το πιο σημαντικό εμπόδιο, καθώς είναι αυτονόητο ότι η διεπιστημονική ομάδα χρειάζεται χρόνο για συναντήσεις, ομαδικές αξιολογήσεις, κοινό σχεδιασμό για την από κοινού εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Χωρίς χρόνο για συναντήσεις, ομαδική δουλειά δεν μπορεί να υπάρξει 10.
Είναι σαφές ότι η διεπιστημονική ομάδα ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Γι ’ αυτό το λόγο σύμφωνα με τους Lacey, P. & Lomas, J. (2012), ένα καλό διεξαγόμενο πρόγραμμα θα πρέπει :
– να είναι σχεδιασμένο με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες του σχολείου και των ατόμων
– να ακολουθεί μία στρατηγική αξιολόγησης
– να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ειδικοτήτων
– να έχει ξεκάθαρους σκοπούς και στόχους
– να είναι καλά σχεδιασμένο και εκτελεσμένο.
Τα μέλη της διεπιστημονικής συνεργασίας, θα πρέπει να αισθάνονται ότι υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για την πορεία του παιδιού που παρακολουθούν, και αυτός ο λόγος θα πρέπει να αφορά τόσο την πρόοδο, όσο και το άτομο, διαφορετικά ενδέχεται να μην υπάρξει σημαντική βελτίωση στην εφαρμογή του θεραπευτικού προγράμματος και στη μάθηση ( Lacey, P. & Lomas, J. 2012).
Στην ενότητα αυτή, διαπιστώσαμε ότι η ομάδα γύρω από το παιδί διαμορφώνεται με βάση τις ανάγκες κάθε παιδιού. Έτσι, μία ομάδα μπορεί να απαρτίζεται από ιατρούς, παιδοψυχίατρους, εκπαιδευτικούς, ψυχολόγους, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές φυσικοθεραπευτές, κοινωνικούς λειτουργούς, νοσηλευτές. Καμία ειδικότητα από μόνη της δεν διαθέτει τις γνώσεις και τα μέσα για να εκπαιδεύσει τα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η συνεργασία εκπαιδευτικών, θεραπευτών και διαφόρων επαγγελματιών ψυχικής υγείας, θα έχει πιο καλά αποτελέσματα ως ομάδα, σε σχέση με την ατομική εργασία του κάθε μέλους .
