« Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ » – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΓΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ» -Μέρος 22ο

Μαρ 9, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

5.2.: Το πλαίσιο της Ένταξης και Ενσωμάτωσης

Ο διαχωρισμός των παιδιών με ειδικές ανάγκες και η τοποθέτηση τους σε ειδικά σχολεία αφαιρεί από την κοινωνία που εκπαιδεύεται, σχολεία ουσιαστικών μαθησιακών δυνατοτήτων. Τα παιδιά με φυσιολογική ανάπτυξη δεν μαθαίνουν τίποτα για τους συμπολίτες του με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και το αντίστροφο. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για εκπαίδευση όλων των παιδιών σε ένα σχολείο. Σήμερα η ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες αποτελεί την βασική θεματική ενότητα της Ειδικής Παιδαγωγικής (Σούλης, 2002 ).
Η έννοια ένταξη απέκτησε το κοινωνικοπολιτικό της περιεχόμενο μέσω της φιλοσοφίας του 19 αιώνα και κυρίως μέσω της κοινωνιολογίας και της εκπαιδευτικής πολιτικής των τελευταίων ετών. Ο όρος ένταξη ο οποίος συχνά αντικαθιστάται από τον όρο ενσωμάτωση παραπέμπει στο λατινικό ρήμα “integrare ” ( ολοκληρώνω , συμπληρώνω ). Η έννοια της ένταξης μας περιγράφει τη σκόπιμη τοποθέτηση σε ένα σύνολο, ώστε να αποτελεί οργανικό μέλος του. Άρα μέσω της ένταξης επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση (Σούλης, 2002).
Ας δούμε όμως πως ορίζεται η σημασία της έννοιας «ένταξη» στο πλαίσιο της αγωγής και της εκπαίδευσης. Η έννοια «ένταξη» δεν χρησιμοποιήθηκε ως αυτόνομος παιδαγωγικός όρος, αλλά καθώς συνδέεται με τον όρο «διαχωρισμό» χρησιμοποιήθηκε για το σύστημα επιλογής των μαθητών σε σχολικά συστήματα.» .
Μέσω της ένταξης δεν επιδιώχθηκε μόνο η κοινωνική συνεργασία ανάμεσα στα παιδιά , αλλά και η ατομική βελτίωση κάθε παιδιού (Σούλης, 2002).
Με τον όρο «ενσωμάτωση» εννοούμε την ένταξη ατόμων σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η ενσωμάτωση ορίζεται ως η πλήρης εκπαιδευτική και κοινωνική ένταξη των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, μέσα σε μια συνηθισμένη τάξη των συνομηλίκων τους (Σούλης, 2002).
Στην περίπτωση μας σημαίνει ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κοινωνία των « μη μειονεκτικών» ατόμων. Σε ότι έχει να κάνει με την εκπαίδευση ο όρος «ενσωμάτωση» σημαίνει την «ένταξη» των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο κανονικό σχολείο. Έτσι μπορούμε να παρατηρήσουμε και την ταυτόσημη έννοια ανάμεσα στους όρους «ένταξη» και «ενσωμάτωση» .

Σκοπός της ένταξης είναι κάθε άτομο να αναγνωρίζεται και να μαθαίνει σαν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, έτσι ώστε να μπορεί να συμμετέχει σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Τα προγράμματα ένταξης πρέπει να στοχεύουν στην ενσωμάτωση των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο συνηθισμένο σχολείο (Σούλης, 2002).
Με τον όρο «ένταξη» κατανοούμε όχι μόνο την «ενσωμάτωση» των παιδιών με ειδικές ανάγκες μέσα στο σχολείο αλλά και την ενσωμάτωση των φυσιολογικών παιδιών στη διαφορετικότητα των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Κατά την ένταξη το άτομο με ειδικές ανάγκες διατηρεί τα κύρια στοιχεία της προσωπικότητας του, τα οποία επεκτείνονται και αξιοποιούνται καλύτερα και συμβάλλουν ώστε να οδηγείται ο μαθητής σε μια αυτοβελτίωση, ενώ κατά την «ενσωμάτωση» τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του παιδιού αφομοιώνονται από το σύνολο και του αφαιρείται η μοναδικότητα του.
Ένα από τα πρώτα βήματα της ένταξης θεωρείται αυτό κατά το οποίο το παιδιά με δυσκολίες ή μάθησης συμπεριφοράς δεν διαχωρίζονται και δεν παραπέμπονται σε ειδικά σχολεία. Οι μαθητές αυτοί χρειάζονται βοήθεια στη καθημερινή ζωή, για το παιχνίδι και στον τρόπο με τον οποίο θα παίξουν, για τη διασκέδαση, για τη συνεργασία στο μάθημα και την απόκτηση φιλίας με παιδιά χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (Σούλης, 2002) .
Η «ένταξη» των παιδιών με ειδικές ανάγκες προϋποθέτει ένα διδακτικό στόχο και μια μεθοδολογία, η οποία από την μια θα διευκολύνει το κοινό μάθημα των μαθητών με και χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και από την άλλη θα υποστηρίζει και θα προάγει ατομικά τον κάθε μαθητή (Σούλης, 2002).
Κάθε άνθρωπος έχει την ανάγκη να μαθαίνει και να δρα μέσα σε ένα σύνολο.
Έτσι και το σχολείο οφείλει να δομεί το μάθημα κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να ενισχύεται το ενδιαφέρον των μαθητών, να ωθούνται για δράση και να οδηγούνται στη μάθηση. Το σχολείο δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές με ή χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες να επιλέγουν τους τομείς μάθησης με τους οποίους θα ασχοληθούν, να επιλέγουν τον τρόπο με τον οποίο θα συνεργαστούν και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να δραστηριοποιούνται.
Έτσι εξασφαλίζει μ’ αυτόν τον τρόπο ένα κατάλληλο πλαίσιο έτσι ώστε να μαθαίνουν οι μαθητές από τους συμμαθητές τους με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και αντίστροφα.
Το σχολείο αποτελεί μία οργανωμένη και συστηματική μικρή κοινωνία, που εξυπηρετεί τον σκοπό της διδαχής και της μάθησης και οδηγεί τα παιδιά στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων( Χατζηδήμος Δ., 2008).
Ο βασικός ρόλος του δημοτικού σχολείου είναι να συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας ενότητας ανάμεσα στους μαθητές με και χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Αυτός ο ρόλος του δημοτικού σχολείου ενισχύεται μέσω της ένταξης .
Επομένως, η ένταξη θα πρέπει να κατανοείται ως η προσπάθεια του δημοτικού σχολείου να ανταποκριθεί στις ανάγκες τόσο όλων των παιδιών, όσο και στις ανάγκες του κάθε παιδιού χωριστά. Μέσω της ένταξης οι μαθητές με ειδικές ανάγκες θα καταφέρουν να ενταχθούν στο δημοτικό σχολείο και στη κοινωνία.
Το σχολείο στοχεύει, ώστε να κάνει το παιδί, έναν ιδεώδες μαθητή και να αποκτήσει τεχνικές και σταθερότητα για να μπορέσει να ανταπεξέλθει μελλοντικά στην κοινωνία.

Μετάβαση στο περιεχόμενο