« Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ » – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΓΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ» -Μέρος 7ο

Φεβ 25, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο : ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Οι κατηγορίες παιδιών που απευθύνονται οι υπηρεσίες ειδικής αγωγής και με τις οποίες συνεργάζονται οι επαγγελματίες υγείας, είναι οι μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της σχολικής τους ζωής εμφανίζουν διάφορες σημαντικές δυσκολίες λόγω των νοητικών, γνωστικών, αναπτυξιακών προβλημάτων, καθώς και των ψυχικών και νευροψυχικών διαταραχών πού επηρεάζουν τη διαδικασία μάθησης και προσαρμογής στο σχολείο.
Σύμφωνα με το Νόμο 3699/2008, οι κατηγορίες μαθητών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι όσοι παρουσιάζουν αισθητηριακές αναπηρίες όρασης, ακοής, νοητική αναπηρία, κινητική αναπηρία , διαταραχές λόγου και ομιλίας, μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχή ελλειμματικής συμπεριφοράς, διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές , ψυχικές διαταραχές και πολλαπλές αναπηρίες.
Επίσης, με τον υπάρχοντα νόμο στους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ανήκουν και οι μαθητές με διαταραχές της συμπεριφοράς, παραβατική συμπεριφορά λόγω κακοποίησης, γονεϊκής παραμέλησης – εγκατάλειψης ή λόγω ενδοοικογενειακής βίας και οι μαθητές με σύνθετες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες.
Οι μαθητές με χαμηλή σχολική επίδοση, εξαιτίας γλωσσικών ή πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων δεν ανήκουν στους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

2.1. : Σωματικές Αναπηρίες (Κινητικά Προβλήματα, Εγκεφαλική Παράλυση, Τύφλωση, κώφωση )
Σωματικές Αναπηρίες

Στη βιβλιογραφία υπάρχουν διάφοροι ορισμοί για τον όρο αναπηρία. Μερικοί απ’ αυτούς αναφέρουν ότι, η αναπηρία είναι η ύπαρξη λειτουργικής βλάβης, συγγενούς ή επίκτητης, αποτέλεσμα κάποιας αρρώστιας ή ατυχήματος (Πολυχρονοπούλου , 2003). Ένας άλλος πάλι ορισμός αναφέρει ότι ανάπηρος είναι ένας άνθρωπος από τον οποίο λείπει μία αίσθηση ή ένα μέλος του σώματός του (Ποντίκης,1989).
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) αναφέρει ότι « είναι η οποιαδήποτε απώλεια ή ανωμαλία στη σωματική, ψυχολογική ή ανατομική δομή ή λειτουργία ».
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η κινητική αναπηρία είναι μια σωματική δυσλειτουργία που έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία του ατόμου να εκτελεί δραστηριότητες της καθημερινής ζωής , αλλά να επηρεάζει αρνητικά και το κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Τα παιδιά με κινητικές αναπηρίες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα ως προς την αιτιολογία της κινητικής διαταραχής που παρουσιάζουν και αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι οι διαταραχές που παρουσιάζουν οφείλονται στις βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος, σε βλάβες του μυοσκελετικού συστήματος, καθώς και σε χρόνιες παθήσεις (Πολυχρονοπούλου, 2003). Κινητική αναπηρία που προέρχεται από βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι και η εγκεφαλική παράλυση (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).

Εγκεφαλική παράλυση
Μία από τις πιο γνωστές και συνηθισμένες νευρολογικές μειονεξίες που θα αναφέρουμε   είναι η εγκεφαλική παράλυση. Η εγκεφαλική παράλυση σύμφωνα με την Ν. Αγγελοπούλου- Σακαντάμη «καθορίζεται ως η μόνιμη, μη προοδευτική αλλά ούτε αναστρέψιμη βλάβη κυρίως των κινητικών κέντρων του εγκεφάλου, το οποίο συμβαίνει κατά την περίοδο ανάπτυξης του εγκεφάλου, στα πρώτα 5 χρόνια της ζωής και εκδηλώνεται με διαταραχές στην κινητικότητα και τη στάση καθώς και αδυναμία του πάσχοντα να χρησιμοποιήσει βουλητικά τους μυς του. Συχνά συνυπάρχει επιληψία, νοητική υστέρηση, διαταραχές της ομιλίας, της όρασης και της ακοής, καθώς και διαταραχές της συμπεριφοράς » (Αναπτυξιακές διαταραχές & χρόνιες μειονεξίες, σ.195, 2004 ).
Έχει την μεγαλύτερη συχνότητα από των κινητικών δυσκολιών και το 68 %
των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση παρουσιάζουν κάποια διαταραχή στην ομιλία, στο λόγο και την επικοινωνία ενώ το ποσοστό εμφάνισης της στις ανεπτυγμένες χώρες είναι περίπου 2-2,5 %.
Η εγκεφαλική παράλυση ταξινομείται σε διάφορες κατηγορίες σύμφωνα με τις μορφές του νευρομυϊκού προβλήματος, οι οποίες εμφανίζονται στην παιδική ηλικία, όπως η σπαστικότητα, η αθέτωση, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι οι άσκοπες, ακανόνιστες, ανεξέλεγκτες και συστρεφόμενες κινήσεις και η αταξία όπου χαρακτηριστικό είναι το πρόβλημα στην ισορροπία, δυσμετρία και ασυνέργεια κινήσεων (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).

Τύφλωση
Η όραση αποτελεί το πολυτιμότερο αγαθό του ατόμου και η απώλειά της έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο λειτουργικό κομμάτι της ζωής του ατόμου, όσο και στο ψυχολογικό. Η απώλεια της όρασης ασκεί σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο εκτελεί διάφορες δραστηριότητες, λαμβάνει τις πληροφορίες και γενικότερα επικοινωνεί (Παπαδόπουλος, 2005).
Το τυφλό άτομο ορίζεται από την Ελληνική Νομοθεσία ως « το άτομο όπου η οπτική του οξύτητα είναι μικρότερη από το 1/20 της φυσιολογικής στο μάτι που βλέπει καλύτερα και με την καλύτερη δυνατή διόρθωση ».
Η τύφλωση διακρίνεται σε μερική και ολική, ενώ οι αιτίες της σύμφωνα με τον ( Π.Ο.Υ ) είναι :
– κληρονομικοί παράγοντες ,
– συγγενείς παράγοντες,
– λοιμώδεις παράγοντες,
– τραυματισμοί,
– νεοπλάσματα,
– δυσπλασίες,
– τοξικοί παράγοντες,
– γλαύκωμα ,
– μυωπία
– αμβλυωπία
Η αντιμετώπιση των τυφλών ατόμων περιλαμβάνει την εκπαίδευση, μόρφωση, και την επαγγελματική τους αποκατάσταση (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).
Τα άτομα με σοβαρά προβλήματα όρασης, προκειμένου να γνωρίσουν τον κόσμο, στηρίζονται στις υπόλοιπες αισθήσεις τους και η αφή αποτελεί τη βασική αίσθηση για τη συλλογή πληροφοριών, την εκπαίδευση και την κατανόηση του χώρου. Το πιο σημαντικό όμως που προσφέρει η αφή είναι η ανάγνωση κειμένων, τα οποία είναι τυπωμένα σε κατάλληλη απτική μορφή (Παπαδόπουλος, 2005). Η επίσημη γραφή των τυφλών μαθητών στη χώρα μας, αναγνωρίζεται η γραφή Braille, σύμφωνα με τον τελευταίο Νόμο ( Ν.3699/2008).

Κώφωση
Η ακοή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί ο άνθρωπος. Η πλήρης έκπτωση της ακουστικής οξύτητας μπορεί να εμφανιστεί από τη γέννηση και να είναι κληρονομική ή συγγενής ή να επέλθει αργότερα με την πρόοδο της ηλικίας (επίκτητη). Μπορεί να οφείλεται σε βλάβη του νευρικού μηχανισμού που είναι υπεύθυνος για την ακοή (νευροαισθητηριακή κώφωση) ή να οφείλεται σε πάθηση του μέσου αυτιού.
Η απώλειά της έχει σοβαρές επιπτώσεις στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη, καθώς και στη σχολική επίδοση(Οκαλίδου, 2009). « Κώφωση είναι η βλάβη της ακοής , η οποία είναι τόσο σοβαρή , ώστε να διαταράσσεται η διαδικασία της γλωσσικής πληροφορίας, μέσω της ακουστικής οδού, με ή χωρίς τη χρήση ακουστικών βοηθημάτων. Κωφά λέγονται τα άτομα που είτε έχουν ακουστικό, είτε όχι δεν ακούνε την ομιλία (Παπαφράγκου, 1996).
Αυτό συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις στη σχολική επίδοση του παιδιού. Το 1-2 % των βρεφών παρουσιάζουν μέτρια, σοβαρή ή βαθιά νευροαισθητηριακή απώλεια ακοής  (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).

Μετάβαση στο περιεχόμενο