ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Το έκτο κεφάλαιο αναφέρεται στη συζήτηση των ερευνητικών δεδομένων και στα βασικά συμπεράσματα της έρευνας. Έπειτα ακολουθούν οι περιορισμοί της έρευνας, καθώς και οι προτάσεις για τη χρησιμοποίηση των συμπερασμάτων της παρούσας εργασίας από τους επαγγελματίες που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την αποκατάσταση ατόμων με οπτική αναπηρία ή/και από τους ερευνητές για μελλοντικές έρευνες.
6. Συζήτηση – Συμπεράσματα – Προτάσεις
6.1 Συζήτηση
Η σχέση της αυτόνομης κίνησης και των ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών των ατόμων με οπτική αναπηρία συχνά είναι δύσκολο να αναλυθεί, εξαιτίας της αλληλεπίδρασης διαφόρων συμπεριφορών, περιβαλλοντικών και προσωπικών παραγόντων (Blasch et al., 1997). Για αυτόν τον λόγο εκτός από την ικανότητα αυτόνομης κίνησης, πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις και διερευνήθηκαν και τα επιμέρους ατομικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων. Έτσι, η συζήτηση ακολουθεί την πορεία παράθεσης των αποτελεσμάτων, όπως αυτά αναλύθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Αρχικά, παρουσιάζεται η συζήτηση των αποτελεσμάτων για την αυτόνομη κίνηση και τη σχέση της με τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά ενώ στη συνέχεια ακολουθεί συζήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας για την αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου σε σχέση με τα ατομικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου της αυτόνομης κίνησης καταγράφηκε μικρότερη συχνότητα αυτόνομης κίνησης στο περιβάλλον του κέντρου της πόλης και με τα Μ.Μ.Μ., σε σχέση με το περιβάλλον της γειτονιάς. Η εξοικείωση με το περιβάλλον συμβάλλει στην ανεξαρτησία των ατόμων με οπτική αναπηρία (Montarzino et al., 2007), έτσι πιθανώς τα άτομα με οπτική αναπηρία να είναι εξοικειωμένα σε μεγαλύτερο βαθμό στο περιβάλλον της γειτονίας τους, όπου πιθανώς βρίσκονται περισσότερο χρονικό διάστημα και είναι πιο εξοικειωμένα σε αυτό. Tα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που παρεμποδίζουν την κινητικότητα είναι κατά κύριο λόγο τα ανομοιογενή πεζοδρόμια, τα επικλινή πεδία, η κυκλοφορία των οχημάτων και ο συνωστισμός (Golledge et al., 1997), τα οποία μπορεί να συναντώνται σε μεγαλύτερο βαθμό στο κέντρο της πόλης και στα Μ.Μ.Μ. Σχετικά με τα ορόσημα, στην παρούσα εργασία οι συμμετέχοντες απάντησαν ότι έθεταν κάποια ορόσημα σε παρόμοιο βαθμό, τόσο στη γειτονιά, όσο και στο κέντρο της πόλης. Τα άτομα με οπτική αναπηρία τείνουν να επικεντρώνονται σε απτικές και οσφρητικές πληροφορίες, που σχετίζονται με τα κτίρια (Koutsoklenis & Papadopoulos, 2011a· Koutsoklenis & Papadopoulos, 2011a). Ωστόσο, στην παρούσα εργασία παρατηρήθηκε μια δυσκολία στην αυτόνομη κίνηση των συμμετεχόντων στη γειτονιά, στο κέντρο πόλης, αλλά και με τα Μ.Μ.Μ., όταν επικρατούν κακές καιρικές συνθήκες. Κατά τους χειμερινούς μήνες οι ακουστικές πληροφορίες στις οποίες εστιάζουν τα άτομα με οπτική αναπηρία μπορεί να διαφέρουν με τον ψυχρό καιρό και η ενδυμασία τους να επηρεάζει τη δυνατότητα χρήσης των πληροφοριών αυτών (Wall, 2001).
Για να διατηρηθεί η ανεξαρτησία και η αυτονομία της κίνησης, είναι απαραίτητο τα άτομα με οπτική αναπηρία να μάθουν δεξιότητες κινητικότητας και προσανατολισμού, ώστε να είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τις μειωμένες οπτικές πληροφορίες, λόγω της φύσης της αναπηρίας (Jacobson, 1993· Soong et al., 2001). Οι εκπαιδευτές προετοιμάζουν τους εκπαιδευόμενους κατάλληλα, προκειμένου να είναι σε θέση να διαχειριστούν διάφορους κινδύνους που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή και μετακίνηση (Banja, 1994), ειδικά κατά την αυτόνομη κίνηση σε ανεξέλεγκτα περιβάλλοντα, σε περιβάλλοντα χωρίς οδηγό τυφλών και σε διαδρομές με διάφορα εμπόδια (Marsh et al., 2000). Οι συσχετίσεις που προέκυψαν για τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά και την αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά, το κέντρο της πόλης και με τη μετακίνηση με τα Μ.Μ.Μ., ήταν στατιστικά σημαντικές. Παρατηρήθηκε σημαντική θετική συσχέτιση ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και στην αυτόνομη κίνηση στο κέντρο της πόλης, την αυτόνομη κίνηση με τα Μ.Μ.Μ. και τέλος με την αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά. Το κέντρο ελέγχου συσχετίστηκε αρνητικά σε μεγαλύτερο βαθμό με την αυτόνομη κίνηση με τα Μ.Μ.Μ., στη συνέχεια με την αυτόνομη κίνηση στο κέντρο της πόλης και στο τέλος με την αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά. Σύμφωνα με τους Montarzino et al., (2007) το περιβάλλον κίνησης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό της συμπεριφοράς του ατόμου κατά την αυτόνομη κίνηση, καθώς η αυτόνομη κίνηση περιλαμβάνει διάφορα περιβάλλοντα κίνησης σε διαδρομές στις οποίες ενδέχεται τα άτομα με οπτική αναπηρία να έρθουν αντιμέτωπα με νέα περιβάλλοντα και καταστάσεις που μπορεί να τους προκαλέσουν ανησυχία (Wong, 2018), κάτι που ενδεχομένως φαίνεται από τα αποτελέσματα που αναφέρθηκαν παραπάνω και στις διαφορετικές τιμές που παρουσιάζονται ως προς τη συσχέτιση της αυτόνομης κίνησης με την αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου, ανάλογα με το περιβάλλον που πραγματοποιείται. Ακόμη, από τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας φάνηκε ότι τα άτομα που είχαν κάποια προηγουμένη εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού εμφάνισαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στο κέντρο ελέγχου, σε σχέση με τα άτομα που δεν είχαν προηγούμενη αντίστοιχη εκπαίδευση. Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, επισημαίνεται η σημαντικότητα της εκπαίδευσης κινητικότητας και προσανατολισμού, τόσο σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, αλλά και στην ευρύτερη κοινότητα (Bina et al., 2010). Μέσα από τη διαδικασία εκπαίδευσης κινητικότητας και προσανατολισμού σε διάφορα περιβάλλοντα, τα άτομα με οπτική αναπηρία έρχονται αντιμέτωπα με ποικίλες καταστάσεις που ενδέχεται να συναντήσουν στην καθημερινότητα τους, ώστε να ενθαρρύνεται η αυτόνομη κίνησή τους (Ambrose- Zaken et al., 2010· Silberman et al., 1998), να γίνεται προσπάθεια αύξησης της εμπιστοσύνης των ατόμων με οπτική αναπηρία στον ίδιο τους τον εαυτό και να μειώνεται η κοινωνική απομόνωση (Gallagher & Jackson, 2012). Οι εμπειρίες κίνησης κατά την εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού προσομοιώνουν τις κινητικές προκλήσεις, που θα έρθουν αντιμέτωπα τα άτομα με οπτική αναπηρία στο μέλλον, ενώ αποτελούν συγχρόνως προγνωστικό δείκτη της μελλοντικής απασχολησιμότητάς τους (Test et al., 2009).
Τα ατομικά χαρακτηριστικά που συσχετίστηκαν σημαντικά με την ικανότητα αυτόνομης κίνησης ήταν το φύλο, η ηλικία απώλειας της όρασης, το μορφωτικό επίπεδο, η αθλητική ιδιότητα, τα έτη ενασχόλησης με τον αθλητισμό και η συχνότητα σωματικής άσκησης. Οι άνδρες, τα άτομα που ζουν με την οπτική αναπηρία περισσότερα έτη, τα άτομα που έχουν μεγαλύτερο μορφωτικό επίπεδο, οι αθλητές με οπτική αναπηρία, οι αθλητές που ασχολούνται με τον αθλητισμό περισσότερα χρόνια και τα άτομα με οπτική αναπηρία που κάνουν σωματική άσκηση συστηματικά συσχετίστηκαν θετικά με την ικανότητα αυτόνομης κίνησης. Tο φύλο μπορεί να επηρεάζει την κινητικότητα, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι γυναίκες μπορεί να είναι πιο πιθανό από τους άνδρες να βιώσουν φόβο σχετικά με την εγκληματικότητα και ως αποτέλεσμα του ενδεχόμενου φόβου τους, περιορίζουν την κίνησή τους σε χρονικό και χωρικό επίπεδο (Whitley & Prince, 2005). Άτομα νεότερης ηλικίας ή τα άτομα με μειωμένη όραση παρουσίαζαν μεγαλύτερα επίπεδα κινητικότητας από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή με ολική τύφλωση (Montarzino et al., 2007). Επιπλέον, οι δεξιότητες κίνησης που χρειάζονται στην πανεπιστημιούπολη για ένα άτομο με οπτική αναπηρία (Pogrund et al., 1995), περιλαμβάνουν αρκετές δεξιότητες κίνησης που μπορεί να είναι εφαρμόσιμες και σε ευρύτερα περιβάλλοντα κίνησης εκτός του πανεπιστημίου, π.χ. η δεξιότητα κίνησης σε κάποια άγνωστη τοποθεσία σε άλλο κτίριο, με αποτέλεσμα να ενισχύονται όχι μόνο οι δεξιότητες αυτόνομης κίνησης στην πανεπιστημιούπολη, αλλά και σε άλλα περιβάλλοντα που εκδηλώνεται η αυτόνομη κίνηση από το άτομο με οπτική αναπηρία. Ενδεχομένως, για αυτόν τον λόγο το μορφωτικό επίπεδο να συσχετίστηκε με την αυτόνομη κίνηση. Ακόμη, η αυτόνομη κίνηση αποτέλεσε δείκτη πρόβλεψης της επαγγελματικής αποκατάστασης, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση ανεξαρτησίας των ατόμων με οπτική αναπηρία και δημιουργώντας θετικές εντυπώσεις για τον εαυτό τους (Cmar, 2015), ενώ η έλλειψη κινητικότητας, ενδεχομένως να οδηγεί σε απώλεια απασχόλησης, περικοπή ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων και απώλεια της ανεξαρτησίας (Montarzino et al., 2007). Ωστόσο, ανάλογη συσχέτιση δεν παρατηρήθηκε στην παρούσα εργασία ανάμεσα στην αυτόνομη κίνηση και την εργασιακή κατάσταση. Ακόμη, τα άτομα με οπτική αναπηρία ενδεχομένως να αντανακλούν την εμπιστοσύνη τους για τις αθλητικές τους δεξιότητες και στις κινητικές (Houwen, Visscher, Lemmink & Hartman, 2009· Shapiro, 2003), εξηγώντας έτσι ενδεχομένως τη συσχέτιση που βρέθηκε ανάμεσα στην αυτόνομη κίνηση και τη σωματική άσκηση και τον αθλητισμό.
Η αυτόνομη κίνηση αναδείχθηκε σημαντικός δείκτης πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης και του κέντρου ελέγχου στην παρούσα έρευνα. Αντίστοιχες έρευνες παρουσιάζουν παρόμοια αποτελέσματα για την αυτοεκτίμηση (Papadopoulos et al., 2014) και για το κέντρο ελέγχου (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013· Papadopoulos et al., 2014). Στην ανάλυση διακύμανσης που πραγματοποιήθηκε εμφανίστηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα άτομα που κινούνται με συνοδό, στα άτομα που κινούνται μόνα και στα άτομα που κινούνται και με τους δυο τρόπους. Τα άτομα που απάντησαν «κινούμαι μόνος» παρουσίασαν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τα άτομα που απάντησαν «κινούμαι με συνοδό», ενώ παρουσιάστηκε τάση για στατιστικώς σημαντική διαφορά ανάμεσα και με τα άτομα που απάντησα
«κινούμαι και με τους δύο τρόπους». Τα άτομα με οπτική αναπηρία αισθάνονται ανεξάρτητα και έχουν την αίσθηση του ελέγχου των ενεργειών τους και της ικανότητας για αυτόνομη κίνηση, όταν δεν χρειάζονται τη βοήθεια κάποιου άλλου για τη μετακίνηση τους (Kef et al., 2000· Ponchillia & Ponchillia, 1996). Υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης παρουσιάζουν τα άτομα με οπτική αναπηρία, τα οποία αναφέρουν ότι λαμβάνουν βοήθεια από άλλους με μικρότερη συχνότητα για την εκτέλεση δραστηριοτήτων. Τα άτομα που λαμβάνουν βοήθεια με μεγάλη συχνότητα παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με αυτά που δεν λαμβάνουν κάποια βοήθεια (Beach et al., 1995). Όταν το άτομο δεν έχει την ανάγκη για βοήθεια κάποιου άλλου για τη μετακίνησή του, έχει την αίσθηση της ανεξαρτησίας (Kef et al., 2000), καθώς η κινητικότητα αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία σε ένα γενικότερο πλαίσιο για το άτομο με οπτική αναπηρία (Worth, 2013), ενώ η αδυναμία να κινηθεί κάποιος ανεξάρτητα θεωρήθηκε ως ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα από τα άτομα με οπτική αναπηρία (Golledge, 1993). Ο βαθμός ανεξαρτησίας στην κινητικότητα λοιπόν, επηρεάζει την ευημερία και την ανεξαρτησία που αισθάνονται τα άτομα με οπτική αναπηρία. Η επίτευξη της αυτόνομης κίνησης φαίνεται πως συμβάλλει στην αίσθηση επάρκειας του ατόμου και στην αυτοεκτίμηση του (Tuttle & Tuttle, 2004). Αντίθετα, η απουσία της αυτόνομης κίνησης μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση και μεγάλη εξάρτηση από τρίτους (Welsh, 1981). Η απώλεια της ανεξαρτησίας μπορεί να επηρεάσει το άτομο ψυχολογικά και να εμφανίσει μειωμένη αυτοεκτίμηση (Beach et al., 1995· Gallagher & Jackson, 2012· Horowitz et al., 2005a· Horowitz et al., 2005b· Kenyon et al., 2003· Tuttle & Tuttle, 2004). Επομένως, ο βαθμός ανεξαρτησίας στην κινητικότητα ενδεχομένως να επηρεάζει την ανεξαρτησία που αισθάνονται τα άτομα με οπτική αναπηρία και επιδρά στα ψυχοκοινωνικά τους χαρακτηριστικά, όπως η αυτοεκτίμηση. Η σημαντικότητα στρατηγικών για την επίλυση προβλημάτων σε νέες καταστάσεις παρουσιάζεται από το γεγονός ότι μια προσωρινή αποτυχία μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη γενικότερη αυτοεκτίμηση του ατόμου με οπτική αναπηρία (Tuttle & Tuttle, 2004). Η γνώση στρατηγικών αντιμετώπισης προβλημάτων από τα άτομα με οπτική αναπηρία σε καταστάσεις, όπως για παράδειγμα κατά την κίνηση σε άγνωστα και νέα περιβάλλοντα, μπορεί να συμβάλει στην αντιλαμβανομένη επιτυχία και επομένως στην αυτοεκτίμηση τους. Η εστίαση στην αισιοδοξία, την αυτοεκτίμηση και την κοινωνική λειτουργία των ατόμων με οπτική αναπηρία είναι σημαντική στην πρόληψη ψυχολογικών νόσων, στην προώθηση της ικανοποίησης από τη ζωή και καλό είναι να αποτελεί μέρος των πρακτικών αποκατάστασης (Kurtović & Ivančić, 2019).
Παραπάνω αναδείχθηκε η σημαντική σχέση της αυτόνομης κίνησης με την αυτοεκτίμηση, ενώ ανάλογη σχέση παρατηρείται και με το κέντρο ελέγχου, καθώς η αυτόνομη κίνηση καταγράφηκε ως σημαντικός δείκτης πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου, όπως σε αντίστοιχες έρευνες (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013· Papadopoulos et al., 2014). Τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας δεν ήταν παρόμοια με παλαιότερες έρευνες, στις οποίες δεν παρουσιάστηκαν διαφορές ανάμεσα στο επίπεδο της αυτόνομης κίνησης και στο κέντρο ελέγχου (Alan Beggs, 1992). Όπως έχει επισημανθεί, όταν το άτομο δεν έχει την ανάγκη για βοήθεια κάποιου άλλου για τη μετακίνηση του, έχει την αίσθηση της ανεξαρτησίας (Kef et al., 2000). Τα άτομα με οπτική αναπηρία που είναι σε θέση να κινούνται ανεξάρτητα παρουσιάζουν χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2014· Papadopoulos et al., 2013), κάτι που παρατηρείται και στην παρούσα εργασία. Ακόμη πολλές μελέτες έχουν συσχετίσει την απώλεια της όρασης με την απώλεια της ανεξαρτησίας (Berndtsson, 2000· Old, 1996). Η απώλεια αυτή έχει σημαντικό αντίκτυπο και στην ποιότητα ζωής, τη μείωση της ικανότητας ανάληψης καθημερινών καθηκόντων και την πρόκληση συναισθηματικής δυσφορίας (Williams et al., 1998). Το άτομο αισθάνεται ανεξάρτητο, αυτόνομο και έχει την αίσθηση του ελέγχου των ενεργειών και της ικανότητας για αυτόνομη κίνηση (Ponchillia & Ponchillia, 1996). Έλλειψη ελέγχου των γεγονότων μπορεί να προκύψει από μια συσσώρευση εμπειριών, όταν αποφεύγονται φαινομενικά δύσκολες δραστηριότητες, στις οποίες είναι πιθανόν να εκδηλωθούν αισθήματα απογοήτευσης κατά τη διεκπεραίωση τους (Harrell & Strauss, 1986). Η έννοια της ανεξαρτησίας του ατόμου με οπτική αναπηρία παρέχει έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία προσαρμογής, καθώς οι περιοχές της εξάρτησης για τα άτομα με οπτική αναπηρία είναι πιο εμφανείς σε σχέση με τις ανάγκες εξάρτησης των ατόμων χωρίς οπτική αναπηρία (Tuttle & Tuttle, 2004). Η ολοκλήρωση εκμάθησης κινητικότητας με το λευκό μπαστούνι και τον σκύλο-οδηγό χαρακτηρίζονται ως σημαντικές στιγμές από τα άτομα με οπτική αναπηρία, καθώς ενισχύεται η ανεξαρτησία τους και βελτιώνεται η εμπειρία της μετακίνησης στην πόλη. Η ικανότητα για ανεξάρτητη κινητικότητα αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία σε ένα γενικότερο πλαίσιο για το άτομο με οπτική αναπηρία (Worth, 2013). Επίσης, η ανεπαρκής προσαρμογή στην απώλεια όρασης σχετίζεται και με αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις (Cherry et al., 1991). Η απώλεια της κεντρικής ή της περιφερειακής όρασης σχετίζεται με την εξασθένιση της λειτουργικότητας του ατόμου, με άμεση επίδραση στις καθημερινές δραστηριότητες και στην ανεξαρτησία σε λειτουργικό επίπεδο (Swagerty, 1995). Τα άτομα με εσωτερικό κέντρο ελέγχου αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη δική τους συμπεριφορά, είναι πιο σίγουρα, ενεργά στο σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων και είναι έτοιμα να πιστέψουν ότι η επιτυχία οφείλεται στις δικές τους προσπάθειες, ενώ τα άτομα με εξωτερικό κέντρο ελέγχου τείνουν να κατηγορούν τα γεγονότα, τους εξωτερικούς παράγοντες και θεωρούν τους εαυτούς τους ανίσχυρους απέναντι στην κατάσταση που αντιμετωπίζουν (Webster & Roe, 1998). Το ζήτημα της κινητικότητας αποτελεί βασική μέριμνα για όσους έχουν απώλεια όρασης (Gallagher & Jackson, 2012), καθώς η έλλειψη κινητικών δεξιοτήτων μειώνει την ανεξαρτησία του ατόμου με προβλήματα όρασης, με επίδραση στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά (Tuttle & Tuttle, 2004). Η απώλεια της ανεξαρτησίας μπορεί να επηρεάσει το κέντρο ελέγχου, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες κοινωνικές δραστηριότητες, στην κοινωνική απομόνωση, σε ψυχολογικές επιπτώσεις, όπως η κατάθλιψη, το άγχος και η μειωμένη αυτοεκτίμηση (Gallagher & Jackson, 2012· Horowitz et al., 2005a· Kenyon et al., 2003), ενώ η αυτόνομη κίνηση των ατόμων με οπτική αναπηρία φαίνεται να είναι δείκτης πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013· Papadopoulos et al., 2014), με την απώλεια της ενδεχομένως να οδηγεί σε απώλεια απασχόλησης, περικοπή ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων και απώλεια της ανεξαρτησίας – αυτονομίας του ατόμου (Montarzino et al., 2007).
Όπως αναφέρθηκε στην παρούσα εργασία, η σχέση της κινητικότητας και των ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου με οπτική αναπηρία συχνά είναι δύσκολο να αναλυθεί λόγω της αλληλεπίδρασης διαφόρων συμπεριφορών, προσωπικών και περιβαλλοντικών παραγόντων (Blasch et al., 1997). Για αυτόν τον λόγο, έγιναν στατιστικοί έλεγχοι και αναλύσεις και ανάμεσα στα ατομικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία σε σχέση με τα ψυχοκοινωνικά τους χαρακτηριστικά, για να διερευνηθούν οι διαφορές που παρουσιάζονται στην αυτοεκτίμηση και στο κέντρο ελέγχου ανάλογα με την αυτόνομη κίνηση, αλλά και ανάλογα με τα επιμέρους ατομικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.
Από τα αποτελέσματα του μοντέλου πολλαπλής παλινδρόμησης καταγράφηκαν ως στατιστικά σημαντικές μεταβλητές – δείκτες πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης, εκτός από την αυτόνομη κίνηση που αναλύθηκε παραπάνω, η κατάσταση όρασης, η συχνότητα σωματικής άσκησης και η χρονική στιγμή της απώλειας της όρασης. Το φύλο, η ηλικία, η πορεία της αναπηρίας και το μορφωτικό επίπεδο δεν είχαν σημαντική επίδραση ως δείκτες πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης. Ακόμη, παρουσιάστηκαν συσχετίσεις ανάμεσα στο μορφωτικό επίπεδο του πατέρα και της μητέρας με την αυτοεκτίμηση, μετά από ανάλογους στατιστικούς ελέγχους.
Από τα αποτελέσματα του μοντέλου πολλαπλής παλινδρόμησης για το κέντρο ελέγχου φάνηκε ότι στατιστικά σημαντικές μεταβλητές – δείκτες πρόβλεψής του, εκτός από την αυτόνομη κίνηση, η οποία αναφέρθηκε και αναλύθηκε παραπάνω, ήταν η κατάσταση όρασης και η συχνότητα σωματικής άσκησης. Το φύλο, η ηλικία, η πορεία της αναπηρίας, η χρονική στιγμή της απώλειας της όρασης και το μορφωτικό επίπεδο δεν σχετίστηκαν σημαντικά ως δείκτες πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου.
Μεταξύ των ατόμων με οπτική αναπηρία παρουσιάζονται συχνά διαφορετικές ψυχοκοινωνικές προσαρμογές στην αναπηρία (Tuttle & Tuttle, 2004). Τα άτομα με οπτική αναπηρία σχετίζονται με τη μειωμένη απόδοση σε μετρήσεις σωματικών και κινητικών ικανοτήτων, ενώ συσχετίστηκε αρνητικά ο βαθμός απώλειας όρασης με την επίδοση στις μετρήσεις αυτές (Salive et al., 1994). Νεότεροι συμμετέχοντες συσχετίστηκαν με μεγαλύτερη ανάγκη για αποκατάσταση, ενώ συγχρόνως παρουσίασαν αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες (Garaigordobil & Bernarás, 2009· Macnaughton, Latham & Vianya‐Estopa, 2019). Η επιτυχής προσαρμογή μπορεί να έχει θετική επίδραση στη λειτουργικότητα και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως η αυτοεκτίμηση και ικανοποίηση από τη ζωή (Horowitz & Reinhardt, 1998), αντίθετα η απώλεια της ανεξαρτησίας μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά ατόμων με οπτική αναπηρία (Gallagher & Jackson, 2012· Horowitz et al., 2005a· Kenyon et al., 2003). Επίσης, η απώλεια όρασης μπορεί να είναι αίτιο της αίσθησης ανικανότητας που νιώθουν τα άτομα και έτσι, αντανακλάται μια έλλειψη κοινωνικής αποδοχής και κοινωνικής προσαρμογής, καθώς και μιας αντιλαμβανόμενης αίσθησης φυσικής και σωματικής ανικανότητας στην εφηβική ηλικία (Beaty, 1992).
Ο βαθμός της οπτικής αναπηρίας μπορεί να αποτελεί ένα παράγοντα για τον προσδιορισμό της αυτοεκτίμησης, καθώς μέτρια ή χαμηλή αυτοεκτίμηση παρατηρείται κυρίως στα άτομα με ολική απώλεια της όρασης (Bowen, 2010). Αντίθετα, σύμφωνα με τους Papadopoulos κ.ά., (2013) που η κατάσταση όρασης αποτέλεσε δείκτη πρόβλεψης για την αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου, τα άτομα με μειωμένη όραση παρουσίασαν χαμηλότερες βαθμολογίες στην αυτοεκτίμηση και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου (Papadopoulos et al., 2013). Σε επόμενη έρευνα επίσης τα άτομα με ολική τύφλωση παρουσίασαν υψηλότερη αυτοεκτίμηση και χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου σε σχέση με τα άτομα με μειωμένη όραση (Papadopoulos, 2014). Παρόμοια αποτελέσματα με τις παραπάνω έρευνες (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013) παρατηρούνται και στην παρούσα εργασία σχετικά με την κατάσταση όρασης και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά. Η κατάσταση όρασης ήταν δείκτης πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης και του κέντρου ελέγχου, όπου τα άτομα νομική τύφλωση παρουσιάζουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση και χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου σε σχέση με τα άτομα με μειωμένη όραση που παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Τα ατομικά χαρακτηριστικά, όπως το φύλο, η ηλικία, η οικονομική κατάσταση και η αυτόνομη κίνηση δεν ήταν σημαντικοί δείκτες πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης (Papadopoulos et al., 2013), όπως και το εκπαιδευτικό επίπεδο (Papadopoulos et al., 2014). Στην παρούσα έρευνα το φύλο, η ηλικία, η πορεία της αναπηρίας και το μορφωτικό επίπεδο δεν ήταν σημαντικοί δείκτες πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης, όμως βρέθηκαν σημαντικές συσχέτισες της αυτοεκτίμησης με το μορφωτικό επίπεδο του πατέρα και της μητέρας στον στατιστικό έλεγχο συσχέτισης που πραγματοποιήθηκε.
Η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου με οπτική αναπηρία επηρεάζεται από τις αλληλεπιδράσεις του με το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον, ενώ ο τρόπος με τον οποίο αισθάνεται για τον εαυτό του επηρεάζει και την απόδοση του σε αρκετές παραμέτρους (Tuttle & Tuttle, 2004). Εξαιτίας της υπολειπομένης όρασης, η οπτική αναπηρία μπορεί να μην είναι εμφανής. Το γεγονός αυτό μπορεί να φέρει το άτομο αντιμέτωπο με καταστάσεις που θα νιώσει ντροπή ή αμηχανία με αρνητική επίδραση στην αυτοεκτίμηση του (Tuttle & Tuttle, 2004). Τα άτομα με οπτική αναπηρία που έχουν προσαρμοστεί πλήρως με τη φύση της αναπηρίας τους, αισθάνονται άνετα με τον εαυτό τους και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως μια συνθέτη οντότητα με ποίκιλα χαρακτηριστικά, ένα εκ των οποίων αποτελεί η απώλεια της όρασης. Αντίθετα όταν τα άτομα με οπτική αναπηρία βρίσκονται σε αρχικά στάδια προσαρμογής, αναφορικά με την οπτική αναπηρία, έχουν αρνητικά συναισθήματα και χαμηλή αυτοεκτίμηση (Tuttle & Tuttle, 2004). Επίσης, η χρονική στιγμή εμφάνισης της οπτικής αναπηρίας αποτέλεσε δείκτη πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης, όπου τα άτομα με εκ γενετής οπτική αναπηρία εμφανίζουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τα άτομα με επίκτητη οπτική αναπηρία (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2014). Η προσαρμογή του ατόμου στην αναπηρία και γενικότερα σε νέες συνθήκες συμβαίνει με την πάροδο του χρόνου, καθώς προσαρμόζεται στις εσωτερικές αλλαγές και στις κοινωνικο-συναισθηματικές του ανησυχίες (Bishop, 2001). Επίσης, η κοινωνική ενσωμάτωση αποτελεί σημαντικό παράγοντα αλλαγής της αντίληψης για την αναπηρία που βιώνει το άτομο (Jang et. al., 2003· Jang et al., 2004).
Όπως αναφέρθηκε, η κατάσταση όρασης αποτέλεσε δείκτη πρόβλεψης και του κέντρου ελέγχου στην παρούσα εργασία. Τα άτομα με μειωμένη όραση παρουσιάζουν υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, ενώ τα άτομα με νομική τύφλωση παρουσιάζουν χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, όπως σε ανάλογες έρευνες (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2014· Papadopoulos et al., 2013). Η προσαρμογή των ατόμων με οπτική αναπηρία με τη φύση της αναπηρίας τους, όπως αναφέρθηκε στη παρούσα εργασία, επηρεάζει τα ψυχοκοινωνικά τους χαρακτηριστικά. Ακόμη, επισημαίνεται από τους ερευνητές ότι τα άτομα με μειωμένη όραση μπορεί να έρθουν αντιμέτωπα με καταστάσεις που θα νιώσουν ντροπή ή αμηχανία με αρνητική επίδραση στα ψυχοκοινωνικά τους χαρακτηριστικά (Tuttle & Tuttle, 2004).
Στην παρούσα έρευνα το κέντρο ελέγχου σχετίζεται αρνητικά με την αυτοεκτίμηση των ατόμων με οπτική αναπηρία, όπως επισημαίνεται και από τους Papadopoulos κ.ά., (2014) σε αντίστοιχη έρευνα. Η έλλειψη ελέγχου των γεγονότων μπορεί να προκύψει από μια συσσώρευση εμπειριών, όταν αποφεύγονται φαινομενικά δύσκολες δραστηριότητες, στις οποίες είναι πιθανόν να εκδηλωθούν αισθήματα άγχους ή απογοήτευσης κατά τη διεκπεραίωση τους (Harrell & Strauss, 1986). Η απώλεια της ανεξαρτησίας μπορεί να επηρεάσει το κέντρο ελέγχου, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες κοινωνικές δραστηριότητες, σε κοινωνική απομόνωση και σε ψυχολογικές επιπτώσεις (Gallagher & Jackson, 2012· Horowitz et al., 2005a· Kenyon et al., 2003). Επισημαίνεται από τους ερευνητές η σημαντικότητα της αξιολόγησης και της έγκυρης παρέμβασης στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως η αυτοεκτίμηση, που αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στην κοινωνική ενσωμάτωση και την κοινωνική προσαρμογή των ατόμων με οπτική αναπηρία, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία (Cardinali & D΄Allura, 2001· Raver & Drash, 1988· Roy & MacKay, 2002· Sacks & Gaylord-Ross, 1989). Οι επαγγελματίες που σχετίζονται με την αποκατάσταση των ατόμων με οπτική αναπηρία καλό θα είναι να επέμβουν έγκαιρα, ώστε αυτά τα χαρακτηριστικά να μην έχουν επιπτώσεις και στην ενήλικη ζωή των ατόμων. Η εστίαση στην αισιοδοξία, την αυτοεκτίμηση και την κοινωνική λειτουργία των ατόμων με οπτική αναπηρία είναι σημαντική στην πρόληψη ψυχολογικών επιπτώσεων και καλό είναι να αποτελεί μέρος των πρακτικών αποκατάστασης των ατόμων με οπτική αναπηρία (Kurtović & Ivančić, 2019).
Παραπάνω αναφέρθηκε η σωματική άσκηση ως μεταβλητή – δείκτης πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης και του κέντρου ελέγχου. Επίσης, η σύγκριση στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε αθλητές και μη αθλητές με οπτική αναπηρία ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές. Τα άτομα με οπτική αναπηρία που ήταν αθλητές είχαν υψηλότερη αυτοεκτίμηση και μεγαλύτερο χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου σε σχέση με τους μη αθλητές με οπτική αναπηρία, που παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Αναδεικνύεται έτσι η συμβολή της σωματικής άσκησης και σε μεγαλύτερο βαθμό η σωματική άσκηση και η ενασχόληση με τον αθλητισμό σε ατομικά ή ομαδικά αθλήματα, μέσα από τον οργανωμένο αθλητισμό. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους αθλητές και το είδος του αθλήματος που ασχολούνταν (ατομικό, ομαδικό) στην αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου, όμως βρέθηκε θετική συσχέτιση στατιστικώς σημαντική με τον αριθμό αθλημάτων που ασχολούταν οι αθλητές με οπτική αναπηρία με την αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου. Τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα ενδεχομένως παρουσιάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό αρνητικά ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά (Imai et al., 2020), επομένως η σωματική άσκηση μπορεί να προσφέρει οφέλη εκτός από τον κινητικό και στον ψυχοκοινωνικό τομέα. Επίσης, η σωματική άσκηση αυξάνει την αυτοεκτίμηση και διάφορες κοινωνικές δεξιότητες (Auxter et al., 1997), με αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση του ατόμου, είτε άμεσα δίνοντας ένα αίσθημα κυριότητας, είτε έμμεσα επιτρέποντας στο άτομο να έχει πρόσβαση σε παροχές και να είναι ανεξάρτητο (Augestad, 2017). Ο περιορισμός της φυσικής δραστηριότητας μπορεί να εμποδίσει τη βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων σε άτομα με αναπηρίες. Η σωματική δραστηριότητα είναι ένας τρόπος βελτίωσης των κινητικών και των κοινωνικών δεξιοτήτων, καθώς και της κοινωνικοποίησής των ατόμων με οπτική αναπηρία (Shapiro et al., 2005). Η απώλεια όρασης μπορεί να είναι αίτιο της αίσθησης ανικανότητας που αισθάνονται τα άτομα και έτσι, αντανακλάται μια έλλειψη κοινωνικής αποδοχής, κοινωνικής προσαρμογής και μιας αντιλαμβανόμενης αίσθησης φυσικής και σωματικής ανικανότητας, στην εφηβική ηλικία (Beaty, 1992). Ωστόσο, μέσα από τον αθλητισμό μπορεί να παρατηρηθεί θετική επίδραση στις κινητικές δεξιότητες και στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά στα άτομα με οπτική αναπηρία (Movahedi et al., 2011· Qasim et al., 2014· Shapiro et al., 2005). Οι ψυχολογικές επιδράσεις που επιτυγχάνονται μέσω της συστηματικής σωματικής δραστηριότητας – άσκησης αφορούν κυρίως τη βελτίωση στην ψυχολογική κατάσταση του ατόμου, στην υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων, στον προγραμματισμό, στη μείωση του επιπέδου άγχους, ανησυχίας και κατάθλιψης (Ströhle, 2009· Mikkelsen et al., 2010· Teychenne et al., 2009), καθώς και στην αύξηση της αυτοεκτίμησης και διάφορων κοινωνικών δεξιοτήτων (Auxter et al., 1997). Επιπλέον, η σωματική δραστηριότητα ευνοεί την κοινωνική συναναστροφή, έχει θετικό αντίκτυπο στις σχέσεις με τους ανθρώπους και στην κοινωνική ενσωμάτωση, στην κοινωνικοποίηση, στα κίνητρα και στην επιθυμία να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που συνδέονται με την οπτική αναπηρία (Movahedi et al., 2011). Επιπλέον, τα αθλήματα και η σωματική άσκηση επιδρούν στις ψυχολογικές διεργασίες των ατόμων με οπτική αναπηρία, όπως αναλύθηκε παραπάνω, ενώ ο καθιστικός τρόπος ζωής αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών παθολογιών υγείας (Boffoli et al., 2011· Lieberman et al., 2010).
Πολλές μελέτες αναφέρονται στην άσκηση και τον αθλητισμό ως καθοριστικούς παράγοντες της υγείας και της ευημερίας των ατόμων με θετική επίδραση σε ψυχοκοινωνικές παραμέτρους (Archer & Garcia, 2017· Farris et al., 2019· Jin et al., 2019· White et al., 2017). Η προώθηση της Φυσικής Αγωγής και του αθλητισμού για τα άτομα με οπτική αναπηρία συμβάλει στη σωματική τους ικανότητα και την ανάπτυξη των ψυχοκινητικών τους χαρακτηριστικών (Holbrook & Koenig, 2000· Scholl, 1986). Η απόκτηση των κατάλληλων κοινωνικών δεξιοτήτων από τα άτομα με οπτική αναπηρία είναι μια δύσκολη συνεχής διαδικασία, που μπορεί να διαρκέσει για ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου (Sacks et al., 1992). Η συμμετοχή των παιδιών σε κινητικές – αθλητικές δραστηριότητες, ίσως να αποτελεί ένδειξη των επιπέδων σωματικής δραστηριότητάς τους στην ενηλικίωση (Tammelin et al., 2003). Έτσι, γίνεται αντιληπτή η σημαντικότητα της ενασχόλησης των ατόμων με οπτική αναπηρία με τον αθλητισμό και τη σωματική άσκηση από νεαρή ηλικία, καθώς ο οργανωμένος αθλητισμός ενδεχομένως έχει τη δυνατότητα να κάνει το άτομο πιο υπεύθυνο και αυτόνομο (Martens, 1988). Ο αθλητισμός λοιπόν, μέσα από ειδικά προσαρμοσμένα στην οπτική αναπηρία ομαδικά παιχνίδια, όπως το Goalball κ.ά., διδάσκει – εκπαιδεύει τα άτομα με οπτική αναπηρία να είναι ανεξάρτητα στη λήψη αποφάσεων, να είναι σε θέση να κάνουν κάτι με και χωρίς τους άλλους, αναπτύσσοντας έτσι συγχρόνως και τη συνεργασία και την ανεξαρτησία τους από τους άλλους (Martin, 2017· Movahedi et al., 2011). Ανάλογα ερευνητικά δεδομένα αναφέρονται στο Torball, με αντίστοιχες επιδράσεις στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά ατόμων με οπτική αναπηρία, στην αυτονομία, τις κινητικές δεξιότητες και τον χρόνο αντίδρασης (Di Cagno et al., 2013· Karakaya et al., 2009· Silva et al., 2010). Ακόμη, η καλή κινητικότητα παρουσιάζει θετική σχέση με την αντίληψη της φυσικής ικανότητας – κατάστασης του ατόμου (Barnett et al., 2008) και της αυτό-ιδέας (Martinek et al., 1978). Επομένως, η ενασχόληση των ατόμων με οπτική αναπηρία με τον αθλητισμό και τη σωματική άσκηση – δραστηριότητα έχει θετική επίδραση τόσο στον κινητικό τομέα, όσο και στην αυτονομία, στην ανεξαρτησία και σε αρκετές ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ωστόσο, τα άτομα με οπτική αναπηρία αντιμετωπίζουν κοινωνικά εμπόδια και φραγμούς, που οφείλονται στον φόβο να μην γελοιοποιηθούν, με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται από τις αθλητικές δραστηριότητες, τη φυσική δραστηριότητα και τη σωματική άσκηση (Morelli et al., 2011· Lieberman & McHugh, 2001· Shapiro et al., 2005· Stuart et al., 2006). Συνεπώς, καλό θα είναι οι επαγγελματίες που ασχολούνται με την αποκατάσταση των ατόμων με οπτική αναπηρία να εκπαιδεύουν και να ενθαρρύνουν τα άτομα προς την αυτόνομη κίνηση, τον αθλητισμό και τη σωματική άσκηση, για να αποκτήσουν τα αναμενόμενα οφέλη, που παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία.
