«Η επίδραση της αυτόνομης κίνησης στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ του Σταφυλίδη Ανδρέα, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών: «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 15ο

Ιαν 22, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.2 Το κέντρο ελέγχου και η αυτόνομη κίνηση

Η απώλεια της κεντρικής ή της περιφερειακής όρασης σχετίζεται με την εξασθένιση της λειτουργικότητας του ατόμου, με άμεση επίδραση στις καθημερινές δραστηριότητες και στην ανεξαρτησία σε λειτουργικό επίπεδο (Swagerty, 1995). Επίσης, η ανεπαρκής προσαρμογή στην απώλεια όρασης σχετίζεται με διάφορες ψυχολογικές επιπτώσεις (Cherry et al., 1991· Tuttle & Tuttle, 2004).
Η έννοια της ανεξαρτησίας του ατόμου με οπτική αναπηρία διαδραματίζει έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία προσαρμογής, καθώς οι περιοχές εξάρτησης των ατόμων με οπτική αναπηρία είναι πιο εμφανείς από τις ανάγκες εξάρτησης των υπολοίπων ατόμων (Tuttle & Tuttle, 2004). Η απώλεια της ανεξαρτησίας μπορεί να επηρεάσει το κέντρο ελέγχου, να οδηγήσει σε ψυχολογικές επιπτώσεις, όπως κατάθλιψη, άγχος και μειωμένη αυτοεκτίμηση, καθώς και σε μειωμένες κοινωνικές δραστηριότητες και σε κοινωνική απομόνωση (Gallagher & Jackson, 2012· Horowitz et al., 2005a· Kenyon et al., 2003).
Το ζήτημα της κινητικότητας αποτελεί βασική μέριμνα για όσους έχουν απώλεια όρασης (Gallagher & Jackson, 2012), καθώς η έλλειψη κινητικών δεξιοτήτων μειώνει την ανεξαρτησία του ατόμου με οπτική αναπηρία (Good et al., 2008). Ο βαθμός ανεξαρτησίας στην κινητικότητα επηρεάζει την ευημερία και την ανεξαρτησία που αισθάνονται  τα άτομα με οπτική αναπηρία, καθώς, όταν τα άτομα δεν έχουν την ανάγκη για βοήθεια κάποιου άλλου για τη μετακίνηση τους, αισθάνονται ανεξάρτητα – αυτόνομα (Kef et al., 2000) και ότι έχουν την αίσθηση του ελέγχου των ενεργειών τους και της ικανότητάς τους για αυτόνομη κίνηση (Ponchillia & Ponchillia, 1996). Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο, τα άτομα με εσωτερικό κέντρο ελέγχου αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη δική τους συμπεριφορά, είναι πιο σίγουρα, ενεργά στον σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων και είναι έτοιμα να πιστέψουν ότι η επιτυχία οφείλεται στις δικές τους προσπάθειες, ενώ τα άτομα με εξωτερικό κέντρο ελέγχου τείνουν να κατηγορούν τα γεγονότα, τους εξωτερικούς παράγοντες και να θεωρούν τους εαυτούς τους ανίσχυρους απέναντι στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν (Webster & Roe, 1998). Επίσης, μία ακόμα σημαντική στιγμή, όπως χαρακτηρίζεται από τα άτομα με οπτική αναπηρία, είναι η ολοκλήρωση εκμάθησης κινητικότητας με το λευκό μπαστούνι και τον σκύλο-οδηγό, καθώς ενισχύεται η ανεξαρτησία τους και βελτιώνεται η εμπειρία της μετακίνησής τους στην πόλη. Αυτή η ικανότητα για αυτόνομη κίνηση αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία σε ένα γενικότερο πλαίσιο για το άτομο με οπτική αναπηρία (Worth, 2013).
Στην έρευνα του Alan Beggs (1992) έγινε διερεύνηση της αυτόνομης κίνησης σε σχέση με διάφορα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων και το κέντρο ελέγχου. Τα άτομα με οπτική αναπηρία κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο κατηγορίες, σε άτομα με άριστη αυτόνομη κίνηση (elit) και σε άτομα με ανεπαρκή αυτόνομη κίνηση (poor). Οι συμμετέχοντες της έρευνας και στις δύο κατηγορίες είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά ως προς την απώλεια όρασης, την ηλικία, την ηλικία έναρξης της αναπηρίας, το φύλο και την αιτιολογία της πάθησης-αναπηρίας. Η πρώτη κατηγορία αποτελούνταν από 10 άτομα, τα οποία κινούνταν καθημερινά προς τον χώρο εργασίας τους ή στον χώρο των σπουδών τους, στην πόλη του Λονδίνου και τα οποία μπορούσαν να κινηθούν κατά βούληση και ήταν σε θέση να κινούνται ανεξάρτητα εντός και εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Η δεύτερη κατηγορία ατόμων αποτελούνταν από 9 άτομα, που είχαν λάβει εκπαίδευση κινητικότητας, αλλά παρουσίαζαν δυσκολίες στην κινητικότητά τους και ήταν άνεργοι, ενώ συγχρόνως ήταν εξαρτώμενα από άλλα άτομα για να κινηθούν και κατέγραψαν μηδενικές ή σχεδόν μηδενικές διαδρομές αυτόνομης κίνησης. Από τα αποτελέσματα φάνηκε ότι και οι δύο κατηγορίες (άτομα με άριστη αυτόνομη κίνηση και άτομα με ανεπαρκή αυτόνομη κίνηση) παρουσίαζαν εξωτερικό κέντρο ελέγχου, ωστόσο χωρίς στατιστικώς σημαντική διαφορά. Ακόμη, δεν παρουσιάστηκαν διαφορές στην αυτό- εικόνα, τα κίνητρα, τον συναισθηματικό τομέα και το κέντρο ελέγχου με βάση την κατηγορία αυτόνομης κίνησης. Ωστόσο, τα άτομα που δεν ήταν εξοικειωμένα στην αυτόνομη κίνηση σε τακτική βάση, ήταν πιο επιρρεπή σε άγνωστες καταστάσεις, εκδηλώνοντας ανησυχία, στρες και απώλεια εμπιστοσύνης στην ικανότητά τους για να ολοκληρώσουν τη διαδρομή. Επίσης, δεν διέθεταν τις κατάλληλες στρατηγικές αντιμετώπισης καταστάσεων που διέθεταν τα άτομα που ήταν έμπειρα κινητικά σε ανεξάρτητες διαδρομές (Alan Beggs, 1992). Η αυτόνομη κίνηση καταγράφηκε από τον ερευνητή μέσα από μία ερώτηση, η οποία αναφέρονταν στη συχνότητα αυτόνομης κίνησης. Οι επιλογές συχνότητας που κατηγοριοποιήσαν τα άτομα άριστα ως προς την αυτόνομη κίνηση (elit), περιλάμβαναν τις δύο δηλώσεις: «Κινούμαι ανεξάρτητα: α) Καθημερινά ή β) Οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμώ (καθημερινά)». Οι επιλογές συχνότητας που κατηγοριοποιήσαν τα άτομα στην κατηγορία με ανεπαρκή αυτόνομη κίνηση (poor) περιλάμβαναν τις δηλώσεις: «Κινούμαι ανεξάρτητα: α) Καθόλου ή β) μία φορά / δεκαπενθήμερο στα μαγαζιά ή γ) μια φορά / εβδομάδα στο κοντινό μαγαζί της γειτονιάς ή δ) μία φορά / εβδομάδα στα μαγαζιά ή ε) δύο φορές / εβδομάδα σε πολύ κοντινή  απόσταση ή ζ) δύο φορές / εβδομάδα στο μαγαζί της στο πιο κοντινό μαγαζί της γειτονιάς».
Αντίθετα, σύμφωνα με τους Papadopoulos κ.ά. (2013), στατιστικώς σημαντικός δείκτης πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου ήταν, μεταξύ άλλων, η αυτόνομη κίνηση. Η κατηγοριοποίηση για την αυτόνομη κίνηση έγινε με βάση τις απαντήσεις των συμμετεχόντων στην ερώτηση τετραβάθμιας κλίμακας «Πόσο συχνά κινείστε αυτόνομα;», που απαντήθηκε με μία από τις δηλώσεις: «σπάνια, μερικές φορές, συνήθως ή πάντα». Τα άτομα που κινούνταν αυτόνομα σπάνια ή μερικές φορές, κατηγοριοποιήθηκαν στην κατηγορία μέτριας αυτόνομης κίνησης και τα άτομα που κινούνταν αυτόνομα συνήθως ή πάντα, κατηγοριοποιήθηκαν στην κατηγορία καλής αυτόνομης κίνησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, επισημάνθηκε η επίδραση της αυτόνομης κίνησης στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά, καθώς η αυτόνομη κίνηση αποτέλεσε στατιστικώς σημαντικό δείκτη πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου. Τα άτομα που παρουσίασαν καλύτερη αυτόνομη κίνηση είχαν χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, σε αντίθεση με τα άτομα που δεν μπορούσαν να κινηθούν αυτόνομα με μεγάλη συχνότητα, τα οποία παρουσίασαν υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Σε επόμενες έρευνες, η αυτόνομη κίνηση πάλι αποτέλεσε σημαντικό δείκτη πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου ενηλίκων με οπτική αναπηρία (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2014). Έτσι, καταγράφονται διαφορετικές απόψεις στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, σχετικά με τη σχέση της αυτόνομης κίνησης και το κέντρο ελέγχου. Η παρούσα έρευνα αναφέρεται με έναν πιο συστηματικό τρόπο στην επίδραση της αυτόνομης κίνησης στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία και συγκεκριμένα στην αυτοεκτίμηση και στο κέντρο ελέγχου, μέσα από ένα εκτενέστερο ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα περιβάλλοντα αυτόνομης κίνησης (γειτονιά, κέντρο πόλης, Μ.Μ.Μ.) και βασίζεται σε ήδη υπάρχον εργαλείο κινητικής αξιολόγησης για άτομα με οπτική αναπηρία (Fazzi & Petersmeyer, 2001· Pogrund et al., 1995). Παράλληλα, χρησιμοποιείται και η ίδια ερώτηση για τη γενική συχνότητα αυτόνομης κίνησης ατόμων με οπτική αναπηρία («Πόσο συχνά κινείστε αυτόνομα;», με τις δηλώσεις: «ποτέ, σπάνια, μερικές φορές, συνήθως ή πάντα») που χρησιμοποιήθηκε και σε προηγούμενες αντίστοιχες έρευνες (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013 Papadopoulos et al., 2014).

Μετάβαση στο περιεχόμενο