ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1:
1. Γενικά για την Τύφλωση/ Οπτική Αναπηρία (ΟΑ)
1.1 Ορισμοί και κατηγορίες διαταραχών όρασης
Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (Νόμος 958/1979), «τυφλό» χαρακτηρίζεται κάθε άτομο του οποίου η οπτική οξύτητα είναι μικρότερη από το 1/20 της φυσιολογικής στον οφθαλμό που λειτουργεί καλύτερα μετά την μέγιστη δυνατή διόρθωση. Εκτός από το νομικό ορισμό της τύφλωσης, υπάρχουν επίσης κατηγοριοποιήσεις των ατόμων με ΟΑ ανάλογα με τη σοβαρότητα των διαταραχών όρασής τους. Ένας γενικός διαχωρισμός κατατάσσει τα άτομα με ΟΑ σε «τυφλά» και «μερικώς βλέποντα», δηλαδή άτομα που έχουν μεν σοβαρή ΟΑ, αλλά δεν είναι τελείως τυφλά (Γκουτζιαμάνη- Σωτηριάδη, 1993). Επίσης, η τύφλωση διακρίνεται σε «τέλεια ή σχεδόν τέλεια» και σε «αμβλυωπία», δηλαδή την εξασθένηση της όρασης (Σακκομήτρος, 2000). Η πρώτη κατηγορία είναι προϊούσα και αναφέρεται στην ολική απώλεια της όρασης που εμφανίζεται μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής των ατόμων κι επιδεινώνεται σταδιακά. Αυτή οφείλεται, είτε σε κάποιο ατύχημα, σε ασθένεια, είτε σε επιδείνωση ήδη υπάρχουσας οπτικής διαταραχής.
Ένας πιο πρακτικός ορισμός της τύφλωσης είναι ο εξής: τυφλά θεωρούνται τα άτομα που λόγω βλάβης του οπτικού οργάνου έχουν χάσει την όρασή τους σε τέτοιο βαθμό ώστε αδυνατούν να προσανατολιστούν σε ένα άγνωστο περιβάλλον χωρίς την παρουσία εξωτερικής βοήθειας. Επομένως, δεν μπορούν να αποκτήσουν εμπειρίες μέσω της όρασης. Τέλος, σύμφωνα με τον Κυπριωτάκη (1989), πρακτικά τυφλός είναι αυτός που αδυνατεί να αναγνωρίσει με βεβαιότητα και να μετρήσει τα δάκτυλα μιας ανοιχτής παλάμης που βρίσκεται σε απόσταση 5μ. από τα μάτια.
Από εκπαιδευτική άποψη επίσης, οι μαθητές με ΟΑ κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητα της οπτικής δυσλειτουργίας τους. Έτσι, τυφλά θεωρούνται τα παιδιά που αδυνατούν να αποκτήσουν εμπειρίες και γνώσεις μέσω της όρασης και να διαβάσουν κανονικού μεγέθους έντυπα. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν μέσω της ακοής και της αφής, ενώ για να χαρακτηριστεί ένα άτομο ως «ολικά τυφλό» θα πρέπει επίσης να αδυνατεί να αντιληφθεί το φως (Gabbert, 2012). «Μερικώς βλέποντα» (αμβλύωπες) είναι τα παιδιά που παρά την απώλεια όρασης που παρουσιάζουν, είναι σε θέση να διαβάσουν κανονικού μεγέθους ή μεγεθυμένα κείμενα και να χρησιμοποιήσουν μερικώς την όραση για την απόκτηση γνώσεων. Γενικότερα, ως οπτική δυσλειτουργία, μπορεί να χαρακτηριστεί η δυσλειτουργία εκείνη της όρασης που περιλαμβάνει την τύφλωση και τη μερική όραση κι επιδρά αρνητικά στην εκπαιδευτική απόδοση ενός παιδιού (Johnson-Jones, 2017).
Υπάρχει γενική συμφωνία μεταξύ των ειδικών της ΟΑ στο ότι οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες για τους μαθητές αυτούς θα πρέπει να βασίζονται όχι μόνο στις κλινικές αξιολογήσεις, αλλά και στις λειτουργικές επιπτώσεις της ΟΑ (AFB, 2011). Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, το 50 (Keil, 2002) με 71% (Ravenscroft, Blaikie, Macewen, O’Hare, Creswell, & Dutton, 2008) των παιδιών με ΟΑ παρουσιάζουν επιπλέον συνοδές αναπηρίες. Επομένως, είναι υψίστης σημασίας να εξετάζεται μια ποικιλία παραγόντων, πέρα από την οπτική δυσλειτουργία, για το σχεδιασμό ενός κατάλληλου Εξατομικευμένου Εκπαιδευτικού Προγράμματος (ΕΕΠ) για κάθε μαθητή/τρια.
Τι είναι όμως και που οφείλονται οι οπτικές δυσλειτουργίες; Οπτική δυσλειτουργία δεν σημαίνει απαραίτητα πρόβλημα στον οφθαλμό, αλλά μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιοδήποτε τμήμα του οπτικού οργάνου. Μάλιστα, η οπτική δυσλειτουργία περιγράφεται ως συνέπεια μιας λειτουργικής απώλειας της όρασης και όχι ως την ίδια τη διαταραχή του οφθαλμού (National Dissemination Center for Children with Disabilities [NICHCY], 2012). Η οπτική λειτουργία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την οπτική οξύτητα (ικανότητα ευκρινούς διάκρισης των λεπτομερειών), τη σταθερότητα (ικανότητα εστίασης), το οπτικό πεδίο (ικανότητα αντίληψης του περιβάλλοντα χώρου τον οποίο μπορεί να αντιληφθεί το άτομο), τη διάκριση των χρωμάτων και την προσαρμοστικότητα στο φως (Douglas, McCall, McLinden, & Pavey, Ware, Farrell, 2009).
Η ΟΑ αποτελεί συνέπεια κληρονομικών παθήσεων, δυσπλασιών, νεοπλασμάτων, λοιμωδών ασθενειών, νοσημάτων του μεταβολισμού, τραυματισμών, τοξικών παραγόντων κ.α. (Johnson-Jones, 2017). Στις κυριότερες αιτίες τύφλωσης και μειωμένης όρασης παγκοσμίως, φαίνεται να ανήκουν οι μη διορθωμένες διαθλαστικές ανωμαλίες (σε αυτές ανήκει η μυωπία, η υπερμετρωπία κι ο αστιγματισμός), ο καταρράκτης (σχετίζεται με το φυσιολογικό γήρας του οφθαλμού και συναντάται σε μεγαλύτερες ηλικίες) και το γλαύκωμα το οποίο οφείλεται στη δημιουργία αυξημένης πίεσης στον οφθαλμό (Pascolini & Mariotti, 2010). Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της οπτικής διαταραχής, ποικίλλει και το πρόβλημα που παρατηρείται. Για παράδειγμα, τα άτομα με καταρράκτη έχουν θολή ή νεφελώδη όραση, ενώ τα άτομα με γλαύκωμα έχουν απώλεια της περιφερειακής όρασης.
Εκτός όμως από τις κύριες αιτίες τύφλωσης και πρόκλησης οπτικών διαταραχών που αναφέρθηκαν, υπάρχει και ένας ακόμη τύπος προβλημάτων της όρασης, αυτός της κινητικότητας των οφθαλμών. Το πρόβλημα συναντάται στους εξωτερικούς μυς των ματιών, οι οποίοι ελέγχουν τις κινήσεις του βολβού στην οφθαλμική κόγχη. Τέτοιες διαταραχές είναι: ο νυσταγμός (γρήγορες, ακούσιες οφθαλμικές κινήσεις λόγω κακής λειτουργίας των υπεύθυνων μυών), ο στραβισμός (οι οπτικοί άξονες των δύο ματιών δεν είναι παράλληλοι κατά τις διάφορες θέσεις του βλέμματος), η οπισθοφακική ινοπλασία (παρατηρείτο παλαιότερα σε πρόωρα βρέφη και οφειλόταν στην αυξημένη συγκέντρωση οξυγόνου στις θερμοκοιτίδες), η φωτοφοβία (έλλειψη ανοχής στο φως) και ο δαλτονισμός (ανικανότητα αναγνώρισης των χρωμάτων) (Σακκομήτρος, 2000).
1.2 Επιπτώσεις της ΟΑ στην ανάπτυξη των παιδιών (κινητική ανάπτυξη, φυσική κατάσταση, κοινωνικές προσαρμογές και ψυχολογικές επιπτώσεις)
Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία επηρεάζουν γενικότερα την άσκηση και ειδικότερα τη ΦΑ τα οποία διαφοροποιούνται για τα άτομα με ΟΑ σε σύγκριση με τους βλέποντες συνομηλίκους τους. Σε αυτά τα χαρακτηριστικά ανήκει η κινητική ανάπτυξη, η φυσική κατάσταση και οι ψυχολογικές και κοινωνικές προσαρμογές (Auxter, Pyder, & Huettig, 2005).
Κινητική ανάπτυξη
Η μειωμένη όραση συχνά περιορίζει τη φυσική δραστηριότητα, η οποία με τη σειρά της μειώνει το εύρος και την ποικιλία των εμπειριών που μπορεί να βιώσει ένα παιδί. Τα βρέφη με ΟΑ έχουν μειωμένο κίνητρο ώστε να κρατήσουν το κεφάλι ψηλά λόγω της έλλειψης οπτικών ερεθισμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερεί η ανάπτυξη της ικανότητας στήριξης, περιλαμβάνοντας τον έλεγχο του κορμού, και τη διατήρηση της καθιστής και της όρθιας θέσης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ικανότητα στήριξης αποτελεί προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη της αδρής και της λεπτής κινητικότητας, τα παιδιά αυτά είναι επακόλουθο να αργούν να περπατήσουν, να τρέξουν, να φτάσουν ή να αρπάξουν ένα αντικείμενο κτλ. Η περιορισμένη κίνηση με τη σειρά της έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη μυϊκή ανάπτυξη και ανάπτυξη της ισορροπίας, δύο απαραίτητων παραγόντων για την εκτέλεση περίπλοκων κινητικών δεξιοτήτων.
Με τα στοιχεία αυτά, συμφωνούν κι άλλες έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά με ΟΑ φαίνεται να καθυστερούν στην εκδήλωση θεμελιωδών κινητικών δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού αντικειμένων (συχνά καθυστερούν από τρείς έως έξι μήνες), και των δεξιοτήτων ισορροπίας (Haibach, Lieberman, & Pritchett, 2011; Houwen, Hartman, &Visscher, 2010; Wagner, Haibach, & Lieberman, 2013). Οι δεξιότητες αυτές απαιτούνται για την επίτευξη της ανεξάρτητης διαβίωσης, ενώ έχει αποδειχθεί ότι τα προγράμματα άσκησης και ισορροπίας μπορούν να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις στους τομείς αυτούς (Aki, Turan, & Kayihan, 2007; Jazi, Purrajabi, Movahedi, & Jalali, 2012).
Ωστόσο, εκτός από τη γενικότερη καθυστέρηση της εκδήλωσης βασικών κινητικών δεξιοτήτων, τα παιδιά με ΟΑ τείνουν επίσης να αναπτύσσουν αναποτελεσματικούς σχεδιασμούς κίνησης (Lieberman, Butcher, & Moak, 2001). Για παράδειγμα, τρέχουν με μικρό άνοιγμα των ποδιών και κλίση του κορμού προς τα πίσω, γεγονός που συνεπάγεται την αυξημένη δαπάνη ενέργειας και το στιγματισμό τους ως διαφορετικά. Οι ποιοτικές διαφορές στην κινητική συμπεριφορά των παιδιών αυτών οφείλονται στις μειωμένες ευκαιρίες και τα κίνητρα για ενασχόληση με κινητικές δραστηριότητες, στην έλλειψη οπτικών ερεθισμάτων, την αδυναμία να μιμηθούν πρότυπα κινητικής συμπεριφοράς, και την μειωμένη εξάσκηση και αυτοπεποίθηση.
Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, πως η νευρομυϊκή ωρίμανση στα παιδιά με ΟΑ συμβαίνει μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια. Αντίθετα, η κινητικότητα στο χώρο είναι που καθυστερεί (Γκουτζιαμάνη-Σωτηριάδη, 1993). Αυτό συμβαίνει καθώς η ακοή, η οποία αποτελεί βοηθητικό μέσο για τη μετακίνηση για τα άτομα με ΟΑ, έπεται της όρασης όσον αφορά την κίνηση. Μέσω της εκπαίδευσης της κινητικότητας, τα παιδιά με ΟΑ μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται τα εμπόδια, μια ικανότητα που πρέπει να εξελίξουν από πολύ μικρή ηλικία. Στόχο της ΦΑ αποτελεί η αντιστάθμιση των ελλειμάτων των μαθητών με ΟΑ ως προς την κινητική ανάπτυξη.
Επίσης, ορισμένα παιδιά με ΟΑ ενδέχεται να εμφανίζουν τυφλισμούς. Ως τέτοιοι ορίζονται οι ακούσιες επαναλαμβανόμενες και ρυθμικές κινήσεις αυτοερεθισμού. Τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να είναι: η τοποθέτηση γροθιάς ή δακτύλου και η άσκηση πίεσης ή το τρίψιμο στα μάτια, η επαναλαμβανόμενες στροφές ή το χτύπημα της κεφαλής, το λίκνισμα και η ταλάντωση ολόκληρου του σώματος ή του κορμού, κινήσεις των άνω άκρων και των δακτύλων, παραγωγή φωνήσεων, μορφασμοί κ.ά. (Κρουσταλάκης, 2000; Χριστοδούλου, 2016). Οι κινήσεις αυτές, οι οποίες διαφέρουν σε διάρκεια, αποτελούν στερεοτυπικές συμπεριφορές κι ως τέτοιες δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό, ενώ πομπός και δέκτης είναι το ίδιο το παιδί (Van Gendt, 2009). Το είδος της στερεοτυπικής συμπεριφοράς ενός παιδιού επηρεάζεται από τη σοβαρότητα της ΟΑ του, ενώ οι συμπεριφορές αυτές φαίνεται να σχετίζονται με μια προσπάθεια διαχείρισης του άγχους (Van Gendt, 2009). Οι αιτίες των συμπεριφορών αυτών έχουν αποδοθεί με διάφορες θεωρίες (νευροβιολογικές, συμπεριφορικές, αναπτυξιακές και λειτουργικές) (Molloy & Rowe, 2011). Σύμφωνα με έρευνες ακόμη, οι συμπεριφορές αυτές οφείλονται: στη νοσηλεία σε νοσοκομείο, σε κινητικούς περιορισμούς και τη μειωμένη εξερεύνηση του περιβάλλοντος (Fazzi, Lanners, Danova, Ferrarri-Ginevra, Gheza et al., 1999). Επιπλέον, ίσως οι τυφλισμοί αποτελούν προσπάθειες των ατόμων με ΟΑ για δημιουργία κιναισθητικών, ακουστικών και απτικών ερεθισμάτων προς αναπλήρωση των οπτικών ερεθισμάτων.
Φυσική κατάσταση
Γενικότερα τα παιδιά με ΟΑ εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με την έρευνα των Lieberman, και McHugh (2001) μάλιστα, φαίνεται ότι περισσότερο από το 80% αυτών ασκούνται λιγότερο από το κατώτερο όριο φυσικής δραστηριότητας που σχετίζεται με την υγεία. Αυτό οφείλεται κατά βάση στον καθιστικό τρόπο ζωής, την έλλειψη κατάλληλης διδασκαλίας και εξάσκησης, και την υπερπροστασία από τους ενήλικες (Kozub & Oh, 2004; Lieberman & McHugh, 2001; Sherrill, 2004). Είναι λογικό επομένως, τα παιδιά με ΟΑ εφόσον δεν ασκούνται αρκετά να επιδεικνύουν μειωμένη μυϊκή και καρδιαγγειακή αντοχή, λιγότερη μυϊκή δύναμη και αυξημένα επίπεδα λίπους σε σύγκριση με τα παιδιά χωρίς ΟΑ (Stuart, Lieberman, & Hand, 2006). Ωστόσο, δεν έχει βρεθεί σημαντική διαφορά μεταξύ του επιπέδου Φυσικής Κατάστασης (ΦΚ) των παιδιών με μειωμένη όραση και ολική τύφλωση (Kozub & Oh, 2004; Lieberman & McHugh, 2001).
Όπως είναι ευρέως γνωστό, τα χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, και επομένως ΦΚ, συνδέονται έμμεσα με την εμφάνιση προβλημάτων υγείας όπως είναι τα εγκεφαλικά επεισόδια, η υπέρταση κι άλλες καρδιαγγειακές παθήσεις, η οστεοπόρωση, η κατάθλιψη, ο διαβήτης κ.α. Η μειωμένη φυσική δραστηριότητα των παιδιών με ΟΑ οδηγεί επιπλέον σε λειτουργικούς περιορισμούς στις καθημερινές δραστηριότητες. Η σχέση της μειωμένης φυσικής δραστηριότητας και των λειτουργικών προβλημάτων γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπόψη η αυξημένη ενεργειακή δαπάνη που απαιτούν οι καθημερινές δραστηριότητες για τα άτομα με ΟΑ κι ο επακόλουθος αναποτελεσματικός σχεδιασμός των κινήσεων.
Φαίνεται λοιπόν, πως εξαιτίας των λανθασμένων προτύπων κίνησης και των αντικειμενικών δυσκολιών που βιώνουν, τα παιδιά με ΟΑ χρειάζεται να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για τη διεκπεραίωση των καθημερινών δραστηριοτήτων (Lieberman & Houston-Wilson, 2002). Ακόμη, παρατηρούνται αυξημένες μεταβολικές απαιτήσεις για τις περισσότερες κινητικές εργασίες. Οι αυξημένες αυτές απαιτήσεις οφείλονται στην υψηλή ένταση και το στρες που προκύπτει από την έλλειψη της οπτικής ανατροφοδότησης, ενώ, συχνά η αύξηση της μεταβολικής ζήτησης, οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες, και η μηχανική ανεπάρκεια ευθύνονται περισσότερο για τον ανενεργό τρόπο ζωής των παιδιών με ΟΑ παρά η ίδια η οπτική δυσλειτουργία (Lieberman, & Houston-Wilson, 1999).
Συμπεραίνουμε επομένως, ότι η ανάγκη για συμμετοχή σε φυσικές δραστηριότητες και η βελτίωση της ΦΚ των παιδιών με ΟΑ αποδεικνύεται ακόμη σημαντικότερη σε σχέση με τους βλέποντες συνομηλίκους τους. Οι στόχοι οι οποίοι σχετίζονται με τη ΦΚ των παιδιών με ΟΑ είναι επιτεύξιμοι καθώς έχει αποδειχθεί ότι με το κατάλληλο πρόγραμμα άσκησης και τη συμμετοχή στη ΦΑ, μπορούν να αποκτήσουν επίπεδα ΦΚ αντίστοιχα με αυτά των βλεπόντων συνομηλίκων τους (Lieberman, Stuart, Hand, & Robinson, 2006; Sherrill, 2004).
Κοινωνικές προσαρμογές
Εκτός από τις κινητικές δυσκολίες, και κοινωνικοί παράγοντες -όπως οι χαμηλές προσδοκίες του κοινωνικού περίγυρου- επηρεάζουν επίσης την εμπλοκή των παιδιών με ΟΑ σε κινητικές δραστηριότητες (Brambring, 2006). Η έλλειψη ευκαιριών φαίνεται να σχετίζεται με χαμηλότερες προσδοκίες για επιτυχία, ενώ σε συνδυασμό με τη μειωμένη συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες με τους συνομηλίκους τους, περιορίζει ακόμη περισσότερο τη συμμετοχή των παιδιών με ΟΑ σε δραστηριότητες, τόσο εντός όσο κι εκτός σχολείου (Stuart et al., 2006). Έτσι, δεν είναι απίθανο να παρατηρηθεί χαμηλότερη απομόνωση και μοναξιά στα παιδιά αυτά (Robinson & Lieberman, 2004). Κι αντίστροφα, όσο πιο ανεξάρτητη είναι η κινητικότητα των ατόμων με ΟΑ, τόσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο της καθυστέρησης της ανάπτυξης σε σχέση με τις δεξιότητες διαβίωσης και την κοινωνικοποίηση (Wiskochil, Lieberman, Houston-Wilson, & Petersen, 2007). Γίνεται λοιπόν κατανοητή, τόσο η επίδραση των ΟΑ στην κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, όσο και η συμβολή της συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες στην αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων στον κοινωνικό τομέα.
Η κοινωνική ωριμότητα εξαρτάται τόσο από το εύρος, όσο κι από την επιτυχία των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Τα παιδιά με ΟΑ φαίνεται ότι «σκοράρουν» χαμηλότερα ως προς την κοινωνική ωριμότητα σε σχέση με τους βλέποντες συνομηλίκους τους (Mastro, Canabal, & French, 1988). Η ανικανότητά τους να διαβάσουν τη γλώσσα του σώματος και να προσδιορίσουν την αποδεκτή και μη αποδεκτή κοινωνική συμπεριφορά, συχνά περιορίζει την κοινωνική ανάπτυξή τους.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί επίσης, πολλά παιδιά με ΟΑ εμφανίζουν στερεοτυπικές συμπεριφορές και τυφλισμούς. Όταν η συχνότητα παρουσίασής τους είναι μεγάλη, είναι πιθανό να δημιουργηθούν προβλήματα, καθώς ενδέχεται οι συμπεριφορές αυτές να σχετίζονται με κοινωνική απόσυρση (Van Gendt, 2009), να δυσκολεύουν την αλληλεπίδραση με άλλους και τη σχέση των παιδιών με ΟΑ με τα υπόλοιπα παιδιά, να αποσπούν την προσοχή τους από ό,τι συμβαίνει γύρο τους, ή ακόμη και να προκαλούν τραυματισμούς (Warren, 2005). Ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η ενίσχυση της αποδεκτής συμπεριφοράς και η αποφυγή αρνητικών σχολίων για την μη αποδεκτή (Παπαδόπουλος, 2007)
Μέσα από τη συνεκπαίδευση είναι σίγουρο πως τα παιδιά με ΟΑ θα έρθουν σε επαφή με τους βλέποντες συνομηλίκους τους, κι αυτό μπορεί να συμβάλει κατά πολύ στην βελτίωση των κοινωνικών τους δεξιοτήτων. Το θέμα των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ συμμαθητών με και χωρίς ΟΑ θα αναλυθεί περεταίρω σε επόμενο κεφάλαιο.
Ψυχολογικές Επιπτώσεις
Σύμφωνα με τον Κρουσταλάκη (2005), η οπτική διαταραχή έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να απομακρύνεται από ένα πλήθος ερεθισμάτων και πληροφοριών, οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα το παρακινούσαν να εξερευνήσει τον κόσμο που το περιβάλλει, και θα το οδηγούσαν τελικά στη δόμηση του προσωπικού του κόσμου. Υπάρχουν δύο πιθανές εκδηλώσεις συμπεριφοράς των παιδιών με ΟΑ. Είτε αρχικά να μην αισθάνονται ότι μειονεκτούν έναντι των άλλων παιδιών, γεγονός που μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία συναισθηματικών προβλημάτων στα μετέπειτα αναπτυξιακά στάδια της ζωής τους, είτε να υπερτονίζουν την οπτική τους δυσλειτουργία. Η αντίληψη της πλειοψηφίας των βλεπόντων ατόμων για την τύφλωση και τις ικανότητες των ατόμων με ΟΑ είναι συχνά λανθασμένη. Έτσι, ενώ τα άτομα με ΟΑ επιθυμούν να είναι κοινωνικά δραστήρια και να ψυχαγωγούνται όπως οι βλέποντες, δεν συνάπτουν εύκολα σχέσεις μαζί τους και δεν συμμετέχουν αυθόρμητα σε κοινωνικές εκδηλώσεις με αυτούς.
Η συνεκπαίδευση των μαθητών με ΟΑ στα γενικά σχολεία συμβάλει στην αύξηση της κοινωνικής συναναστροφής με βλέποντες με απώτερο σκοπό την ένταξη των παιδιών με ΟΑ στην κοινωνία και τελικά την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ανεξαρτησίας.
