4.2 Περιορισμοί
Τα παραπάνω συμπεράσματα δεν είναι δυνατόν να γενικευτούν και να αποτελέσουν μια μονόπλευρη εικόνα της εκπαίδευσης και εργασιακής ένταξης των ατόμων με αναπηρία στη σύγχρονη Ελλάδα. Αυτό συμβαίνει γιατί το είδος της έρευνας αναφέρεται και χρησιμοποιεί την ποιοτική μεθοδολογία, η οποία αποσκοπεί στην παρουσίαση κάποιων απόψεων σχετικά με το μελετώμενο ζήτημα. Οι απόψεις αυτές δεν αφορούν και δεν συνάδουν με τις πεποιθήσεις όλων των Ελλήνων με αναπηρία στην Ελλάδα σχετικά με την εκπαιδευτική και επαγγελματική τους πορεία. Τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας αποτελούν ένα σχετικά μικρό δείγμα τόσο από την άποψη της ιδιοσυγκρασίας των ατόμων, όσο και από τα εκπαιδευτικά και εργασιακά πλαίσια τα οποία έλαβαν μέρος. Οι ποιοτικές ερευνητικές μέθοδοι δεν μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε ασφαλείς γενικεύσεις, αλλά προσφέρουν μια οπτική σε βάθος και προσπαθούν να αιτιολογήσουν τα φαινόμενα.
4.3 Προτάσεις
Κάποιες ενδεικτικές προτάσεις που προκύπτουν από τα παραπάνω έχουν ως στόχο να αναφερθούν στο πλαίσιο εκπαιδευτικών εφαρμογών αλλά και πραγματοποίησης μελλοντικών ερευνών. Η συγκεκριμένη έρευνα θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για προβληματισμούς στον χώρο της εκπαίδευσης σχετικά με το αν και κατά πόσο συμβαίνει η εκμάθηση προεπαγγελματικών δεξιοτήτων στις ελληνικές σχολικές δομές. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να στηριχθούν στα παραπάνω δεδομένα, να κατανοήσουν αλλά και να προωθήσουν την ουσιαστική εκπαίδευση σε επαγγελματικές δεξιότητες. Μέσα από εκπαιδευτικές πρακτικές και προγράμματα, η ελληνική εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία θα μπορούσε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να γίνεται η κατάλληλη προετοιμασία για την καθολική ένταξη των ατόμων με αναπηρία. Έτσι, είναι δυνατόν να γίνει ουσιαστική προσπάθεια τόσο στη δημόσια παιδεία όσο και στις επιχειρήσεις προκειμένου να συνδέεται άμεσα η εκπαίδευση και η επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία. Για παράδειγμα, η δημιουργία τυπικών και άτυπων κοινωνικών δικτύων μεταξύ δευτεροβάθμιων και μεταδευτεροβάθμιων εκπαιδευτικών δομών με πλαίσια πρακτικής άσκησης και εργασίας θα ήταν μια προσοδοφόρα πρακτική, συνδέοντας τα ΑμεΑ με την εκπαίδευση σε πραγματικά εργασιακά πλαίσια με σκοπό την απορρόφηση τους από αυτά. Η εκπαίδευση τόσο των εμπλεκόμενων εκπαιδευτών όσο και των ατόμων με αναπηρία στις νέες τεχνολογίες, είναι δυνατόν να ευνοήσουν τη δημιουργία μιας πανελλήνιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μέσω της οποίας οι σχολικές δομές και τα πλαίσια εργασίας να ανταλλάσσουν δεδομένα και πρακτικές με σκοπό τη δημιουργία εργασιακών ευκαιριών. Επίσης, η συγκεκριμένη έρευνα καταρρίπτει ως έναν βαθμό το στερεότυπο της αδυναμίας παραγωγής έργου από τα ΑμεΑ και μέσω της κατάθεσης των προσωπικών βιωμάτων και οπτικών γίνεται αντιληπτή η ανάγκη εκπαιδευτικών σχεδιασμών που αποσκοπούν τόσο στην ενίσχυση των στοιχείων του αυτοπροσδιορισμού, όσο και στο «άνοιγμα» της ελληνικής κοινωνίας στην υποδοχή των ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση και εργασία.
Μέσα από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αλλά και τα αποτελέσματα της έρευνας για τη σύνταξη της παρούσας διπλωματικής εργασίας, έγιναν φανερά κάποιες ελλείψεις ως προς την έρευνα. Για παράδειγμα, κατά την επισκόπηση της βιβλιογραφίας παρατηρήθηκαν ελάχιστες έρευνες για την επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με κάποιες μορφές αναπηρίας όπως άτομα με σύνδρομο Down. Επίσης παρατηρήθηκαν ελλείψεις ως προς τη βιβλιογραφία και την έρευνα για την απασχόληση ατόμων με αναπηρία σε εργασιακά περιβάλλοντα που επαφίενται περισσότερο στην παροχή υπηρεσιών όπως εργασία σε χώρους εστιάσεων (καφετέριες, εστιατόρια κτλ), αλλά και σε επιχειρήσεις με κοινωνικό και ενταξιακό χαρακτήρα. Ελλειπτική φαίνεται να είναι η βιβλιογραφία όσο αφορά την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση, καθώς τα στατιστικά στοιχεία εντός της τελευταίας πενταετίας είναι ελάχιστα. Ακόμα πιο λιγοστά είναι τα δεδομένα που αφορούν τη λειτουργία και τη σύγκριση των Κοιν.Σ.Επ στην Ελλάδα που απασχολούν ΑμεΑ αλλά και το βαθμό κοινωνικής ένταξης και συμπερίληψης που επιτυγχάνεται.
Η συγκεκριμένη έρευνα θα μπορούσε να αποτελέσει τον πρόδρομο μελλοντικών ερευνών στην Ελλάδα, έτσι ώστε να βοηθήσει στην παραγωγή νέας γνώσης και δεδομένων στο πεδίο. Καταρχήν, η συγκρότηση μιας έρευνας με διαφορετική μέθοδο θα ήταν ένα ιδιαίτερα ευτυχές εγχείρημα, καθώς θα μπορούσαν τα παραπάνω συμπεράσματα να μελετηθούν υπό το πρίσμα μιας άλλη προσέγγισης. Η διεξαγωγή μιας έρευνας που στοχεύει στην ποσοτική απεικόνιση των παραπάνω αποτελεσμάτων με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων και πλαισίων, θα αποτελούσε εξαιρετική προσπάθεια για ποσοτικοποίηση των αξόνων της θεματικής ανάλυσης. Επίσης, στα πλαίσια της ίδιας ερευνητικής διαδρομής θα μπορούσαν να διεξαχθούν έρευνες και σε άλλα πλαίσια με παρόμοια ή διαφορετικά συστατικά στοιχεία π.χ. ιδιωτικός τομέας και αυτοαπασχόληση. Ακόμα, προτείνονται συγκριτικές μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς με στόχο την ανάδειξη ομοιοτήτων και διαφορών. Τέλος, μια ενδιαφέρουσα ερευνητική προοπτική θα ήταν η ερευνητική ματιά των στελεχών που υπηρετούν σε αρμόδιους για την εκπαίδευση και εργασία φορείς και σωματεία π.χ. Υπουργείο Εργασίας, Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ΟΑΕΔ κτλ.
