Απόψεις ατόμων με αναπηρία σε δομές δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις σχετικά με την προεπαγγελματική εκπαίδευση και την επαγγελματική ένταξη και απασχόληση στην Ελλάδα του 2019 – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Σκουμή Αλεξάνδρας, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση – Μέρος 7ο

Δεκ 11, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

  1.5 Στρατηγικές για την ένταξη και συμπερίληψη των ΑμεΑ στην Αγορά Εργασίας

Ο αυτοπροσδιορισμός ορίζεται ως χαρακτηριστικό διάθεσης που εκδηλώνεται  ενεργά ως αιτιώδης παράγοντας στη ζωή κάποιου. Τα άτομα που κατέχουν τη φιλοσοφία του αυτοπροσδιορισμού λειτουργούν ελεύθερα, καθορίζοντας οι ίδιοι τους στόχους τους. Αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου και οι νέοι άνθρωποι εκπαιδεύονται και τους παρέχονται ευκαιρίες, ώστε να αναπτύξουν δεξιότητες ηγεσίας και να αποφασίζουν οι ίδιοι για την ανάπτυξή τους σε ακαδημαϊκές, ενδοοικογενειακές, κοινωνικές και εργασιακές πτυχές της ζωής τους (Palmer et al.,2012• Soresi, Nota & Wehmeyer, 2011).
Τα δομικά χαρακτηριστικά του αυτοπροσδιορισμού είναι (α) η βούληση (καθορισμός στόχων με την πραγματοποίηση συνειδητών επιλογών με βάση τις προσωπικές προτιμήσεις), (β) η ενεργητική δράση (ενεργώντας σκόπιμα να κάνει ή να προκαλέσει κάτι να συμβεί όταν εργάζεται με στόχο) και (γ) οι πεποιθήσεις ελέγχου δράσης, δηλαδή η πεποίθηση της επάρκειας του ατόμου σε ό, τι χρειάζεται για να επιτύχει τους στόχους του (Shogren et al., 2018). Η εμπλοκή του μαθητευόμενου σε πλάνα εκπαίδευσης και εργασίας που προάγουν την λήψη αποφάσεων και την επίλυση προβλημάτων, οδηγούν στην αύξηση του αυτοπροσδιορισμού μέσω της παροχής ευκαιριών ως παράγοντα αιτιότητας για τη ζωή τους (Chezan et al., 2017).
Το μοντέλο της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων, το οποίο αναπτύχθηκε στη δεκαετία του ΄90 έγκεινται στην αρχή πως κάθε άτομο έχει το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και στην άσκηση των δικαιωμάτων να επιλέγει την επίσημη υπηρεσία υποστήριξης που χρειάζεται, προκειμένου να ενισχύονται και οι σχέσεις εμπιστοσύνης. Ο ρόλος των ειδικών υποστήριξης είναι να εξηγούν, να διερευνούν τις επιλογές και να υποστηρίζουν την έκφραση των προτιμήσεων. Αν και υπάρχουν επίσημα δίκτυα υποστήριξης στη λήψη αποφάσεων, η διαδικασία έχει μεγάλη νομική ισχύ στην Βρετανία, τον Καναδά και τη Σουηδία. Μερικοί από τους λόγους έλλειψης επίσημων δικτύων υποστήριξης στη λήψη αποφάσεων σχετίζονται με την αυξημένη ευπάθεια των ατόμων με γνωστική ανεπάρκεια και την έλλειψη εμπειρικών δεδομένων και πρακτικών που έχουν θετική έκβαση. Έτσι οι κύριες μορφές υποστήριξης προέρχονται από τα άτυπα δίκτυα (οικογένεια, σημαντικοί άλλοι) και συνήθως με περιορισμένα κίνητρα (Nord et al., 2018).
Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες δείχνουν τη σημαντικότητα της παροχής υποστήριξης στη λήψη αποφάσεων στα ΑμεΑ από ειδικούς στο πεδίο, οι οποίοι είναι ικανοί μέσω αποτελεσματικών στρατηγικών να ικανοποιούν τα αιτήματα τους (Bigby et al., 2017). Σε έρευνα των Shogren και συνεργατών (2018) βρέθηκε πως η εφαρμογή ενός μοντέλου σε άτομα με ΝΑ, που στηρίζεται στην εκπαίδευση στον αυτοπροσδιορισμό και στην αυτόβουλη ενέργεια σε συνδυασμό με ειδικά εγχειρίδια, είναι σημαντική ως προς την μετάβαση τους από το σχολείο στην εργασία. Ακόμα, σε έρευνα των Bigby και συνεργατών (2017), βρέθηκε πως τα άτομα υποστήριξης δεν γνώριζαν τη σημασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων αλλά γνώριζαν πως αυτό αποτελεί δικαίωμα τους. Επίσης, φαίνεται τόσο για τους ειδικούς όσο και για τις οικογένειες πως η διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι κοινή και εμπλέκεται στις σχέσεις τους με τα άτομα με ΝΑ.
Για τη βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων στην εργασιακή κοινότητα, οι επιλογές εργασίας συχνά περιλαμβάνουν πλάνα, στόχους, προσωποκεντρικές προσεγγίσεις και ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού. Τα παραπάνω εμπλέκουν συνήθως τους εργασιακούς φορείς, την οικογένεια και τους ειδικούς (Nord et al., 2018). Σύμφωνα με τους Cheng και συνεργάτες (2018), τρεις είναι οι στρατηγικές που εφαρμόζονται στην αγορά εργασίας για τα ΑμεΑ και κυρίως για τα άτομα με ΝΑ: (α) η εργασιακή υποστήριξη, (β) οι υπηρεσίες στήριξης που προσφέρει το περιβάλλον εργασίας και (γ) η προσέγγιση μέσω οδηγιών.
Η φυσική υποστήριξη αποτελεί την πιο υποσχόμενη στρατηγική και προέρχεται από τους συναδέρφους. Αυξάνει την κοινωνική ενσωμάτωση και επιφέρει καλύτερες αποδόσεις (Cheng et al., 2018). Η εργασιακή στήριξη περιγράφει κυρίως την κοινωνική αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Μπορεί να περιλαμβάνει την συνεργασία για την επίλυση προβλημάτων, την ανταλλαγή πληροφοριών, την παροχή συμβουλών, την επανεκτίμηση καταστάσεων αλλά και γενικότερα την βοήθεια σε αιτήματά τους και τη συναισθηματική στήριξη. Η στήριξη από τους συναδέλφους γίνεται αντιληπτή μέσα από την ανατροφοδότηση και την δικτύωση του εργαζομένου. Τόσο η στήριξη από τους εργοδότες όσο και η στήριξη από τους συναδέλφους έχει αποδειχθεί πως έχει θετικό αντίκτυπο στην κινητοποίηση του ατόμου (Massenberg, Spurk & Kauffeld, 2015).
Σε έρευνα των Koehne & Beyer (2013), διαπιστώθηκε πως άτομα με ΝΑ τα οποία συμμετείχαν σε ένα project εργασίας, δέχθηκαν θετική επίδραση από τους συναδέλφους τους. Οι πρώτοι εξέφρασαν πως έθεσαν βάσεις για την κοινωνική προσαρμογή, εφόσον αυξήθηκαν οι κοινωνικές τους δεξιότητες και οι δεύτεροι ευαισθητοποιήθηκαν και ενημερώθηκαν για την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου πληθυσμού.
Η υποστήριξη και η αναγνώριση των δυνατοτήτων είναι απαραίτητες για ένα άτομο ώστε να συνεχίζει να θεωρεί ικανό τον εαυτό του να αναλάβει εργασιακά καθήκοντα και να έχει επαγγελματικές φιλοδοξίες. Με άλλα λόγια, όταν οι άνθρωποι λαμβάνουν στήριξη και παροτρύνονται από τους άλλους είναι πιο πιθανό να μάθουν να αναπτύσσουν τις παραπάνω προσδοκίες (Berry & Domene, 2015).
Οι υπηρεσίες στήριξης (σύμβουλοι εργασίας, εξιδεικευμένο προσωπικό) έχουν επίσης σημαντική επιρροή κυρίως στα άτομα με ΝΑ, καθώς ενισχύουν τη δημιουργία εργασιακού πλάνου, εστιάζουν στις ανάγκες του κάθε ατόμου, και βελτιώνουν την ποιότητα της εργασίας. Σε έρευνα των Cheng και συνεργατών (2018) επισημαίνεται η ευεργετική διάσταση της συνεργασίας μεταξύ των εργασιακών συμβούλων και των εργοδοτών, ειδικά όταν πρόκειται για την προαγωγή του ατόμου και την επιτυχία του στην εργασία.
Η βιβλιογραφία σχετικά με τις μεταβατικές υπηρεσίες για τους μαθητές με ΝΑ υποστηρίζει πως προσέφεραν διαφορετικούς μεταβατικούς στόχους από τις υπόλοιπες κατηγορίες των μαθητών με άλλες αναπηρίες, καθώς και θετικά αποτελέσματα μετά το σχολείο. Επίσης το είδος της νοητικής αναπηρίας (ήπια – μέτρια – σοβαρή) παίζει ρόλο για το σχεδιασμό των μεταβατικών υπηρεσιών, δηλαδή οι μαθητές με ήπια νοητική αναπηρία ξεχωρίσουν ποιοτικά και ποσοτικά από μαθητές με μέτρια / σοβαρή νοητική αναπηρία και ως προς τις εμπειρίες μέσα στο σχολείο (π.χ. διδασκαλία, βαθμολογίες αυτοπροσδιορισμού, βαθμολογίες επιτυχίας) και ως προς τις μετασχολικές εκβάσεις (Lindstrom et al., 2014). Οι μετασχολικές υπηρεσίες υποστήριξης φοιτητών με ήπια ΝΑ στην ενήλικη ζωή μπορούν να είναι σημαντικές προσφέροντας οφέλη στον τομέα της απασχόλησης, προωθώντας εργασιακά δικαιώματα και σχεδιάζοντας το κατάλληλο εξειδικευμένο πλάνο βασισμένο στις ατομικές δεξιότητες και στην εξάλειψη των εμποδίων (Darcy et al., 2016• Nord et al., 2018).
Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας και ο εξατομικευμένος προγραμματισμός της μετάβασης μπορούν και πρέπει να λαμβάνουν χώρα στα σχολικά πλαίσια, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξης στόχων απασχόλησης και σταδιοδρομίας. Οι εκπαιδευτικοί έχουν μεγάλη επιρροή για τους μαθητευόμενους με ΝΑ, ιδιαίτερα όσο αφορά την ενθάρρυνση, τις αποφάσεις γύρω από την εργασία στην κοινότητα και τις προσωπικές προτιμήσεις. Επιπλέον, τα προγράμματα σταδιοδρομίας και επαγγελματικής κατάρτισης στο σχολείο είναι κρίσιμα για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των συνδέσεων που απαιτούνται για τη δυνατότητα απασχόλησης μετά το σχολείο. Η απευθείας μετάβαση στην αμειβόμενη απασχόληση μετά την ολοκλήρωση του γυμνασίου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την πρόβλεψη της μελλοντικής σταθερότητας της απασχόλησης και την αύξηση των ευκαιριών για επαγγελματική εξέλιξη (Lindstrom et al., 2014).
Οι προτροπές μέσω οδηγιών είναι σημαντική στρατηγική για την διεκπεραίωση έργων στο χώρο εργασίας και ιδιαίτερα αποτελεσματική για τα άτομα με μέτρια ή σοβαρή ΝΑ. Σε συνδυασμό με τροποποιήσεις του εργασιακού περιβάλλοντος και της καθοδήγησης από ειδικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την εργασιακή πορεία του ατόμου (Cheng et al., 2018).
Σύμφωνα με βιβλιογραφική έρευνα των Gilson και συνεργατών (2017), οι πιο συνηθισμένες μεθόδους παρέμβασης που εφαρμόζονται στην εκμάθηση επαγγελματικών δεξιοτήτων σε άτομα με ΝΑ βασίζονται στην αυτοδιαχείριση, σε οπτικά ερεθίσματα (βίντεο), σε ακουστικά ερεθίσματα και σε απτικές εικόνες. Οι οδηγίες αυτοδιαχείρισης βασίζονται κυρίως σε ακουστικό σύστημα προτροπής, υπολογιστές χειρός ή λίστα αυτοελέγχου για την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων. Οι οδηγίες βασισμένες σε βίντεο ως κύρια προσέγγιση παρέμβασης χρησιμοποιεί τις εξής έξι μορφές: μοντελοποίηση βίντεο, προτροπή και ανατροφοδότηση βίντεο, μοντελοποίηση βίντεο σε συνδυασμό με προτροπή βίντεο, βίντεο με υποστήριξη από τους εκπαιδευτές και σύγκριση των τρόπων διδασκαλίας με βάση το βίντεο. Η διδασκαλία με βάση τον ήχο περιλαμβάνει εξάσκηση σε επαγγελματικές δεξιότητες μέσω κάποιας συσκευής ήχου ή με αμφίδρομο ραδιόφωνο (δηλαδή, καλυμμένη ακουστική καθοδήγηση). Τέλος, αναφορικά με την διδασκαλία της εικόνας ή της απλής ανάγνωσης, χρησιμοποιούνται ως τεχνικές παρουσίαση συμβόλων και απτικές συμβουλές. Άλλες μέθοδοι παρέμβασης που βρέθηκαν στη βιβλιογραφία είναι η δια ζώσης διδασκαλία από τον εκπαιδευτή, παρουσία ενός ζωντανού εκπαιδευτή, η χρήση υποβοηθούμενης υποστηρικτικής τεχνολογίας, οι συμβουλές κ.α.
Παρόλο που πολλοί τρόποι παρέμβασης περιλαμβάνουν πρόσφατα τεχνολογικά μέσα (π.χ. smartphone, tablet), οι παραδοσιακές μέθοδοι καθοδήγησης αποτελούν τον πυρήνα αυτών των προσεγγίσεων. Για παράδειγμα, οι προτροπές ιεραρχίας, χρονικής καθυστέρησης, ανατροφοδότησης επιδόσεων, προτροπής απόκρισης ή μοντελοποίησης που έχουν παραδοθεί προηγουμένως μέσω ενός άμεσου εκπαιδευτή μπορούν τώρα να ενσωματωθούν σε μια συσκευή. Δεδομένου του ρόλου της τεχνολογίας στη σημερινή κοινωνία, αυτή η μετατόπιση των τρόπων διδασκαλίας από την άμεση διδασκαλία σε φορητή συσκευή προσφέρει πολλά υποσχόμενα μονοπάτια για τους φοιτητές με ΝΑ ώστε να λαμβάνουν οδηγίες για την απασχόληση στο σχολείο, στο χώρο εργασίας και στην κοινότητα (Gilson et al., 2017).
Η εργασιακή συμπερίληψη αφορά την ίση πρόσβαση στην εργασία, με τα ίσα δικαιώματα και συμμετοχή και δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα για τον καθένα. Προκειμένου να αναπτυχθεί ένα αίσθημα συμμετοχής στον κόσμο της εργασίας, η αυτοδιάθεση και η ποιότητα ζωής είναι οι κύριοι παράγοντες που σχετίζονται άμεσα. Οι διαφορετικοί βαθμοί αυτονομίας και οι διαφορετικές έννοιες που δίνονται στην ποιότητα ζωής οδηγούν σε διαφορετικές μορφές ενσωμάτωσης στους εργασιακούς χώρους. Επομένως, ένας πολύ σοβαρός παράγοντας στην επιτυχή ενσωμάτωση είναι το δικαίωμα των ανθρώπων στην επιλογή, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα ΑμεΑ (Studer et al., 2017).

Μετάβαση στο περιεχόμενο