1.4 Εκπαιδευτικές και Κοινωνικές Πολιτικές – Προγράμματα για την Εργασιακή Ένταξη και Απασχόληση των Ατόμων με Αναπηρία
Οι σύγχρονες τάσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στρέφονται στην αναπλαισίωση της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δίνοντας έμφαση στη δια βίου εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία. Ένας από τους κύριους στόχους της μεταλυκειακής εκπαίδευσης κυρίως στα άτομα με ΝΑ είναι η ανάπτυξη και η διεύρυνση των επαγγελματικών δεξιοτήτων με απώτερο σκοπό την ανεξαρτητοποίηση και μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Για να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος σκοπός, τα ΑμεΑ λαμβάνουν ειδικές υπηρεσίες και έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε προγράμματα ανάπτυξης προεπαγγελματικών δεξιοτήτων και εργασιακής ένταξης (Lombardi, Dougherty & Monahan, 2018). Από την άλλη πλευρά, παρατηρούνται πολυάριθμα προγράμματα κατάρτισης των εργοδοτών με τη μορφή πληροφόρησης, πόρων, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη δημιουργία δικτύων προσλήψεων και υποστήριξης (Bouck & Chamberlain, 2017).
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχει αναγνωρισθεί η ανάγκη της ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρία στην εργασιακή πραγματικότητα με κύριο στόχο τη δημιουργία μιας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Σε τέτοιου είδους εργασιακά πλαίσια όλοι μπορούν να συμμετάσχουν, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μορφή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτούντων και των χαμηλά παραγωγικών εργαζόμενων. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υπεύθυνοι για τη χάραξη εκπαιδευτικών και κοινωνικών πολιτικών είναι η πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού των εργαζομένων λόγω ψυχικής ή σωματικής αναπηρίας στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας (Vornholt et al., 2017).
Στη Γερμανία η επιλογή προγραμμάτων επαγγελματικής αποκατάστασης έχει ως στόχο την εξασφάλιση σταθερής συμμετοχής στην απασχόληση σύμφωνα με τις ατομικές ικανότητες. Η χρηματοδότηση γίνεται κυρίως από τα διάφορα αρμόδια ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, π.χ. το Ταμείο Ασφαλίσεως Ατυχημάτων (Unfallversicherung) και το Ταμείο Συντάξεων (Deutsche Rentenversicherung). Ο μεγαλύτερος πάροχος χρηματοδότησης, υπεύθυνος για όλες τις άλλες περιπτώσεις, είναι ο Ομοσπονδιακός Οργανισμός Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit). Παράλληλα με τις υφιστάμενες τοπικές υπηρεσίες απασχόλησης, υπάρχουν πλέον και νέα ιδρύματα, όπως δημοτικοί φορείς και κοινές οργανώσεις (Arbeitsgemeinschaften) που είναι υπεύθυνες για τους μακροχρόνια άνεργους και για τους νέους με αναπηρία που εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Το κύριο μέλημα είναι η έγκριση έναρξης μαθητείας και σε επόμενο στάδιο η προετοιμασία για απασχόληση. Εάν ένα άτομο δεν είναι σε θέση να μαθητεύει σε μια επιχείρηση, έχει την επιλογή να ολοκληρώσει την πρακτική εκπαίδευση του σε ένα κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης (Berufsbildungswerk) (Gruber et al., 2014).
Επιπροσθέτως στη Γερμανία τα άτομα με αναπηρία επηρεάζονται συχνότερα από τις τάσεις ανεργίας και περιθωριοποίησης. Συχνά αντιμετωπίζουν μια διαδικασία πολλαπλών αποκλεισμών που συνήθως προέρχεται από περιορισμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και από ελλιπείς εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Η επαγγελματική αποκατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως κοινωνικοπολιτικό μέσο που επιτρέπει στα άτομα να ανακτήσουν την ευκαιρία για κοινωνική συμμετοχή, υποστηριζόμενη από ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται από το νομικό σύστημα. Καθώς εμπλέκονται διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και επίπεδα στη διαδικασία, η επαγγελματική αποκατάσταση τείνει να είναι ένα πολύπλοκο πεδίο (Gruber et al., 2014).
Στην Ελβετία επιχειρείται εδώ και χρόνια να εφαρμοστούν κοινωνικές πολιτικές με στόχο την συμπερίληψη και την ενσωμάτωση ατόμων με αναπηρία στην εργασία και την παραγωγικότητα. Υπάρχει εμπλοκή σε δραστηριότητες, αποκτούν εμπειρία στην αυτοαξιολόγηση και τον ανταγωνισμό, εδραιώνονται κοινωνικές σχέσεις, δημιουργείται μια σταθερή ρουτίνα και ενδυναμώνουν το κοινωνικό στάτους τους (Cimera, 2017).
Στη Σουηδία υπάρχει δυσανάλογα υψηλή ανεργία των ατόμων με αναπηρία εδώ και δεκαετίες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, η Σουηδία υιοθέτησε πολιτικές διευκόλυνσης που περιλαμβάνουν προγράμματα επιδότησης μισθών με στόχο την αύξηση της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας. Οι επιδοτήσεις μισθών αποτελούν μια μορφή χρηματικής βοήθειας που παρέχεται σε εργοδότες που απασχολούν ΑμεΑ. Οι επιδοτήσεις μισθών μπορούν να διαρκέσουν έως και τέσσερα χρόνια, αλλά υποτίθεται ότι γίνεται ετήσιος επανέλεγχος (Gustafsson et al., 2014).
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 20,5% των ατόμων με αναπηρία σε ηλικία εργασίας συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, έναντι του 69,1% των ατόμων χωρίς αναπηρία. Οι παραδοσιακές πολιτικές, προγράμματα και πρακτικές απασχόλησης περιορίζονται από διαρθρωτικά, πολιτιστικά και οικονομικά εμπόδια και τα ΑμεΑ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα που δεν μπόρεσαν να επιλυθούν (Parker et al., 2014).
Στη βιβλιογραφία εντοπίζονται τρεις εμφανείς ομάδες σχετικά με τις σύγχρονες πολιτικές που ακολουθούνται για την επαγγελματική εκπαίδευση των ΑμεΑ στις ΗΠΑ. Η πρώτη ομάδα εστιάζει στη σημαντικότητα της εξατομικευμένης παροχής υπηρεσιών μετάβασης στην εργασία, έχοντας ως πλαίσιο αναφοράς το IDEA. Το κίνημα – πράξη Individuals With Disabilities Education Improvement Act (IDEA) είναι το σημαντικότερο και πιο γνωστό που συνέβαλλε στην προώθηση της καθολικής μετάβασης και πρόσβασης των ΑμεΑ στην επιτυχημένη εκπαιδευτική και επαγγελματική πορεία τους (Gilson et al., 2017• Westbrook, Fong, Nye, Williams, Wendt & Cortopassi, 2015). Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πράξη, τα παιδιά με αναπηρία μεταξύ 3 με 21 ετών δικαιούνται ελεύθερη πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα (Palmer, Wehmeyer, Shogren, Karrie, Williams-Diehm & Soukup, 2012). Μέσω εξατομικευμένων προγραμμάτων παρέμβασης, τα ΑμεΑ μπορούν να επιτύχουν τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή εκπληρώνοντας κάποιους στόχους μέχρι τα 16 έτη. Οι στόχοι πρέπει να είναι μετρήσιμοι, να παγιώνονται με το τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να είναι ανάλογοι της ηλικίας του ατόμου και να βασίζονται στα ενδιαφέροντα του. Έτσι ο εκπαιδευόμενος καλείται να καλύψει τις δικές του μοναδικές ανάγκες με απώτερο σκοπό την εκπαιδευτική και επαγγελματική επιτυχία (Grigal et al., 2011• Lombardi et al., 2018). Οι μεταβατικές υπηρεσίες επικεντρώνονται στην εκπαίδευση, στις υποστηρικτικές υπηρεσίες (π.χ. υποστηρικτική τεχνολογία), στις καθημερινές δεξιότητες – όπως απαιτείται, την απασχόληση και άλλες εμπειρίες της κοινότητας. Με άλλα λόγια, οι μεταβατικές υπηρεσίες υποστηρίζουν τους μαθητές με αναπηρίες με τις δεξιότητες και τις εμπειρίες που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή μετά το λύκειο (Bouck & Joshi, 2016• Lombardi et al., 2018).
Η δεύτερη ομάδα βασίζεται στην Perkins Act (1984) και εστιάζει στην προετοιμασία των μαθητών για την Επαγγελματική και Τεχνική Εκπαίδευση (Career and Technical Education (CTE)) μέσα από τη δημιουργία εξειδικευμένων ακαδημιών. Ο θεσμός της μαθητείας στηρίζεται στη μοντελοποίηση της εργασίας μέσα από εκπαιδευτικά συνδεόμενα μοντέλα. Η αντίληψη πως οι σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι απαραίτητες για τις μετέπειτα ανταγωνιστικές εργασιακές συνθήκες, αποτελεί τροχοπέδη για τα ΑμεΑ, τα οποία συνήθως επιδιώκουν άμεση επαγγελματική αποκατάσταση με την ολοκλήρωση της εκπαιδευτικής πορείας τους (Lombardi et al., 2018).
Η τελευταία κατηγορία ονομάζεται Elementary and Secondary Education Act (ESSA) και παρέχει στα ΑμεΑ πρωτοφανής ενσωμάτωση στην Επαγγελματική και Τεχνική Εκπαίδευση μέσα από την ισορροπημένη κατάλληλη εκπαίδευση. Μέσα από αυτή την πρακτική τα κράτη προωθούν την προετοιμασία των ΑμεΑ για εργασία στις γενικές βαθμίδες εκπαίδευσης. Αποτελεί κομμάτι των πιο πρόσφατων μέτρων εσωτερικής πολιτικής, συνδέοντας τη δημόσια εκπαίδευση και την αναγνώριση της ανάγκης για προετοιμασία εργατικού δυναμικού, έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της οικονομίας. Τέλος, η πολιτική της ESSA είναι υπέρ του ψηφιακού αλφαβιτισμού των ατόμων με αναπηρία, χρησιμοποιώντας τόσο την κατά μέτωπο διδασκαλία, όσο και την τεχνολογία. Αυτό στοχεύει στην εμπλοκή των ατόμων με αναπηρία σε νέα, σύγχρονα περιβάλλοντα, διασφαλίζοντας τις ίδιες ευκαιρίες για απόκτηση δεξιοτήτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Lombardi et al., 2018).
Άλλες σημαντικές εκπαιδευτικές και κοινωνικές πολιτικές για την ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση και εργασία που εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ είναι (α) τρία έργα StartUP το 2007 από Υπουργείο Εργασίας με σκοπό την προώθηση πολιτικών και πρακτικών απασχόλησης (Shaheen, 2016) (β) η πράξη Higher Education Opportunity Act (HEOA) του 2008 χρηματοδότησε προγράμματα που προάγουν την συμμετοχή σε προγράμματα μετάβασης στη μεταλυκειακή ζωή σε πανεπιστημιακό επίπεδο κυρίως για τα άτομα με ΝΑ, ενισχύοντας ακαδημαϊκές, επαγγελματικές και λοιπές δεξιότητες αυτόνομης διαβίωσης (Wehman et al., 2018) και (γ) η κίνηση Association of People Supporting Employment First το 2017 για την αναβάθμιση της σημαντικότητας της εργασίας, την άρση εμποδίων, την αποτελεσματική υποστήριξη, την δημιουργία θέσεων και την αλλαγή πολιτικής και υπηρεσιών στην αγορά εργασίας (Nord et al., 2018).
Στον Καναδά, επιτυχημένα προγράμματα εργασιακής και ενταξιακής ενσωμάτωσης είναι τα προγράμματα Contrat d΄intégration au travail (2017a), το οποίο προωθεί την απασχόληση ατόμων με αναπηρίες με την παροχή επιχορηγήσεων και το De subsidies aux entreprises adapées (2017b), όπου υποστηρίζει επιχειρήσεις που απασχολούν άτομα με αναπηρίες (Vornholt et al., 2017). Άλλες καναδικές πολιτικές παρέχουν χρηματοδότηση σε πολυάριθμες επαρχιακές οργανώσεις που παρέχουν υποστήριξη και υπηρεσίες για την προώθηση της απασχόλησης των ατόμων με ΝΑ. Η φιλοσοφία είναι πως με στόχο την ενίσχυση της επαγγελματικής τους ανταγωνιστικότητας, τα ΑμεΑ δύνανται να απασχοληθούν σε εργασιακά περιβάλλοντα προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους. (Petner-Arrey et al., 2016).
Στην Αυστραλία, η οργανωμένη προσπάθεια πρόσληψης ατόμων με αναπηρία και ιδιαίτερα της κατηγορίας της ΝΑ σε πλαίσια εργασίας και απασχόλησης ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του ΄50. Στη δεκαετία του ΄70, η κυβέρνηση καθιέρωσε κέντρα προετοιμασίας και προεπαγγελματικών δεξιοτήτων, τα οποία παρείχαν το θεσμό της μαθητείας και οι νέες πολιτικές στρέφονται στην ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980. (Cheng, Oakman, Bigby, Fossey, Cavanagh, Meacham & Bartram, 2018).
Η Αυστραλιανή κυβέρνηση έχει επίσης θεσπίσει το πρόγραμμα παροχής κινήτρων για επιχειρήσεις (NEIS), το οποίο επιτρέπει στα ΑμεΑ την πρόσβαση σε υπηρεσίες κατάρτισης και υποστήριξης μέσω της υπηρεσίας απασχόλησης για ΑμεΑ (JobAccess, 2015). Το ποσοστό επιτυχίας των συμμετεχόντων με αναπηρία στο NEIS ήταν θετικό, με έρευνες από το Τμήμα Απασχόλησης και Σχέσεων Εργασίας για το 2007 να δείχνουν ότι το 78,2% των ατόμων με αναπηρία είναι εφικτό να εγκατασταθεί και να παραμείνει στη επιχείρηση (Petner-Arrey et al., 2016).
Ωστόσο, φαίνεται πως τα ερευνητικά δεδομένα δεν βρίσκονται σε αντιστοιχία με το αν εφαρμόζονται οι προτεινόμενες πολιτικές για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην εργασία και την απασχόληση. Για παράδειγμα σε βιβλιογραφική έρευνα των Lombardi και συνεργατών (2018) παρατηρήθηκε πως ακόμα και σε σύγχρονα εργασιακά περιβάλλοντα υφίστανται εργασιακά κενά και προτείνεται οι εκπαιδευτικές πολιτικές να εστιάζουν στην εμπλοκή αποφοίτων ατόμων με αναπηρία σε προγράμματα εργασίας, ειδικά ατόμων με ΝΑ. Η εμβάθυνση σε καλές πρακτικές π.χ. η χρήση των νέων τεχνολογιών, αποτελούν έναυσμα για την ενσωμάτωση ατόμων με ΝΑ σε εργασιακά περιβάλλοντα. Ακόμα, προτείνεται η άρρηκτη συνεργασία εκπαιδευτών και ερευνητών στο πεδίο, τόσο για την αύξηση στης συμπερίληψης των ατόμων με αναπηρία, όσο και για την περαιτέρω συλλογή ερευνητικών δεδομένων.
Αναφορικά με την Ελλάδα, κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα η Ελληνική Πολιτεία δεν φαίνεται να μεριμνά για την επαγγελματική εκπαίδευση και ένταξη των ατόμων με αναπηρία. Η ευαισθητοποίηση ξεκίνησε με το τέλος σχεδόν του πρώτου μισού του αιώνα με πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν μέσω ιδιωτών και είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ιδρυμάτων. Η πλειοψηφία των δομών αυτών παρείχαν κυρίως στα άτομα με ΝΑ εκπαίδευση, προστασία, περίθαλψη και αργότερα επαγγελματική κατάρτιση. Η πρώτη επίσημη πρωτοβουλία του Κράτους ήταν η ίδρυση του πρώτου δημόσιου ειδικού σχολείου για «ανώμαλους και καθυστερημένους παίδες» στην Αθήνα. Η ευρύτερη κοινωνία φαίνεται να μην αποδεχόταν σε ικανοποιητικό βαθμό τα άτομα με ΝΑ και οι πρωτοβουλίες βασιζόταν σε ενέργειες ιδιωτών. Παράλληλα, το επίσημο κράτος δεν προώθησε την επαγγελματική αποκατάσταση και την ομαλή κοινωνική ένταξη τους. Παρόλα αυτά, λόγω της σύστασης ιδρυμάτων, αναδείχθηκαν και οι πρώτοι εξιδεικευμένοι επιστήμονες στο πεδίο (Κοζάκου, 2009).
Έως τη δεκαετία του ΄60, η επαγγελματική εκπαίδευση για τα ΑμεΑ στηριζόταν σε εργαστήρια εντός διαφόρων ιδρυμάτων και ασύλων. Αργότερα ακολούθησαν πέντε μορφές επαγγελματικής εκπαίδευσης, παρόμοιες με αυτές που ανιχνεύθηκαν στη διεθνή βιβλιογραφία: (α) η εργασία εντός του σχολικού πλαισίου, (β) η προσομοίωση της εργασίας στο σχολικό πλαίσιο, (γ) το σύστημα «μερική φοίτηση – μερική εργασία», (δ) η εκπαίδευση μέσα στον εργασιακό χώρο και (ε) η μαθητεία . Η πρώτη μορφή εστίασε στην δημιουργία δομών μέσα στο σχολείο οι οποίες μοιάζουν με πραγματικές εργασιακές δομές αλλά έχουν προσαρμοστεί, ώστε να καλύπτουν τις ειδικές ανάγκες που υπάρχουν. Η δεύτερη μορφή είναι παρόμοια της πρώτης, αλλά διαφέρει ως προς την διαδικασία, καθώς τα επαγγελματικά έργα που αναλαμβάνουν οι μαθητές, τροποποιούνται ως προς το περιεχόμενο ή την ακολουθία για την καλύτερη προσέγγιση από τους μαθητές. Στην τρίτη μορφή επιδιώκεται η φοίτηση σε σχολή και στη συνέχεια η εφαρμογή των γνώσεων σε κάποιον εργασιακό χώρο. Η τέταρτη μορφή προωθεί την εργασία των ατόμων με αναπηρία με καθοδήγηση και επίβλεψη είτε από κάποιο στέλεχος της επιχείρησης, είτε από κάποιον εξειδικευμένο επαγγελματία. Τέλος, στην πέμπτη μορφή το άτομο με αναπηρία εργάζεται κανονικά κοντά σε κάποιον επαγγελματία και μαθαίνει από αυτόν (Βουτσάκη, 2017).
Το 1981, με τον νόμο 1143 θεσμοθετείται η πρώτη απόπειρα ένταξης των ατόμων με αναπηρία στην εκπαίδευση. Ο συγκεκριμένος νόμος οριοθετεί τον όρο ΄΄αποκλίνοντα άτομα, ορίζει την ειδική εκπαίδευση σε 3 επίπεδα (προσχολική, δημοτική, μέση), προβλέπει ειδικές σχολικές δομές (ειδικά σχολεία και ειδικές τάξεις), καθιστά υποχρεωτική την φοίτηση των ατόμων ηλικίας 6 – 17 ετών και η ευθύνη μεταβιβάζεται στο ΥΠΕΠΘ. Το 1985, με τον νόμο 1566/85 «Δομή και Λειτουργία Α/θμιας και Β/θμιας Εκπ/σης», η προσπάθεια γίνεται πιο σοβαρή και χωρίζονται στην περίοδο 3-18 ετών, κατά την οποία δίνεται έμφαση στην εκπαίδευση και στην περίοδο 14-20 ετών, όπου προωθείται η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση.
Ο νόμος 3699/2008 αποτελεί καταλύτη στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία, καθώς αναλύει και ρυθμίζει πλήρως όλες τις παραμέτρους σχετικά με το εκπαιδευτικό σύστημα σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης όσον αφορά τα ΑμεΑ και τις εκπαιδευτικές δυσκολίες και ανάγκες. Ο νόμος αυτός κάλυψε σε αρκετά μεγάλο βαθμό όλα τα σημεία που έμειναν κενά από τις προηγούμενες νομοθετικές διατάξεις. Ωστόσο, ένα προβληματισμός που τίθεται είναι το κατά πόσο εφαρμόζεται, εφόσον δεν τηρούνται πάντα όσα επιβάλλονται παρά την ύπαρξή του. Ακόμα και στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας παρατηρείται μια μεταβλητότητα και δεν τηρούνται πλήρως όσα προτείνονται στα επίσημα προγράμματα σπουδών. Το ίδιο υφίσταται και με την ειδική νομοθεσία, εφαρμόζεται κατ΄ εξαίρεση. Η κοινωνικοικονομική κατάσταση της χώρας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους παρατηρούνται παραβάσεις των διεθνών συμβάσεων εις βάρος των ατόμων με αναπηρία π.χ. η κατασκευή κατάλληλων υποδομών για διάφορες μορφές αναπηρίας προκειμένου να τηρείται το δικαίωμα της πρόσβασης και της δια βίου μάθησης (Βουτσάκη, 2017).
Όσο αφορά την πορεία της επαγγελματικής ένταξης των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα, με την ένταξη της χώρας μας στην Ε.Ε. το 1981, ξεκίνησε η επιχορήγηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Τον Μάρτιο του 1989, ψηφίζεται ο νόμος 1836/89 που αναφέρεται στην σύσταση Ειδικών Παραγωγικών Κέντρων. Ο νόμος αφορά προστατευμένα εργαστήρια που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας και αποτελούν εργασιακούς χώρους στους οποίους εργάζονται άτομα με σοβαρές μορφές αναπηρίας και η επαγγελματική τους ένταξη στην ελεύθερη αγορά εργασίας θεωρείται δύσκολη. Οι θέσεις εργασίας είναι προσαρμοσμένες στις δυνατότητες τους και τα προϊόντα παραγωγής διατίθενται στην αγορά, αποφέροντας έσοδα που όμως είναι ανεπαρκή για την κάλυψη μισθών και ασφάλισης. Το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν την οικονομική ευθύνη για αυτά, τις περισσότερες φορές όμως χωρίς να προσφέρεται ουσιαστική ένταξη (Κοζάκου, 2009).
Το αρμόδιο Υπουργείο για το σχεδιασμό πολιτικών εργασίας και απασχόλησης για τα ΑμεΑ είναι το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ενώ φορέας υλοποίησης τους είναι ο Οργανισμός Ανθρώπινου Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). Ο φορέας που είναι αρμόδιος για το συντονισμό των συγχρηματοδοτούμενων παρεμβάσεων με πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου είναι η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού και Παρακολούθησης Δράσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου – ΕΥΣΕΚΤ του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που συστάθηκε το 2001 (Βουτσάκη, 2017• Λογάρας, 2013).
Ο κύριος νόμος που αφορά την πρόσληψη, την εργασία και την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία είναι ο Ν.2643/98, μέσω του οποίου ορίζεται η πρόσληψη προστατευόμενων προσώπων σε δημόσιες υπηρεσίες ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κάθε βαθμίδας με σειρά προτεραιότητας (χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή), σε ποσοστό 5% των θέσεων που προκηρύσσονται κάθε φορά, η πρόσληψη ατόμων για την κάλυψη του 20% των κενών θέσεων των ειδικοτήτων αυτών και η πρόσληψη τυφλών σε δημόσιες υπηρεσίες ως τηλεφωνητές (Μπαγτζή, 2019• Χαραλαμπίδου και Αθηναίου, 2010).
Παρόλη τη βελτίωση του παραπάνω νομοθετικού υπόβαθρου, δεν υπήρξε ριζική αλλαγή των κοινωνικών νόρμων με την κοινωνία να αμβλύνει τον αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία. Το κράτος περιορίστηκε σε επίπεδο ορισμένων νομοθετικών ρυθμίσεων με βάση τις Διακηρύξεις του ΟΗΕ για την ισοτιμία των ανθρώπων. Μεγαλύτερη πρόοδος στην αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία παρατηρήθηκε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο μέσα από το τρίπτυχο (α) θεραπευτική αγωγή, (β) ειδική εκπαίδευση και (γ) επαγγελματική αποκατάσταση. Τόσο το Κράτος όσο και ο ιδιωτικός τομέας αντιμετώπισαν πιο αποτελεσματικά από ότι στο παρελθόν τα ζητήματα της ισότητας στην εκπαίδευση και της κοινωνικής ενσωμάτωσης, κυρίως μέσω προγραμμάτων με πρότυπα από εξωτερικές πρακτικές (Κοζάκου, 2009).
Αξίζει να αναφερθεί πως δύο είναι τα πιο γνωστά εθνικά προγράμματα επαγγελματικής εξειδίκευσης και απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας. Το πρώτο έλαβε χώρα το 2008 με τίτλο «Market on wheels: Ολοκληρωμένη παρέμβαση υποστηριζόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω δικτύου συνεργασίας κινητικά και νοητικά αναπήρων». Ο χαρακτήρας του προγράμματος ήταν προνοιακός και προωθούσε την επιχειρηματικότητα μέσω δικτύου συνεργασίας σε άτομα με κινητικά προβλήματα και ΝΑ. Εστίαζε στη δημιουργία υποστηρικτικής δομής, η οποία ως θερμοκοιτίδα επιχειρηματικότητας είχε στόχο την ανάπτυξη και την παραγωγή υπηρεσιών εκπαίδευσης, επιχειρηματικής, τεχνικής και ψυχολογικής υποστήριξης με έτοιμα πληροφοριακά πακέτα (telemarketing, πληροφοριακά πακέτα λογιστικής και διαχείρισης.
Το δεύτερο πρόγραμμα υλοποιήθηκε το 2006 στην περιοχή του Έβρου, όπου το Κέντρο Συνοδευτικών Υποστηρικτικών Υπηρεσιών της Ν.Ε.Λ.Ε. Έβρου με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο κατά 75% και 25% από Εθνικούς Πόρους. Ο τίτλος του προγράμματος ήταν «Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση» με συμμετοχή από τους δήμους Αλεξ/πολης- Τραϊανούπολης – Φερών με διάρκεια 8 μήνες και αριθμό ωφελούμενων 80 ΑμεΑ ηλικίας 18-45 ετών. Στόχος του Προγράμματος ήταν η στήριξη των ατόμων με αναπηρία προκειμένου να συνδεθούν με μορφές απασχόλησης και να συμμετάσχουν στην παραγωγική διαδικασία. Οι προσδοκίες του αναφέρουν την τόνωση της αυτοαποτελεσματικότητας και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, την ανάπτυξη προεπαγγελματικής ετοιμότητας, τη συνειδητοποίηση και την οργάνωση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών, την ανάπτυξη προεπαγγελματικών δεξιοτήτων και την αποδοχή από το κοινωνικό σύνολο. Για την υλοποίηση του η συνεργασία με τις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ ήταν απαραίτητη και οι ωφελούμενοι θα αξιολογούνταν για την πορεία τους (Χαραλαμπίδου και Αθηναίου, 2010).
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική πολιτεία εφάρμοσε με κοινοτική συγχρηματοδότηση (ΕΣΠΑ 2007 – 2013) και με φορέα υλοποίησης τον ΟΑΕΔ νέα προγράμματα και πολιτικές για την εργασιακή ένταξη και απασχόληση των ατόμων με αναπηρία, στηριζόμενα στις σύγχρονες καλές πρακτικές. Συγκεκριμένα το «Πρόγραμμα Επιχορήγησης 800 Νέων Ελεύθερων Επαγγελματιών ανέργων ατόμων με αναπηρίες, απεξαρτημένων από εξαρτησιογόνες ουσίες και αποφυλακισμένων ατόμων και Προγράμματος Επιχορήγησης 50 θέσεων Εργονομικής Διευθέτησης του χώρου εργασίας για άτομα με αναπηρίες με φορέα υλοποίησης τον ΟΑΕΔ» παρείχε 600 θέσεις εργασίας σε άνεργα ΑμεΑ ηλικίας 18-64 ετών.
Μια νέα προσέγγιση που στοχεύει στην ανάπτυξη της αγοράς εργασίας με βάση το κοινωνικό συμφέρον είναι η αυτή της Κοινωνικής Οικονομίας. Με τον όρο Κοινωνική ή Αλληλέγγυα Οικονομία ορίζονται οι οικονομικές δραστηριότητες που προτάσσουν την ικανοποίηση των μελών τους και το κοινωνικό όφελος από ότι το κεφαλαιουχικό κέρδος των ιδιοκτητών ή των μετόχων τους (Μαντέλου, 2018). Αποτελεί τον χώρο της οικονομίας που βρίσκεται ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, όπου διεξάγονται οικονομικές δραστηριότητες µε κοινωνικούς στόχους. Οι δομές της έχουν συμπληρωματική λειτουργία και δεν επιδιώκουν την αντικατάσταση του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα, προσφέρει λύσεις σε άτομα που κινδυνεύουν από τον κοινωνικό και εργασιακό αποκλεισμό (Πουζιάρη, 2016). Η Κοινωνική Οικονομία αναφέρεται στις οικονομικές δραστηριότητες που διεξάγονται μέσω συλλογικών πρωτοβουλιών οι οποίες (α) δίνουν προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των αναγκών των µελών τους και της ευρύτερης κοινότητας και έπειτα στο κέρδος, (β) αποφασίζουν αυτόνομα τον τρόπο λειτουργίας τους, (γ) ακολουθούν δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων µε βάση την αρχή «ένα µέλος-µία ψήφος» και (δ) δίνεται προβάδισμα στα µέλη και στους εργαζόμενους έναντι του κεφαλαίου (Παπανικόλα, 2015).
Οι κοινωνικές επενδύσεις δύνανται να αποτελέσουν το αντίδοτο στην οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα αλλά και την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οργανώνοντας ένα νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο στο χώρο της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, δημιουργούνται ευκαιρίες επένδυσης που μπορούν να αποβούν καινοτόμες τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο συμπερίληψης ευπαθών ομάδων. Η προτεραιότητα που δίνεται στη μακροοικονομική σταθεροποίηση τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας αλλά και οι σοβαρές χρόνιες αδυναμίες του κοινωνικού κράτους έχουν υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή και έχει ως επακόλουθα τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την έλλειψη επενδύσεων, την ανεργία και τη μετανάστευση. Οι επενδύσεις στην Κοινωνική Οικονομία θα μπορούσαν να αποτελούν μια μελλοντικά εγγύς βιώσιμη εναλλακτική λύση (Μαντέλου, 2018).
Έτσι η Ολοµέλεια της Βουλής στης 20 Σεπτεµβρίου 2011 ψηφίζει το Ν.4019/2011 «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και λοιπές διατάξεις», σύμφωνα με τον οποίο η σύγχρονη πολιτική της Κοινωνικής Οικονομίας ορίζεται ως «το σύνολο των οικονομικών, επιχειρηματικών, παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, των οποίων ο καταστατικός σκοπός είναι η επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και η εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων» (Άρθρο 1, παρ. 1). Οι εφαρμογές στο πεδίο της Κοινωνικής Οικονομίας περιλαμβάνουν συνεταιρισμούς, κοινωνίες αλληλοβοήθειας, συλλόγους και ενώσεις προσώπων, κοινωφελή ιδρύματα και κοινωνικές επιχειρήσεις (Παπανικόλα, 2015).
Με βάση το παραπάνω, τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε η ίδρυση Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων (Κοιν.Σ.Επ.). Σε Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης μπορούν να συμμετέχουν ΝΠΔΔ με ανάλογη έγκριση του φορέα εποπτείας (Άρθρο 3, παρ. 3). Οι Κοιν.Σ.Επ. συστήνονται με τον κοινωνικό σκοπό την επανένταξη ευπαθών ομάδων και πρόκειται για αστικούς συνεταιρισμούς και διαθέτει εκ του νόμου εμπορική ιδιότητα (Άρθρο 2, παρ. 1) (Λογάρας, 2013). Ειδικότερα θεσπίζονται ως φορείς της Κοινωνικής Οικονομίας, µε μορφή αστικού συνεταιρισμού µε κοινωνικό σκοπό και εμπορική ιδιότητα. Τα µέλη δύνανται να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να συμμετέχουν σε αυτήν µε μια ψήφο, ανεξαρτήτως του αριθμού των συνεταιριστικών µερίδων που διαθέτουν. Σκοπός είναι η εφαρμογή της ισότιμης διοίκησης από όλα τα µέλη για την επιδίωξη συλλογικού οφέλους, ενώ το κέρδος της προκύπτει από δράσεις που εξυπηρετούν αποκλειστικά το κοινωνικό συμφέρον (Μαντέλου, 2018). Οι Κοιν.Σ.Επ. αφορούν την ποιότητα της κοινωνικής ανάπτυξης και συνοχής, είναι φιλικές σε πρόσωπα που μειονεκτούν και βρίσκονται σε συνθήκες αποκλεισμού ή στερούνται ευκαιριών. Παράγουν προϊόντα με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, συνδέονται µε την κοινωνική ζήτηση και ανάπτυξη και αποτελούν διαμεσολαβητές μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς (Παπανικόλα, 2015).
Το ελληνικό κράτος άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία Κοιν.Σ.Επ ψηφίζοντας τον σχετικό νόμο διακρίνοντάς τες σε τρία βασικά είδη: (α) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης, οι οποίες στοχεύουν στην οικονομική και κοινωνική ένταξη ατόμων που προέρχονται από ευάλωτες ομάδες πληθυσμού (ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής 40% των εργαζομένων), (β) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Κοινωνικής Φροντίδας, οι οποίες στοχεύουν στην παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών κοινωνικού – προνομιακού χαρακτήρα σε ομάδες πληθυσμού, όπως ηλικιωμένοι, γυναίκες, βρέφη, παιδιά, ΑμεΑ και άτοµα µε χρόνιες παθήσεις και (γ) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Συλλογικού Σκοπού, που στοχεύουν σε δράσεις που προάγουν το τοπικό συλλογικό συμφέρον, προωθούν την απασχόληση, την ενδυνάμωση της τοπικής – περιφερειακής ανάπτυξης, την παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών που συνδέονται με τον πολιτισμό, το περιβάλλον, την εκπαίδευση, τη διατήρηση παραδοσιακών δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων κ.α. και την ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής (Λογάρας, 2013⸱ Παπανικόλα, 2015⸱ Πουζιάρη, 2016).
Η παραπάνω ενταξιακή πολιτική κοινωνικής επιχειρηματικότητας δεν αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο για την Ελλάδα. Με τον παλαιότερο Ν.2716/1999 και βασιζόμενοι στο «Ανάπτυξη και Εκσυγχρονισμός των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και άλλες διατάξεις» του Υπουργείου Υγείας, ιδρύθηκαν Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.), οι οποίοι είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, με περιορισμένη ευθύνη των μελών τους. Οι Κοι.Σ.Π.Ε. έχουν εμπορικό χαρακτήρα και μπορούν να αναπτύξουν οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα. Αποτελεί ιδιαίτερη μορφή συνεταιρισμού, καθώς είναι τόσο παραγωγικές όσο και εμπορικές μονάδες, αλλά και μονάδες Ψυχικής Υγείας, με την εποπτεία τους να ανήκει στο Υπουργείο Υγείας. Οι Κοιν.Σ.Επ. και Κοι.Σ.Π.Ε. οφείλουν να εγγράφονται στο Ταμείο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας για να αποκτούν πρόσβαση στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας καθώς και στο Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας & Ανάπτυξης (Λογάρας, 2013).
Ο Νόμος 4430/2016 παρουσιάζει το νεότερο καταστατικό περιβάλλον για την ανάπτυξη φορέων Κοινωνικής Οικονομίας. Το νέο θεσμικό πλαίσιο για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία. (Ν.4430/2016, ΦΕΚ 205/Α/31-10-2016) και η εφαρµοστική Υπουργική Απόφαση 61621/∆5.2643/30-12-2016, αναλύει το πεδίο της κοινωνικής οικονομίας και την παρέμβαση – εποπτεία του Κράτους σε αυτό. Ο συγκεκριμένος νόμος αποτελεί το βασικό εργαλείο αποκωδικοποίησης της σύστασης λειτουργίας των Κοιν.Σ.Επ. προσδιορίζοντας θεωρητικά και πρακτικά το εννοιολογικό περιεχόμενο τους αλλά και άλλων συναφών μορφών όπως, ο Συνεταιρισμός Εργαζομένων και οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Μαντέλλου, 2018).
H επαγγελματική εκπαίδευση και αποκατάσταση είναι το σημαντικότερο αλλά και το δυσκολότερο εμπόδιο που αντιμετωπίζουν τόσο τα άτομα με αναπηρία όσο και οι διάφορες κοινωνίες ανά των κόσμο. Ειδικότερα στην Ελλάδα, η οικονομική κρίση, η ανεργία, η αδυναμία επαρκούς και συστηματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, οι ρατσιστικές αντιλήψεις και διακρίσεις και η έλλειψη υποδομών αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες που εμποδίζουν την επαγγελματική και κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες (Κοζάκου, 2009). Οι σύγχρονες ενταξιακές εκπαιδευτικές και κοινωνικές πολιτικές καλούνται να έχουν ως κύριο στόχο την βελτίωση της ποιότητας της μεταλυκειακής ζωής των ατόμων με αναπηρία αλλά και την επιτυχημένη μετάβαση τους στην ενήλικη ζωή. Η ουσιαστική ένταξη στην εργασία προσφέρει διέξοδο στα ΑμεΑ από την χαμηλή ποιότητα ζωής, την πλήρη εξάρτηση από την οικογένεια και την περιορισμένη συμμετοχή στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Για να επιτευχθούν τα παραπάνω απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η εκπαίδευση, η πρακτική εξάσκηση αλλά και η εξατομικευμένη υποστήριξη, ώστε να υπάρχει ισότιμη συμμετοχή στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας (Chezan et al., 2017).
Για την επόμενη τριετία, σχεδιάστηκαν και εγκρίθηκαν από το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 60.000 νέες θέσεις εργασίας µε προτεραιότητα τις ευπαθείς – ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Μέσα από τη συγκεκριμένη πολιτική αναμένεται η ίδρυση επιχειρήσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, πέραν της αμοιβής των μελών – εργαζομένων. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν διευκρινιστεί οι όροι εργασίας και αμοιβής για όσους ενταχθούν σε αυτές, καθώς και αν αυτή η συγκεκριμένη πολιτική θα αποτελεί εναλλακτική λύση ακόμα και για τη χορήγηση επιδομάτων. Επίσης σχεδιάζεται η δημιουργία ενός ειδικού ταμείου, ώστε να διασφαλιστεί στα άτομα που επιθυμούν να ασχοληθούν µε πρακτικές της Κοινωνικής Οικονομίας εύκολη πρόσβαση σε 77 χρηματοδοτήσεις. Επιπρόσθετα πραγματοποιείται εργασιακή συμβουλευτική υποστήριξη σε όλα τα στάδια δημιουργίας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυστηροί έλεγχοι της λειτουργίας τους, ώστε να προαχθούν στρατηγικές της περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης αλλά και να προκύψουν ορθές πρακτικές στον τομέα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας (Παπανικόλα, 2015).
