Απόψεις ατόμων με αναπηρία σε δομές δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις σχετικά με την προεπαγγελματική εκπαίδευση και την επαγγελματική ένταξη και απασχόληση στην Ελλάδα του 2019 – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Σκουμή Αλεξάνδρας, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση – Μέρος 2ο

Δεκ 11, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εισαγωγή

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ, 2011) αναφέρει πως περίπου το 15% του συνολικού πληθυσμού παρουσιάζει κάποια μορφή αναπηρίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναπηρία περιγράφεται ως «ο όρος-ομπρέλα για τις δυσλειτουργίες, τους περιορισμούς της δραστηριότητας και τους περιορισμούς συμμετοχής, αναφερόμενος στις αρνητικές πτυχές της αλληλεπίδρασης μεταξύ ενός ατόμου (με μια κατάσταση υγείας) και των συνακολούθων παραγόντων του ατόμου (περιβαλλοντικοί και προσωπικοί παράγοντες)». Ο παραπάνω ορισμός φέρνει στο προσκήνιο τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν τα Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ) σε βασικούς τομείς της ζωής όπως στην εκπαίδευση, την εργασία και την απασχόληση, την αυτοεξυπηρέτηση, την ψυχαγωγία και γενικότερα την κοινωνική ζωή (Vornholt, Villotti, Muschalla, Bauer, Colella, Zijlstra, Van Ruitenbeek, Uitdewilligen, Sjir και Corbière 2017).
Έρευνα της Eurostat (1995) δείχνει πως το 12% του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης λογίζονται ως ΑμεΑ, με την Ελλάδα να εμφανίζει το μικρότερο ποσοστό (9,3%) και την Ισπανία το μεγαλύτερο (15,3%) Σε επόμενη καταμέτρηση της Eurostat (2001), 130.000 Ευρωπαίοι πολίτες ηλικίας 16-64 ετών παρουσίασαν κάποια μορφή αναπηρίας, ενώ μέσα σε μια δεκαετία παρατηρείται ραγδαία αύξηση τους (44 εκατομμύρια) (Βουτσάκη, 2017).
Σύμφωνα με τον Λογάρα (2013), η εργασία αναφέρεται στην καταβολή σωματικής ή πνευματικής άσκησης για την παραγωγή έργου. Ο ορισμός αυτός άλλοτε διαφοροποιείται και άλλοτε ταυτίζεται με τον όρο της απασχόλησης. Σε γενικές γραμμές, η έννοια της «εργασίας» αναφέρεται στους όρους και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκείται, ενώ ο όρος «απασχόληση» δηλώνει τις μορφές, τα είδη, τα μέτρα, τις πολιτικές και τα προγράμματα που εφαρμόζονται από την πολιτεία.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Eurostat (2001), ενώ ένα άτομο παραγωγικής ηλικίας (16 – 64 ετών) του τυπικού πληθυσμού έχει πιθανότητα 66% να βρει εργασία ή να αυτοαπασχοληθεί, για κάποιον με ελαφριά μορφή αναπηρίας, η πιθανότητα μειώνεται στο 47%, ενώ για κάποιον με βαριά αναπηρία το ποσοστό αγγίζει το 25%. Τα αποτελέσματα της μελέτης «Αναπηρία και Κοινωνικός Αποκλεισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ώρα για αλλαγή, εργαλεία για την αλλαγή» καταδεικνύουν πως, από το συνολικό εργατικό δυναμικό με αναπηρία, απασχολείται μόνο το 30,5%. Ο υπόλοιπος πληθυσμός με κάποιου είδους αναπηρία είτε είναι άνεργος (20,8%), είτε άεργος (42%). Στην ίδια μελέτη αναφέρεται πως το 57% των ατόμων με αναπηρία που εργάζονται αμείβονται με χαμηλό μισθό, ενώ το 42% αυτών βιοπορίζεται από επιδόματα αναπηρίας. Επίσης στο κείμενο «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αναπηρία 2010- 2020: Ανανέωση της δέσμευσης για μια Ευρώπη χωρίς εμπόδια» αναφέρεται ότι το ποσοστό το απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία στην ΕΕ κυμαίνεται γύρω στο 50% (Λογάρας, 2013).
Πρόσφατη καταμέτρηση του 2015 ανέδειξε πως το 10% των Ελλήνων έχουν κάποια μορφή αναπηρίας (Βουτσάκη, 2017). Παλαιότερα στοιχεία του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) τη χρονική περίοδο 1994 – 1998 αναφέρουν πως από τα εγγεγραμμένα ΑμεΑ στον οργανισμό, μόλις το 17,5% τοποθετήθηκε σε θέσεις εργασίας, με την πλειοψηφία να αντιστοιχεί σε ανειδίκευτη ή ημι-ειδικευμένη εργασία με χαμηλές χρηματικές απολαβές (Χαραλαμπίδου και Αθηναίου, 2010).
Σύμφωνα με αποτελέσματα έρευνας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης & Αποκέντρωσης (2006) μέσω ερωτηματολογίου σε δημόσιες υπηρεσίες ΝΠΔΔ και ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, προκύπτει πως από τους 885 φορείς που απάντησαν, οι 284 απασχολούν και οι 501 δεν απασχολούν άτομα με αναπηρία. Καταγράφηκαν 2.232 υπάλληλοι με αναπηρία, από τους οποίους 531 ανήκουν στην κατηγορία Υποχρεωτικής
Εκπαίδευσης, 1.043 στην κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 209 στην κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, 264 στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, ενώ για 185 υπαλλήλους δεν διευκρινίζεται η κατηγορία εκπαίδευσής (Λογάρας, 2013).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι φανερό ότι το εργασιακό πλαίσιο μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε εργαζόμενους με χρόνιες διαταραχές υγείας, κυρίως λόγω των υψηλών απαιτήσεων και της χαμηλής ανοχής στην απόκλιση. Τα τελευταία χρόνια δίνεται ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη ευκαιριών απασχόλησης για ενήλικες με Νοητική Αναπηρία (ΝΑ) (Lindstrom, Hirano, Mccarthy και Alverson, 2014). Παρόλα αυτά οι μαθητές με αναπηρία βρίσκονται κάτω από τους συνομηλίκους τους στα ποσοστά της ανταγωνιστικής εργασίας, της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και στην αυτόνομη διαβίωση. Πιο συγκεκριμένα, οι νέοι ενήλικες με ΝΑ έχουν μικρότερα ποσοστά μεταλυκειακής επαγγελματικής επιτυχίας σε σχέση με άτομα με άλλες μορφές αναπηρίας (Bouck και Chamberlain, 2017), είναι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και πολλοί ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (Lindstrom et al., 2014)
Τα παραπάνω στοιχεία μαρτυρούν την ανάγκη διερεύνησης και καταγραφής της εργασιακής ένταξης και απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε ερευνητικό πλαίσιο. Μέσω της παρούσας διπλωματικής εργασίας επιχειρείται να αναδειχθεί η σημαντική αυτή πτυχή της ενήλικης ζωής των ατόμων με αναπηρία. Το πρώτο μέρος της εργασίας αφορά τη θεωρητική θεμελίωση του πεδίου και μέσα από ενδελεχή ανασκόπηση της ελληνικής και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας, παρουσιάζονται φλέγοντα ζητήματα σχετικά με την εργασία και την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία. Τα κεφάλαια που ανακύπτουν από τη σχετική βιβλιογραφική ανασκόπηση είναι η σημασία της εργασίας για τα ΑμεΑ και νομικά πλαίσια στην Ελλάδα και σε διάφορες χώρες, οι παράγοντες και τα εμπόδια της εργασιακής ένταξης των ατόμων με αναπηρία, οι μορφές απασχόλησης που πορωθούν την εργασιακή ένταξη, οι εκπαιδευτικές και κοινωνικές πολιτικές – προγράμματα για την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία και οι στρατηγικές ένταξης και ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας.
Το δεύτερος μέρος της εργασίας αναφέρεται στην ερευνητική διαδικασία, όπου μέσα από συνεντεύξεις σε 28 μαθητές και εργαζόμενους με κάποιου είδους αναπηρία σε δημόσιες δομές και Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.), αναδεικνύονται ζητήματα που αντικατοπτρίζουν την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία σε προεπαγγελματικές δεξιότητες και αλλά και τις συνθήκες εργασίας. Τέτοια είναι τα περιβάλλοντα που εκπαιδεύονται/εργάζονται τα ΑμεΑ, οι συνθήκες εκπαίδευσης και εργασίας, τα συναισθήματα των ίδιων σχετικά με την εργασία και την απασχόληση, οι σχέσεις που αναπτύσσουν με τους συμμαθητές/συναδέλφους αλλά και με τους εκπαιδευτές/προϊσταμένους, η ετοιμότητα της ελληνικής κοινωνίας και οι πολιτικές σχετικά με την εργασιακή ένταξη των ατόμων με αναπηρία. Έπειτα, μέσα από τη διαδικασία της θεματικής ανάλυσης, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα και οι απαντήσεις των ερωτηθέντων. Αφού γίνεται η οργάνωση των πληροφοριών σε θεματικές ενότητες και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα, μέσα από τη συζήτηση επιχειρείται η εξαγωγή συμπερασμάτων, προκειμένου να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα της εργασίας, όπως σε ποια πλαίσια μπορούν να εκπαιδευτούν και να εργαστούν τα ΑμεΑ στην Ελλάδα και αν η αναπηρία σχετίζεται άμεσα με την επιλογή του πλαισίου απασχόλησης και εκπαίδευσης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο