ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ- ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
1.1. ΑΝΤΙΛΗΨΗ
Οι άνθρωποι διαθέτουν ένα σύνολο αισθητηριακών συστηµάτων, µέσω των οποίων µπορούν να λαµβάνουν διαφορετικά είδη πληροφοριών από τον εξωτερικό κόσµο. Αυτές οι εξωτερικές πληροφορίες αποτελούν τα ερεθίσµατα.
Τα αισθητηριακά συστήµατα ενός ανθρώπου, όπως για παράδειγµα το σύστηµα της όρασης, έχουν µια συγκεκριµένη δοµή λειτουργίας. Αρχικά, το ερέθισµα, που προέρχεται από το περιβάλλον, γίνεται αντιληπτό µέσω ενός αισθητήριου οργάνου, το οποίο λαµβάνει τα ερεθίσµατα και τα µετατρέπει σε ηλεκτρικές ώσεις. Έπειτα τα αισθητηριακά νεύρα οδηγούν τις ηλεκτρικές ώσεις στον εγκέφαλο, οπού αναλύονται και επεξεργάζονται. Η διαδικασία λοιπόν, µέσω της οποίας οι εξωτερικές πληροφορίες από το περιβάλλον ερµηνεύονται από τον κάθε άνθρωπο, ονοµάζεται αντίληψη (Αtkinson, Atkinson, Smith, Bem & el., 2003).
Η αντίληψη είναι ίσως η βασικότερη γνωστική λειτουργία του ανθρώπου, υπό την έννοια ότι αποτελεί προϋπόθεση για όλες τις υπόλοιπες διεργασίες του γνωστικού συστήµατος. Ένας οργανισµός που στερείται αντίληψης, δεν έχει τη δυνατότητα µάθησης και µνήµης. Η αντίληψη είναι ο βασικός τρόπος µε τον οποίο λαµβάνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για τον κόσµο, τον περιβάλλοντα χώρο, τα αντικείµενα, τα άτοµα και ο,τιδήποτε περιλαµβάνει η καθηµερινή ζωή των ανθρώπων.
Ένας από τους πρώτους ορισµούς της αντίληψης έχει δοθεί από τον Thomas Reid. Σύµφωνα µε αυτό τον ορισµό, αντίληψη είναι όλες εκείνες οι εµπειρίες που συνδέονται µε εξωτερικά ερεθίσµατα του περιβάλλοντος. Η αίσθηση αντίθετα, είναι η εσωτερική εµπειρία του οργανισµού, η οποία δε συνδέεται µε κάποιο εξωτερικό αντικείµενο (Hamilton, 1846). Συνεπώς, η αντίληψη είναι το προϊόν µιας γνωστικής διαδικασίας, που συνδέει την εκάστοτε οργανική εµπειρία µε τον εξωτερικό κόσµο. Ένα φωτεινό σηµείο στον ορίζοντα είναι µία αίσθηση. Όταν όµως «καταλάβουµε» ότι πρόκειται για ένα άστρο ή µια πυγολαµπίδα, τότε γίνεται αντίληψη.
Ανάλογα µε τη θεωρητική σχολή του κάθε ερευνητή, έχουµε και διαφορετικούς ορισµούς της αντίληψης και της αίσθησης. Οι στρουκτουραλιστές θεωρούσαν την αντίληψη ως ένα άθροισµα των επιµέρους αισθήσεων. Οι οπαδοί της Γκεστάλτ θεωρίας από την άλλη, πίστευαν πως δεν υπάρχει διαχωρισµός µεταξύ αίσθησης και αντίληψης, και ότι η αντιληπτική διαδικασία είναι ενιαία. Σήµερα, οι περισσότεροι ερευνητές τείνουν να υποστηρίζουν ότι είναι χρήσιµος ο διαχωρισµός αίσθησης και αντίληψης. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη, η αίσθηση είναι απλά η επίγνωση εξαιτίας της διέγερσης ενός αισθητήριου οργάνου, ενώ η αντίληψη περιλαµβάνει την επεξεργασία, ταυτοποίηση, και ερµηνεία µίας αίσθησης, µε σκοπό το σχηµατισµό µιας νοητικής αναπαράστασης (Gordon, 2004).
Η αντίληψη είναι µια κατάσταση λοιπόν, που θεωρητικά δηµιουργείται µέσω της ακριβής γνώσης του κόσµου. Ωστόσο, η αντίληψη µοιάζει να συνδέεται και µε την πράξη, χωρίς την ύπαρξη της οποίας θα φαινόταν παγιδευµένη στο εδώ και τώρα.
1.2. ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΥΦΛΩΣΗ
Στην περίπτωση των ατόµων µε οποιαδήποτε µορφή οπτικής αναπηρίας, αντιλαµβανόµαστε πως ένα σηµαντικό µέσο απόκτησης της αντίληψης οποιουδήποτε αντικειµένου, ανθρώπου, γεγονότος, που είναι η όραση, λείπει. Για αυτόν τον λόγο, υπάρχουν πολλές έρευνες που µελετούν τις οµοιότητες και τις διαφορές της πρόσληψης πληροφοριών και εποµένως της αντίληψης τόσο µε την χρήση της αφής (χέρι) όσο και µε την χρήση της όρασης (µάτι).
Πολλοί θεωρητικοί έχουν οδηγηθεί στο σηµείο να ονοµάζουν την αφή µια “κοντινή” αίσθηση, λόγω της ανάγκης άµεσης επαφής του σώµατος µε το εκάστοτε αντικέιµενο προκειµένου να υπάρξει πραγµατική κατανόησή του. Σε αντίθεση, θεωρούν την όραση και την ακοή “µακρινές” αισθήσεις, καθώς η κατανόηση ενός αντικειµένου µπορεί να γίνει από απόσταση µέσω των αισθητήριων οργάνων τους (µάτι και αυτί) (Loomis, Lederman, 1986).
Ωστόσο ο Kennedy (1993) σε δική του έρευνα έµεινε έκπλητος, όταν ζήτησε από άτοµα µε εκ γενετής τύφλωση, που δεν είχαν ποτέ επαφή µε εικόνες, να αναγνωρίσουν απτικές εικόνες (σχεδιασµένες σε µικροκαψουλικό χαρτί µε υπερυψωµένο σχεδιάγραµµα) και τα κατάφεραν. Ποιά είναι όµως αυτή η ικανότητα που οδηγεί έναν άνθρωπο στην αναγνώριση των εικόνων µόνο µέσω της χρήσης της αφής;
Η Berla (1982) και ο Οstad (1989), µέσα από έρευνά τους οδηγήθηκαν στο συµπέρασµα, ότι µέσω της αφής µπορεί κανείς να αναγνωρίσει µόνο µερικά τµήµατα κάποιων αντικειµένων σε µια φορά. Οι άνθρωποι που χρησιµοποιούν την αφή για να αναγνωρίσουν αντικείµενα αντιµετωπίζουν αρκετά προβλήµατα, όταν χρειαστούν πολλά ζεύγη αγγιγµάτων για την αναγνώριση αυτή.
Παρόµοια αποτελέσµατα είχαν και άλλες έρευνες, που υποστηρίζουν πως η αφή χρειάζεται καθοδήγηση από την όραση για να µπορέσει να οδηγήσει στην αντίληψη. Καθώς η αφή δεν παρέχει οργανωµένες πληροφορίες, αποτελεί µια φτωχή βάση για την αποµνηµόνευση χωρικών σχηµάτων (Lambert, Hockey, 1986).
Ακόµη και για τα πιο πολύπλοκα σχέδια ή τα χωρικά σχήµατα, όπως είναι η διαµόρφωση ενός σπιτιού, υποστηρίζεται πως µόνο µέσω της αφής δεν µπορούν να γίνουν κατανοητά και αντιληπτά (Lederman, Thorne and Jones, 1986).
Στο αντίποδα, υπάρχουν αρκετές έρευνες που στηρίζονται την υπόθεση, πως τα συστήµατα αντίληψης, όπως είναι η όραση και η αφή, λειτουργούν σαν ανιχνευτές των χρήσιµων πληροφοριών που υπάρχουν γύρω µας (Gibson, 1969).
Αντλώντας έµνευση και τοποθετηµένος πάνω σε αυτή την πεποίθηση ο Kennedy (1993), πιστεύει πως η αντίληψη σχετίζεται µε την γεωµετρία και ακολούθως η γεωµετρία χρειάζεται πληροφορίες από διάφορες αισθητηριακές οδούς για να οδηγήσει τελικά στην αντίληψη.
Είναι αλήθεια, πως πολλές χωρικές πληροφορίες σε επιφάνειες µπορούν να γίνουν αντιληπτές τόσο µέσω της όρασης όσο και µέσω της αφής. Το χέρι µπορεί να αισθανθεί γωνίες και ευθείες που και το µάτι µπορεί να δει. Αν πολλές πληροφορίες
µπορούν να µεταδοθούν τόσο µέσω της οπτικής όσο και µέσω της απτικής οδού, τότε σίγουρα µοιράζονται και παρόµοιες χειριστικές ικανότητες κατανόησης του κόσµου γύρω µας.
Βασιζόµενοι σε αυτό µπορούµε να πάρουµε σαν παράδειγµα ένα επιπλωµένο σπίτι. Ένα τραπέζι ή µια καρέκλα οπτικά µπορούν ταυτόχρονα να είναι ένα τραπέζι και µια καρέκλα απτικά. Εποµένως ένα βασικό ερώτηµα που προβληµατίζει είναι:
Αν µοιραζόµαστε τον ίδιο τοµέα και ενδιαφερόµαστε για τις ίδιες ιδιότητες – αν η αφή και η όραση µοιράζονται τις ίδιες τακτικές για την ανάλυση του κόσµου-, τότε δεν είναι πιθανό ότι τα βλέποντα και τα τυφλά άτοµα µπορούν να επεξεργάζονται τις απεικονίσεις µε τον ίδιο τρόπο;
Η βασικότερη συνιστώσα της συγκεκριµένης έρευνας είναι να γίνει αντιληπτός ο τρόπος µε τον όποίο ένα άτοµο µε προβλήµατα όρασης δηµιουργεί νοητικές εικόνες εννοιών και αντικειµένων, µε τις οποίες πολλές φορές δεν έχει έρθει ποτέ σε άµεση επαφή, και ακολούθως τις αποτυπώνει σε χαρτί.
