“Έρευνα για τις απόψεις των εργοδοτών σχετικά µε την µετάβαση των ατόµων µε αναπηρία στην αγορά εργασίας” – ∆ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαγτζή ∆ήµητρας, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τµήµα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής Πρόγραµµα Μεταπτυχιακών Σπουδών «∆ια βίου µάθηση και Ειδική Αγωγή» – Μέρος 6ο

Νοέ 13, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.5 Το Συνταγµατικό Πλαίσιο Νοµικής Προστασίας των Ατόµων µε Αναπηρία

Το Ελληνικό Σύνταγµα ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόµου» και στην παρ. 2 ότι «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώµατα και υποχρεώσεις» (Σύνταγµα της Ελλάδος, 2008). Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των ατόµων µε αναπηρία έναντι του νόµου, όπως και η αρχή της ισότητας των δύο φύλων.
Στο άρθρο 21 του Συντάγµατος, οι παρ. 2,3 και 6 αποτελούν παραδείγµατα ευνοϊκότερης µεταχείρισης των ατόµων µε αναπηρία. Ειδικότερα στο άρθρο 21 παρ. 2 ορίζεται, ότι: «…όσοι πάσχουν από ανίατη σωµατική ή πνευµατική νόσο έχουν δικαίωµα ειδικής φροντίδας από το Κράτος». Το Κράτος, λοιπόν, υποχρεούται τρόπον τινά, τόσο στην αποχή από την αυθαίρετη κατάργηση προστατευτικών διατάξεων, όσο και στη λήψη ευνοϊκών διατάξεων σε κοµβικούς τοµείς, όπως το εργατικό, το υπαλληλικό και το ασφαλιστικό δίκαιο για τα άτοµα µε αναπηρία, ώστε να εξισορροπηθούν τα µειονεκτήµατα που προκύπτουν από την κατάσταση της αναπηρίας τους (Παπακωνσταντίνου, 2012). Οι ευνοϊκές αυτές διατάξεις δεν εξειδικεύονται από τον συνταγµατικό, αλλά από τον κοινοβουλευτικό νοµοθέτη, ο οποίος υπό το πρίσµα της κατευθυντήριας οδηγίας του Συντάγµατος για την ειδική φροντίδα των ατόµων µε αναπηρία καλείται να τις εξειδικεύσει και εν συνεχεία να τις εφαρµόσει (Χρυσόγονος, 1998 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012).
Στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγµατος προβλέπεται, ότι: «το Κράτος µεριµνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά µέτρα για την προστασία… της αναπηρίας…». Το Κράτος, λοιπόν, οφείλει να παρέχει ιατρικές υπηρεσίες στους πολίτες του, τόσο στο επίπεδο της θεραπείας, όσο και της πρόληψης (Χρυσόγονος, 1998 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012) και να λαµβάνει ειδικότερα µέτρα για την προστασία της αναπηρίας, τα οποία συγκεκριµενοποιούνται από τον κοινοβουλευτικό νοµοθέτη µε βάση τη ρύθµιση του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγµατος.
Τέλος, στο άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγµατος ορίζεται, ότι: «Τα άτοµα µε αναπηρίες έχουν δικαίωµα να απολαµβάνουν µέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονοµία, την επαγγελµατική ένταξη και τη συµµετοχή τους στην κοινωνική, οικονοµική και πολιτική ζωή της Χώρας». Τα άτοµα µε αναπηρία αντιµετωπίζονται στο εν λόγω άρθρο ως φορείς δικαιωµάτων και όχι ως φορείς προβληµάτων και γι’ αυτό η έµφαση δίδεται στη δηµιουργία των προϋποθέσεων για την εξασφάλιση του συνόλου των συνταγµατικώς κατοχυρωµένων δικαιωµάτων, τα οποία απολαµβάνουν οι λοιποί πολίτες (Κουκιάδης, 2005 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012). Για παράδειγµα, στο πνεύµα της συνταγµατικής αυτής επιταγής κινείται ο Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ Α’ 220) «Μέριµνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών», στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του οποίου ορίζεται, ότι: «Η τοποθέτηση των προστατευόµενων προσώπων…είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη…Οι τοποθετούµενοι εξοµοιώνονται πλήρως ανάλογα µε τα προσόντα τους, µε το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αµοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας…», καθώς επίσης και ο Ν. 3699/2008 (ΦΕΚ Α’ 199) ‘Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόµων µε αναπηρία ή µε ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες’ στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται µεταξύ άλλων, ότι: «Η πολιτεία δεσµεύεται…να διασφαλίζει σε όλους τους πολίτες µε αναπηρία και διαπιστευµένες εκπαιδευτικές ανάγκες, ίσες ευκαιρίες για πλήρη συµµετοχή και συνεισφορά στην κοινωνία, ανεξάρτητη διαβίωση, οικονοµική αυτάρκεια και αυτονοµία, µε πλήρη κατοχύρωση των δικαιωµάτων τους στη µόρφωση και στην κοινωνική και επαγγελµατική ένταξη. Η πολιτεία αλλά και όλες οι υπηρεσίες και λειτουργοί του Κράτους οφείλουν να αναγνωρίζουν την αναπηρία ως µέρος της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και ως σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό φαινόµενο και σε κάθε περίπτωση να αποτρέπουν τον υποβιβασµό των δικαιωµάτων των ατόµων µε αναπηρία στη συµµετοχή τους στην κοινωνική ζωή» (Παπακωνσταντίνου, 2012).
Στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγµατος ορίζεται, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωµα και προστατεύεται από το Κράτος, που µεριµνά για τη δηµιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόµενου αγροτικού και αστικού πληθυσµού. Όλοι οι εργαζόµενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωµα ίσης αµοιβής για παρεχόµενη εργασία ίσης αξίας». Με το εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 22 θεµελιώνεται η ισότητα στην αµοιβή εργασίας, η οποία αποτελεί ειδικότερη έκφανση της γενικής αρχής ισότητας του άρθρου 4 παρ. του Συντάγµατος. Η έννοια της αµοιβής περιλαµβάνει, τόσο το µισθό, όσο και τα επιδόµατα και για κάθε είδους παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στους υπαλλήλους του, όπως π.χ. η κάλυψη των εξόδων για τις διακοπές των τέκνων των εργαζοµένων σε κατασκηνώσεις ή η παροχή ταξιδιών στους ίδιους τους εργαζόµενους. Είναι δυνατή η διαφοροποίηση της αµοιβής, εφόσον συντρέχουν εύλογοι και αντικειµενικοί λόγοι, που επιτάσσουν τη διαφοροποίηση, όπως τα προσόντα, τα χρόνια προϋπηρεσίας, το αντικείµενο της εργασίας, το ωράριο απασχόλησης και η απόδοση του εργαζοµένου, καθώς η συνδροµή των παραπάνω συντελεστών µεµονωµένα ή σωρευτικά δύναται να οδηγήσει σε διαφορά στην αξία της εργασίας. Τονίζεται, ότι η ισότητα στην αµοιβή εργασίας αφορά σε εργαζόµενους
µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι δύνανται να εργάζονται είτε στο δηµόσιο είτε στον ιδιωτικό φορέα, καθώς οι εργαζόµενοι, που απασχολούνται µε σχέση δηµοσίου δικαίου, προστατεύονται από τη γενική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγµατος (Χρυσόγονος, 1998 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012).
Στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγµατος, ορίζεται, ότι «Τα δικαιώµατα του ανθρώπου ως ατόµου και ως µέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους…». Σύµφωνα µε το άρθρο 25 του Συντάγµατος προστατεύεται το σύνολο των ατοµικών και κοινωνικών δικαιωµάτων, τα οποία κατοχυρώνονται στο «Μέρος ∆εύτερο» του Συντάγµατος µε τα άρθρα 4-25 (Καρακώστας, 2006 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012). Το άρθρο 25 έρχεται στην ουσία να συµπληρώσει κάθε πιθανό κενό προστασίας, που ο συνταγµατικός νοµοθέτης δυνατόν να άφησε στις λοιπές ρυθµίσεις του αναφορικά µε την προστασία των δικαιωµάτων του ατόµου (Βενιζέλος, 2002 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012). Πρόκειται για ένα νέο γενικό πλαίσιο προστασίας πάνω από το ήδη υπάρχον πλαίσιο προστασίας, καθώς το σύνολο πλέον των δικαιωµάτων τίθεται υπό την εγγύηση του Κράτους και ανάγεται στην αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Το κοινωνικό κράτος δικαίου δύναται να εννοηθεί ως κράτος πρόνοιας µε κύριο σκοπό την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης, ευηµερίας, ασφάλειας και την παρέµβαση για την άρση των κοινωνικών ανισοτήτων (Ιγγλεζάκης, 2005 οπ. αναφ. στο Παπακωνσταντίνου, 2012).
  

Μετάβαση στο περιεχόμενο