Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία τού ΟΗΕ: Το άρθρο 24 «Εκπαίδευση» (Μέρος Β΄).
Στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού αναφερθήκαμε στη σπουδαιότητα του Άρθρου 24 «Εκπαίδευση» της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και προσπαθήσαμε μέσω του καθορισμού βασικών εννοιών που περιλαμβάνονται σ’ αυτό να παρουσιάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η Σύμβαση αντιμετωπίζει το ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην εκπαίδευση. Συνεχίζοντας λοιπόν θα αναφέρουμε στους τρόπους με τους οποίους δύνανται οι επιταγές του Άρθρου 24 να εφαρμοστούν σε εθνικό επίπεδο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Για να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την εφαρμογή του Άρθρου 24, τα Συμβαλλόμενα – Κράτη πρέπει να θεσπίσουν νομοθεσία που:
• Να εκτελεί τη συνταγματική επιταγή της δωρεάν και υποχρεωτικής βασικής εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά.
Στη χώρα μας σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του Άρθρου 16 του Συντάγματος «Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια….». Αυτό σημαίνει ότι η φοίτηση των ατόμων με αναπηρία στο δημοτικό και στο γυμνάσιο είναι υποχρεωτική, όπως άλλωστε για κάθε Έλληνα πολίτη. Αξίζει να επισημανθεί πως η εκπαίδευση ανήκει στην κατηγορία των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία παρουσιάζουν μια ιδιορρυθμία που καθιστά αμφίβολη μερικές φορές την ιδιότητά τους ως κατά κυριολεξία δικαιωμάτων. Δεν υπάρχει δυνατότητα εξαναγκασμού του κράτους και ειδικότερα της νομοθετικής εξουσίας για τη θέσπιση και προστασία αυτών των δικαιωμάτων. Οι διατάξεις του συντάγματος περί κοινωνικών δικαιωμάτων εμφανίζονται από αυτήν την άποψη ως «θεσμικές εγγυήσεις» ή ως «κατευθυντήριες αρχές». Αυτό σημαίνει ότι εξαρτάται από τον (κοινό) νομοθέτη να φροντίσει για την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα. Οι σχετικές διατάξεις του δεν είναι δηλαδή νομικώς αυτάρκεις: δεν ενεργοποιούνται παρά μόνο αφότου ο νομοθέτης αποφασίσει να τις υλοποιήσει και συγκεκριμενοποιήσει. Για αυτό το λόγο και το αναπηρικό κίνημα της χώρας επί σειρά ετών διεκδικούσε τη θεσμική κατοχύρωση της υποχρεωτικότητας της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία. Το έτος 2008 ψηφίστηκε ο Ν.3699 «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση Ατόμων με Αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (Αρ. ΦΕΚ 199/Τεύχος Α´/02.10.2008) μέσω του οποίου επιτέλους θεσπίζονταν η πολυπόθητη υποχρεωτικότητα της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία, δίχως όμως να προβλέπονται κυρώσεις στην περίπτωση μη εφαρμογής της, με συνέπεια, ακόμη και σήμερα, δύο χρόνια μετά το Νόμο, αρκετά παιδιά με αναπηρία να βρίσκονται εκτός εκπαιδευτικού συστήματος, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο Νόμος χρειάζεται αναμόρφωση.
• Να καταργεί κάθε υφιστάμενη νομοθεσία που διαχωρίζει τα παιδιά με αναπηρία σε «εκπαιδεύσιμα» και «μη εκπαιδεύσιμα».
Πέραν της έλλειψης πρόβλεψης κυρώσεων και εν γένει μέτρων για την πλήρη εφαρμογή της υποχρεωτικότητας της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία, η ριζική αναμόρφωση του Νόμου 3699/2008 επιβάλλεται επειδή διαχωρίζει την «Ειδική Αγωγή» από την «Εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρία», υπονοώντας με αυτόν τον τρόπο ότι τα άτομα με αναπηρία χωρίζονται σε «εκπαιδεύσιμα» και «μη εκπαιδεύσιμα».
• Να καταπολεμά τις διακρίσεις λόγω αναπηρίας στον τομέα της εκπαίδευσης.
Η μόνη νομοθεσία που διαθέτει η χώρα για την καταπολέμηση της διάκρισης λόγω αναπηρίας είναι στον τομέα της απασχόλησης, της επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης, του επαγγελματικού προσανατολισμού και αναπροσανατολισμού. Πρόκειται για τον Νόμο 3304/2005 «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» (Αρ. ΦΕΚ 16/27.01.2005). Για τον λόγο αυτό απαιτείται η θέσπιση νέας νομοθεσίας για την καταπολέμηση της διάκρισης λόγω αναπηρίας – ή λόγω του συνδυασμού της αναπηρίας με κάποια άλλη αιτία διάκρισης (φύλο, ηλικία, εθνοτική καταγωγή, φυλή, γενετήσιο προσανατολισμό κ.λπ.) – στον τομέα της εκπαίδευσης. Σε μια τέτοια νομοθεσία, η αδυναμία ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος γενικής εκπαίδευσης να δεχτεί έναν μαθητή/σπουδαστή/φοιτητή με αναπηρία θα πρέπει να θεωρείται ποινικό αδίκημα. Επιπρόσθετα, πρέπει να προβλέπονται κυρώσεις σε αυτούς που ασκούν διακριτική μεταχείριση σε βάρος των ατόμων με αναπηρία.
• Να ενισχύει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι νέοι και νέες με αναπηρία θα μπορέσουν στο μέλλον να καταλάβουν θέσεις εκπαιδευτικών.
Όπως είναι γνωστό η εφαρμογή του Νόμου 3304/2005 παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα και ως εκ τούτου οι ομάδες που προστατεύονται από αυτόν, μεταξύ των οποίων είναι και τα άτομα με αναπηρία, δεν έχουν ωφεληθεί όσο θα έπρεπε από τη θέσπισή του.
• Να δίνεται η δυνατότητα στα παιδιά με αναπηρία, μέσω της παροχής της κατάλληλης υποστήριξης, να φοιτούν στο σχολείο της περιοχής τους μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά.
Η ριζική αναμόρφωση του Νόμου 3699/2008 επιβάλλεται και λόγω του ότι δεν παρέχει επί της ουσίας τη δυνατότητα στα άτομα με αναπηρία να ενταχθούν στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, δεδομένου ότι στο Νόμο ο θεσμός της παράλληλης στήριξης δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με σχετικό πόρισμα που είχε αποστείλει ο Συνήγορος του Παιδιού/Συνήγορος του Πολίτη στο Υπουργείο σας τον Ιούνιο του 2009, διαπιστώνονται «συστηματικές παραβιάσεις της νομοθεσίας εκ μέρους του ΥΠΕΠΘ….με συνέπεια την παραβίαση του δικαιώματος ένταξης και φοίτησης των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στα γενικά σχολεία» (βλ. Συνήγορος του Πολίτη – Κύκλος Δικαιωμάτων του Παιδιού – Πόρισμα Ν. 3094/03 «Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις» – «Εφαρμογή του θεσμού της παράλληλης στήριξης μαθητών με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» , Ιούνιος 2009). Στο ίδιο πόρισμα προτείνεται, μεταξύ άλλων, «να υπάρξει μέριμνα ώστε η παράλληλη στήριξη – πέραν της παροχής της καθαυτής και του σαφούς διαχωρισμού της από την φοίτηση σε τμήμα ένταξης – να διασφαλίζεται από την αρχή του σχολικού έτους».
• Να επιβάλει τη λήψη μέτρων για την προσβασιμότητα των σχολικών μονάδων, του εξοπλισμού και του εκπαιδευτικού υλικού, καθώς επίσης των Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών.
Η χώρα δεν διαθέτει εθνική νομοθεσία για την προσβασιμότητα στις Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνιών, στο εκπαιδευτικό υλικό και στον εξοπλισμό, ενώ η υφιστάμενη εθνική νομοθεσία για την προσβασιμότητα των κτιριακών εγκαταστάσεων (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός) αφορά μόνο στις καινούργιες οικοδομές. Επιπρόσθετα, στο άρθρο του 5 Α του Συντάγματος της χώρας αναφέρεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει…… Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας……». Ωστόσο για την εφαρμογή της προαναφερθείσας συνταγματικής επιταγής στα άτομα με αναπηρία απαιτείται η θέσπιση εκτελεστικού νόμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν συσταθεί ούτε και οι δύο Συμβουλευτικές Γνωμοδοτικές Επιτροπές της παρ. 7, του άρθρου 2 του Νόμου 3699/2008 – η μία για την παρακολούθηση της φυσικής προσβασιμότητας στις εκπαιδευτικές και διοικητικές δομές του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και η άλλη για την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας του εκπαιδευτικού υλικού και των διαδικτυακών τόπων – στις οποίες μεταξύ άλλων προβλέπεται και η συμμετοχή εκπροσώπων της Ε.Σ.Α.μεΑ. Η σύσταση αυτών των Επιτροπών εκκρεμεί επειδή δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα η σχετική Υπουργική Απόφαση. Με στόχο την ένταξη των ατόμων με αναπηρία σε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα ανοιχτό σε όλους, θα πρέπει η προσβασιμότητα να αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης των Πανεπιστημίων της χώρας.
• Να θεσπιστεί νομοθεσία για την παροχή εύλογων προσαρμογών στην εκπαίδευση.
Αυτή θα πρέπει να εντάσσεται στην νομοθεσία καταπολέμησης της διάκρισης στον τομέα της εκπαίδευσης λόγω αναπηρίας. Ο ορισμός των εύλογων προσαρμογών που θα περιλαμβάνεται σε αυτή τη νομοθεσία θα πρέπει να είναι ευρύς ώστε, πέραν όλων των άλλων, να περιλαμβάνει την παροχή υποστήριξης τόσο μέσω τεχνικών βοηθημάτων, όσο και μέσω υπηρεσιών στις οποίες θα απασχολούνται άτομα διαφόρων ειδικοτήτων. Επίσης θα πρέπει να εξασφαλίζει την παροχή προσβάσιμων μέσω μεταφοράς. Όλοι θυμόμαστε τα προβλήματα στις μετακινήσεις που αντιμετώπισαν οι μαθητές με αναπηρία τα τελευταία χρόνια προς και από το σχολείο τους, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια η σχολική χρονιά για αυτά τα παιδιά να ξεκινά πολύ αργότερα από ότι για όλους τους υπόλοιπους μαθητές.
• Να καθιερώνει το δικαίωμα στον έγκαιρο εντοπισμό και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αναγκών των ατόμων με αναπηρία προκειμένου να διασφαλίζεται η δυνατότητα παροχής της κατάλληλης εκπαιδευτικής υποστήριξης από πολύ μικρή ηλικία.
Μέσω μιας πρώιμης παρέμβασης θα μπορούν να ανιχνεύονται σε πρώιμο στάδιο οι όποιες ιδιαιτερότητες και μαθησιακές δυσκολίες των βρεφών/παιδιών με αναπηρία και θα διευκολύνεται η ένταξή τους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και σε κάποιες περιπτώσεις και η ένταξή τους στην ίδια τη ζωή, όπως για π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση των κωφών βρεφών.
Επιπρόσθετα, τα Συμβαλλόμενα Κράτη προκειμένου να πετύχουν τη μετάβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα ένταξης:
• Να εκπονήσουν σχέδια δράσης με συγκεκριμένα μέτρα, πολιτικές, στόχους και χρονοδιάγραμμα εφαρμογής προκειμένου να πετύχουν την μετάβαση από την ειδική εκπαίδευση στο εκπαιδευτικό σύστημα ένταξης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη αυτών των πολιτικών είναι η στενή συνεργασία όλων των τύπων σχολείων, αλλά και η συνέργια των πολιτικών/μέτρων με άλλα Υπουργεία, όπως για π.χ. με το Υπουργείο Υγείας, Μεταφορών, Εργασίας κ.λπ.
• Να διαθέσουν οικονομικούς πόρους μέσω του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας για: την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και του εκπαιδευτικού υλικού στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία, την πλήρη εφαρμογή του θεσμού της παράλληλης στήριξης, την κατασκευή προσβάσιμων κτιριακών εγκαταστάσεων, εργαστηρίων, βιβλιοθηκών, Πανεπιστημίων κ.λπ. και τη βελτίωση των ήδη υφιστάμενων κ.λπ.
• Να διαβουλεύονται για όλα τα ζητήματα με τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία.
• Να αναπτύξουν μηχανισμούς λογοδοσίας και παρακολούθησης
της εγγραφής των παιδιών με αναπηρία
στα σχολεία και να υποβάλλονται σχετικές εκθέσεις
αναφορικά με τα ποσοστά συμμετοχής τους,
καθώς και με τις επιδόσεις τους.
• Να παρέχουν τη δυνατότητα στα ίδια τα άτομα με αναπηρία και τους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες τους να επιλέγουν τον τύπο του σχολείου που επιθυμούν, αλλά και το χρονικό διάστημα της εκπαίδευσης τους.
• Να διασφαλίζουν τη συμμετοχή των γονέων και νομίμων κηδεμόνων των ατόμων με αναπηρία στη διαμόρφωση των ατομικών εκπαιδευτικών σχεδίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων εν γένει.
• Να προωθούν την εξειδίκευση των εκπαιδευτικών ανά κατηγορία αναπηρίας.
• Να παρέχουν ευρείες ευκαιρίες κατάρτισης στους εκπαιδευτικούς πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια άσκησης των εκπαιδευτικών τους καθηκόντων προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας ποικιλόμορφης τάξης.
• Να υλοποιούν προγράμματα για την ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία να συμμετέχουν νηπιαγωγοί/δάσκαλοι/καθηγητές και οι αντιπροσωπευτικοί τους φορείς, μαθητές/σπουδαστές/φοιτητές με αναπηρία και τα σωματεία τους, γονείς/νόμιμοι κηδεμόνες παιδιών/ατόμων με αναπηρία και οι σύλλογοί τους, οργανώσεις ατόμων με αναπηρία κ.λπ.
• Να συμπεριλάβουν στο σχολικό πρόγραμμα μαθήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
• Να προωθούν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των μαθητών με αναπηρία. Ως εκ τούτου, πρέπει όλα τα σχολεία να προωθήσουν τη δημιουργία μαθητικών οργανώσεων και σχολικών συμβουλίου που δίνουν βήμα στους μαθητές με αναπηρία, μέσω των οποίων θα μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για την εκπαίδευσή τους.
Η διαδικασία μετάβασης στο εκπαιδευτικό σύστημα ένταξης που το Άρθρο 24 της Σύμβασης υπαγορεύει δεν είναι εύκολη υπόθεση και για αυτό απαιτείται η ευρεία συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών.
Με το Άρθρο 24 για πρώτη φορά δίνεται το δικαίωμα στα άτομα με αναπηρία να αποκτούν ακαδημαϊκά προσόντα και να αναπτύσσουν απαραίτητες δεξιότητες για τη ζωή τους, όπως για π.χ. είναι η εκμάθηση γραφής Βraille για τα τυφλά παιδιά και τα παιδιά με προβλήματα όρασης, η εφαρμογή υποστηρικτικών και εναλλακτικών μεθόδων, μέσων και μορφών επικοινωνίας, η υλοποίηση προγραμμάτων κινητικότητας και προσανατολισμού, η εκμάθηση νοηματικής γλώσσα για τα κωφά και βαρήκοα παιδιά κ.λπ., εντός ενός νέου τύπου σχολείου, του «σχολείου για όλους» που σέβεται την ποικιλομορφία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Θ.Α.