“Έρευνα για τις απόψεις των εργοδοτών σχετικά µε την µετάβαση των ατόµων µε αναπηρία στην αγορά εργασίας” – ∆ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαγτζή ∆ήµητρας, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τµήµα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής Πρόγραµµα Μεταπτυχιακών Σπουδών «∆ια βίου µάθηση και Ειδική Αγωγή» – Μέρος 2ο

Νοέ 13, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 – Θεωρητική Θεµελίωση

1.1 Βασικές αντιλήψεις για την εργασιακή απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία

Η αναπηρία ανάλογα µε το εκάστοτε ιστορικό, κοινωνικό ή πολιτισµικό πλαίσιο αποκτά και µια διαφορετική σηµασία. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συµπέρασµα ότι η αναπηρία συνιστά ακόµα µια «κοινωνική κατασκευή», όπως είναι το φύλο, η εθνότητα κ.λπ. Η θεώρηση της αναπηρίας ως προϊόν της κοινωνίας δεν σηµαίνει όµως ότι δεν υφίσταται και ως µια πραγµατική κατάσταση, σηµαίνει όµως ότι η στάση της κοινωνίας απέναντι στην αναπηρία και στα άτοµα µε αναπηρία δεν είναι πάντοτε η ίδια. Τα άτοµα µε αναπηρία άλλοτε αντιµετωπίζονται µε οίκτο και φιλευσπλαχνία και άλλοτε ως ασθενείς ή και ως πολίτες µε ίσα δικαιώµατα (Λογαράς, 2013).
Σύµφωνα µε τις κρατούσες σήµερα αντιλήψεις, η εργασιακή απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία στηρίζεται στις ακόλουθες απόψεις:
α) Τα άτοµα µε αναπηρία έχουν τα ίδια δικαιώµατα µε τον λοιπό πληθυσµό για πρόσβαση σε εργασιακή απασχόληση, η οποία θα είναι κατάλληλη για τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους.
β) Όπως είναι γνωστό, µεταξύ της κοινωνίας και της εργασίας υφίσταται σχέση αλληλεξάρτησης, διότι αφενός µεν η κοινωνία βασίζεται στην ανθρώπινη εργασία και αφετέρου ο άνθρωπος δεν µπορεί να υπάρξει χωρίς την εργασία. Όµως τα άτοµα µε αναπηρία δεν έχουν ίσες ευκαιρίες στην επαγγελµατική ένταξη, αφού το «έλλειµµα» τους δεν «συνάδει» µε τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, µε αποτέλεσµα να περιθωριοποιούνται, υφιστάµενα τις ποικίλες επιπτώσεις της περιθωριοποίησης, η οποία πολλαπλασιάζει τα προβλήµατα της αναπηρίας (∆ελλασούδας, 2004).
Μέσω της εργασίας πραγµατοποιούνται οι ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις του ανθρώπου, δεδοµένου ότι του επιτρέπουν την ενσωµάτωσή του στην κοινωνία, στο µέτρο που τα αγαθά που παράγει δεν χρησιµοποιούνται αποκλειστικά και µόνο από τον ίδιο αλλά και από την κοινωνία. Εποµένως, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ανθρώπινη κοινωνία χωρίς εργασία (∆ελλασούδας, 2004).
Η εργασία αποκτά µεγάλη σηµασία ιδιαίτερα για τα άτοµα µε αναπηρία. Ο αποκλεισµός τους από την παραγωγική διαδικασία τα οδηγεί σε περιθωριοποίηση και εξάρτηση οικονοµική από συγγενικά και άλλα άτοµα και από κοινωνικές και φιλανθρωπικές παροχές. Η οικονοµική εξάρτηση επιφέρει στη συνέχεια και την πολιτική, ιδεολογική, πολιτιστική και συναισθηµατική εξάρτησή τους (Παπαϊωάννου, 1990).
Πολλές προκαταλήψεις, που συνδέονται µε την εργασιακή αποκατάσταση των ατόµων µε αναπηρία, αποτελούν απόηχο µιας πεπαλαιωµένης αντίληψης ότι το σωµατικό σθένος καθορίζει τη παραγωγική αποτελεσµατικότητα και ότι η εργασία επιτελείται σε συγκεκριµένους χώρους (εργοστάσια, γραφεία, επιχειρήσεις κλπ) (Παπάνης, Γιαβρίµης, Βίκη, 2007).
Όσο η κοινωνία απαλλάσσεται από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος κι όσο οι ανάγκες επιβάλλουν νέες διαδικασίες και πρακτικές, τόσο οι προοπτικές για τα άτοµα µε αναπηρία γίνονται ευνοϊκότερες, καθώς τα αποδεσµεύουν από τους βιολογικούς περιορισµούς, που τα κρατούσαν σε συνθήκες κοινωνικοπολιτισµικής αποστέρησης καθηλωµένα στο σπίτι ή σε κάποιο προνοιακό ίδρυµα (Παπάνης, Γιαβρίµης, Βίκη, 2007).
Η απασχόληση καταλαµβάνει κεντρική θέση στη ζωή του σύγχρονου πολίτη. Η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι ο πολίτης έχει υποχρέωση να εργάζεται, ενώ, παράλληλα
µέσω της απασχόλησης επιτυγχάνει την προσωπική ανέλιξή του. Οι άεργοι και οι άνεργοι συνήθως θεωρούνται λιγότερο αξιόλογα µέλη της κοινωνίας, ενώ οι άνεργοι αντιµετωπίζουν συχνά ψυχολογικά προβλήµατα πέραν των οικονοµικών και των κοινωνικών. Ο εξέχων ρόλος που αποδίδεται στην απασχόληση, ως δείκτη κοινωνικής θέσης και αξίας, εκφράζεται από την πολύ συνηθισµένη ερώτηση «τι δουλειά κάνεις;»,  µε την οποία αυτός που ερωτά δείχνει ότι θεωρεί το επάγγελµα του συνοµιλητή του ως δείκτη της αξίας του στην κοινωνία (Ζώνιου, 2000).
Συγχρόνως, από τους ίδιους τους εργαζοµένους θεωρείται ότι η εργασία τους παρέχει ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης καθώς και ανταµοιβή, ασφάλεια και συναισθηµατική ευχαρίστηση. Εξαιτίας, λοιπόν, της µεγάλης σηµασίας που αποδίδει στην απασχόληση τόσο το κοινωνικό περιβάλλον, όσο και το ίδιο το εργαζόµενο άτοµο, αποτελεί ζωτική ανάγκη η παροχή ίσων δικαιωµάτων και ευκαιριών για ικανοποιητική απασχόληση στα άτοµα µε αναπηρία.
Τα άτοµα µε αναπηρία πολύ συχνά βρίσκονται έξω από την αγορά εργασίας. Συνήθως ο αποκλεισµός αυτός οφείλεται περισσότερο στις προκαταλήψεις των εργοδοτών και πολλών εργαζοµένων, παρά σε περιορισµούς που σχετίζονται µε τις µειονεξίες της κάθε οµάδας. Έτσι, πολλά άτοµα των κατηγοριών αυτών αντιµετωπίζουν την προοπτική της µακροχρόνιας ανεργίας ή της µερικής απασχόλησης, ή, ακόµα, της απασχόλησης σε εργασία χωρίς ενδιαφέρον, που δεν προσφέρει ούτε εσωτερική ικανοποίηση, ούτε καλή αµοιβή ούτε προοπτικές εξέλιξης (Ζώνιου, 2000).
Τα προβλήµατα της ανεργίας ή της µη ικανοποιητικής απασχόλησης, καθώς και οι συνεπακόλουθες οικονοµικές δυσκολίες, επιτείνονται και από τον κοινωνικό αποκλεισµό που αντιµετωπίζουν οι οµάδες αυτές. Συνεπώς, ο αποκλεισµός τους από την κατάλληλη και ικανοποιητική απασχόληση αποτελεί µια µόνο πτυχή του ευρύτερου αποκλεισµού τους από πολλές καθηµερινές κοινωνικές δραστηριότητες της σύγχρονης ζωής.
Για να αντιµετωπιστούν τα προβλήµατα αυτά, χρειάζονται επιπλέον βοήθεια και κατάλληλες διευθετήσεις σε ότι αφορά την εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία. Η παροχή βοήθειας µε την µορφή δραστηριοτήτων επαγγελµατικού προσανατολισµού είναι ζωτικής σηµασίας για τα άτοµα αυτά. Οι ανεπάρκειες και οι ιδιαιτερότητες τους συνεπάγονται, µεταξύ άλλων µέτρων, τον σχεδιασµό ειδικών προγραµµάτων (Ζώνιου, 2000):
– Επαγγελµατικής αξιολόγησης των ατόµων και αξιολόγησης του περιβάλλοντος κατάρτισης και εργασίας
– Εκπαιδευτικής και επαγγελµατικής πληροφόρησης
– Συµβουλευτικής στήριξης για τη λήψη εκπαιδευτικών και επαγγελµατικών αποφάσεων
– Εκπαίδευσης και κατάρτισης
– Απόκτησης δεξιοτήτων µετάβασης στην αγορά εργασίας
– Ενηµέρωσης και ευαισθητοποίησης των εργοδοτών
– Κατάρτισης των εκπαιδευτικών και των συµβούλων επαγγελµατικού προσανατολισµού σε θέµατα εκπαίδευσης και απασχόλησης των ατόµων µε αναπηρία
Φυσικά, όλες αυτές οι δραστηριότητες, προκειµένου να αποδειχθούν αποτελεσµατικές, είναι απαραίτητο, να συνοδεύονται από νοµικούς και ηθικούς προβληµατισµούς και από στρατηγικές άρσης των κοινωνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων (Ζώνιου, 2000).

Μετάβαση στο περιεχόμενο