ΚΥΡΙΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ ΣΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ – ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ των Αποστολοπούλου Νίκης και Μπερεβέσκου Αργυρώς, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΟΠΤΙΚΗΣ & ΟΠΤΟΜΕΤΡΙΑΣ – Μέρος 6ο

Ιούν 4, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΥΦΛΩΣΗ

2.1 Τι είναι τύφλωση
2.1.1 Ο όρος τύφλωση. Γενικά εισαγωγικά στοιχεία
Ανεκτίμητη αλλά ταυτόχρονα και δεδομένη θεωρείται μία από τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις η όραση. Η όραση δίνει στον άνθρωπο και στα ζώα τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται τη μορφή των αντικειμένων, την εναλλαγή των κινήσεων και αποστάσεων, καθώς και τη διαφοροποίηση των χρωμάτων του εξωτερικού κόσμου. Είναι λογικό και επόμενο να θεωρείται η ευγενέστερη από όλες τις αισθήσεις, η βασίλισσα όλων των αισθήσεων. Έχει υπολογιστεί ότι το 80% των πληροφοριών που δεχόμαστε καθημερινά λαμβάνονται από το οπτικό σύστημα το οποίο αρκετές φορές μετατρέπεται σε έναν ευπρόσβλητο μηχανισμό με άγνωστεςαπρόοπτες συνέπειες τόσο σωματικές (μειωμένη όραση, τύφλωση) όσο και ψυχικές.
Με τον όρο τύφλωση εννοούμε την ολοκληρωτική απώλεια της αίσθησης του φωτός από τον άνθρωπο. Στη δυσμενή κατάσταση της τύφλωσης έχουν περιέλθει περίπου 38 εκατομμύρια τυφλοί στον κόσμο από τους οποίους το 75% διαμένει στην Αφρική και την Ασία. Στην Ελλάδα, υπολογίζονται γύρω στους 21.000 τυφλούς . (περίπου 1% του συνολικού πληθυσμού).
Σε αντίθεση με άλλα κράτη στην Ελλάδα κάθε άνθρωπος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα όρασης βιώνει ποικίλες εναλλασσόμενες καταστάσεις όπως περιθωριοποίηση, μοναξιά, απομόνωση ενώ πρέπει να αναπροσαρμόσει τη ζωή του/της στα καινούρια δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι που έχουν μερική ή ολική τύφλωση οφείλουν να οργανώσουν τη ζωή τους βάσει ενός ρεαλιστικού σχεδίου που θα στηρίζεται στις ιδιαίτερες δυνατότητες και τις ανάγκες τους. Ο ρόλος της κοινωνίας σε αυτήν την προσπάθεια είναι σημαντικός παρόλο που μέχρι τώρα έχει αποδειχθεί μάλλον παθητικός. Ενεργητικός κοινωνικός ρόλος σημαίνει γνώση, συμμετοχή και αποδοχή της διαφορετικότητας και όχι αποκλεισμό της. Ειδικά η κοινωνικοποίηση των εφήβων με τύφλωση παρακωλύεται παρουσιάζοντας δυσκολίες προσαρμογής στον εκάστοτε εργασιακό τους χώρο. Ωστόσο, η πολιτεία μπορεί να λάβει πρόσθετα -πιο αποτελεσματικά- μέτρα για την ομαλή ένταξη των έφηβων- ατόμων με τύφλωση στην κοινωνία.

2.1.2 Ιστορική αναδρομή
Η τύφλωση είναι μια ασθένεια, η οποία απαντάται από τα προϊστορικά χρόνια. Στις προϊστορικές κοινωνίες, όπου η επιβίωση εξαρτιόταν από τη σωματική κατάσταση κάθε ατόμου, τα παιδιά που γεννιόντουσαν με ελαττώματα τα άφηναν και πέθαιναν. Οι φυσικές και νοητικές αναπηρίες αποδόθηκαν σε δαιμονοπληξία ή θεϊκή τιμωρία, απόψεις που συνεχίζονται σε ορισμένες περιοχές ακόμα και στις μέρες μας. Στην ελληνική αρχαιότητα η στάση απέναντι στα άτομα με τύφλωση υπήρξε αντιφατική. Στην Οδύσσεια ο τυφλός ποιητής, Όμηρος, δεχόταν συχνά προσκλήσεις για το παλάτι, κάθε φορά που ο βασιλιάς υποδεχόταν υψηλούς προσκεκλημένους. Για την εκπαίδευση του τυφλού ποιητή δεν έχουμε ακριβή στοιχεία. Από την άλλη πλευρά, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης είχε ασχοληθεί με τους ανθρώπους με μειωμένη όραση προτείνοντας ένα κοινό σχολείο για όλα τα παιδιά (Ποντίκης, 2000).
Αργότερα, με τη δημιουργία των πόλεων-κρατών, στη δημοκρατική Αθήνα θεσπίζονται νόμοι για την οικονομική υποστήριξη τόσο των τυφλών, όσο και για οποιαδήποτε άλλη αναπηρία. Αντίθετα, στην ολιγαρχική Σπάρτη τα άτομα που παρουσίαζαν κάποιο σωματικό πρόβλημα, οδηγούνταν στον Καιάδα (Αντωνόπουλος, 2003). Είναι γνωστό ότι σε όλο τον κόσμο, πριν από αυτές τις προσπάθειες, υπήρχαν άνθρωποι με μειωμένη όραση, οι οποίοι έλαβαν εκπαίδευση, και μάλιστα διακρίθηκαν για το έργο τους. Η πρώτη επιστημονική προσέγγιση των ψυχοσωματικών αναπηριών γίνεται από τον Ιπποκράτη το 400π.χ. και οι απόψεις του γίνονται αποδεκτές απ’ την αρχαία Ελλάδα και Ρώμη.  
Η οπτική επιστήμη παρουσίασε ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εποχή του Μεσαίωνα τόσο στη Δύση (Ευρώπη), όσο και στην Ανατολή. Οι μελέτες του Αριστοτέλη, του Ευκλείδη και τέλος του Πτολεμαίου άσκησαν καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση μιας αξιόλογης ισλαμικής παράδοσης οπτικών σπουδών. Παρόλο που οι αρχαίες ελληνικές θεωρίες για τη φύση του φωτός και τους μηχανισμούς επαφής του παρατηρούμενου αντικειμένου και του οφθαλμού του παρατηρητή αντέκρουαν η μία την άλλη, η ισλαμική παράδοση τις συγχώνευσε και εξήγαγε χρήσιμα συμπεράσματα. Αργότερα, ο Ρογήρος Βάκωνας ασχολημένος με την οπτική επιστήμη και τα προβλήματα της αναγνώρισε τόσο τη θεωρία του Αριστοτέλη όσο και εκείνη του Αλχαζέν που σχετιζόταν με την πρόσληψη ακτινών από τον οφθαλμό. Άξιος κληρονόμος αυτής της παράδοσης υπήρξε ο Johannes Kepler που διατύπωσε τη θεωρία του σχηματισμού του ειδώλου στον αμφιβληστροειδή (Lindberg,1999).
Στην Ανατολή, η Βυζαντινή αυτοκρατορία υιοθέτησε τις αρχές του χριστιανισμού. Η φροντίδα για τους αναπήρους πολίτες δεν γινόταν μόνο μέσω της εκκλησίας αλλά αποτελούσε και υποχρέωση του κράτους. Στην Βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρχε διαρκής μέριμνα για τους αδύνατους και τους ανάπηρους. Άρχισαν να δημιουργούνται διάφορα ιδρύματα που ανήκαν στο δημόσιο, στην εκκλησία αλλά και σε ιδιώτες, στα οποία έβρισκαν στέγη, τροφή και περίθαλψη αυτοί που είχαν ανάγκη, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Βασιλειάδα», ένα συγκρότημα ιδρυμάτων, σχολών, εργαστηρίων και ξενώνων που ίδρυσε ο Μ. Βασίλειος. Εκεί πολλοί από τους τροφίμους έβρισκαν ανάπαυση και παρηγοριά αλλά και την ευκαιρία να μάθουν κάποια τέχνη ώστε να μπορέσουν να ζήσουν ανεξάρτητοι στην κοινωνία. Επίσης η Άννα η Κομνηνή αναφέρει ότι ο πατέρας της, ο Αλέξιος Α’ το 1081-1118 έχτισε ολόκληρη πολιτεία για τη στέγαση, τη σίτιση και τη φροντίδα αναπήρων, τυφλών και ακρωτηριασμένων. Η πόλη αυτή ονομάστηκε «Ορφανοτροφείο» εξαιτίας του φιλανθρωπικού έργου του αυτοκράτορα για τα ορφανά και τους αναπήρους πολέμου. (Ρουμελιώτης & Παναγιωτίδου, 2004).
Τα πιο γνωστά Βυζαντινά νοσοκομεία θεωρούνται του Σαμψών και του Παντοκράτορα, και τα δύο βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη. Το Βυζαντινό πρότυπο των νοσοκομείων επηρέασε τόσο τη Δύση όσο και το Ισλάμ όπου συναντάμε τον 9ο αιώνα ανάλογα ιδρύματα υπό την επιρροή της οικογένειας Μπαρνάκ. Απώτερος στόχος των νοσοκομείων ήταν η καθαριότητα και η δίαιτα των ασθενών, κάτι που αποδεικνύει το υψηλό επίπεδο ιατρικής φροντίδα στο Μεσαίωνα (Αντωνόπουλος, 2003). Αναντίρρητα, στα μέσα του 17 αιώνα και κυρίως του 18 αιώνα απαντώνται οι πρώτες προσπάθειες για επαγγελματική μόρφωση, πρακτική εξάσκηση και επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με τύφλωση.
Πιο συγκεκριμένα, το 1784 ιδρύθηκε στο Παρίσι από τον Valentin Hauy η πρώτη επίσημη Σχολή Τυφλών Παιδιών, στην οποία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η αίσθηση της αφής προς αναπλήρωση της όρασης στη διαδικασία της μάθησης και ειδικότερα στην απόκτηση νέων παραστάσεων και εμπειριών. Ο Ηauy ανέπτυξε ένα σύστημα με διογκωμένα γράμματα για να μπορούν να διαβάζουν οι τυφλοί μέσω τις αφής. Σε τέτοιο σύστημα εκδόθηκαν και τα πρώτα βιβλία για τους τυφλούς. Οι Francois Lesuer και Carl Barbier ξεκινώντας από την ίδια επιστημονική αφετηρία επινόησαν νέα συστήματα γραφής και ανάγνωσης.
Οι διδακτικές αυτές εφαρμογές και το όλο σύστημα γραφής και ανάγνωσης των τυφλών πέρασαν από διάφορα πειραματικά στάδια και κατέληξαν στο απλουστευμένο σύστημα γραφής και ανάγνωσης, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για την εκπαίδευση των τυφλών. Πρόκειται για το σύστημα Braille, ένα σύστημα επικοινωνίας που επινόησε ο Γάλλος καθηγητής της σχολής τυφλών του Παρισιού Louis Braille 1809-1852, τυφλός και ο ίδιος και ο μαθητής του Hauy. Ο Braille χρησιμοποίησε υπερυψωμένες κουκίδες, που συμβολίζουν τα γράμματα του αλφάβητου. Η μέθοδος αυτή θεωρήθηκε δύσκολη στην αρχή, αργότερα όμως καθιερώθηκε ως το επίσημο σύστημα γραφής και ανάγνωσης των τυφλών. Το 1892 κατασκευάστηκε η πρώτη γραφομηχανή για το σύστημα Braille και το 1893 το πρώτο 56 τυπογραφείο. Το 1932 η μέθοδος σταθμίστηκε στα Αγγλικά και είχε διεθνή αποδοχή ως κώδικας επικοινωνίας των τυφλών ατόμων (Αντωνόπουλος, 2003).
Το 19ο αιώνα άρχισαν να δημιουργούνται εκπαιδευτικά προγράμματα για τους ανθρώπους με μειωμένη όραση σε όλο τον κόσμο ενώ την ίδια ε To 1873 πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη το Α΄ Διεθνές Συνέδριο για τους ανθρώπους, με τυφλότητα. Το πρώτο σχολείο για παιδιά με τυφλότητα ιδρύθηκε στην Ευρώπη, στο Παρίσι, το 1784, από το Valentiy Hauy (1745-1822). Ακολούθησαν κάποια άλλα σχολεία στο Λίβερπουλ (1791), στη Βιέννη (1804), στο Βερολίνο (1806), στη Βοστόνη (1887), από έναν Έλληνα, το Μιχάλη Ανάγκο (Michaul Anagnos). Στις Η.Π.Α. το πρώτο σχολείο για τυφλούς ιδρύθηκε το 1892 στη Μασαχουσέτη και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα με το όνομα Perkins School for the Blind. (Ρουμελιώτης & Παναγιωτίδου, 2004).
Στα μέσα του 19ου αιώνα σε μερικές χώρες, όπως η Σαξονία (1874) και η Πρωσία, (1911) καθιερώθηκε η υποχρεωτική φοίτηση για τους μαθητές με μειωμένη όραση. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με αντίστοιχες πτυχιακές εξετάσεις από το έτος 1911 (Κυπριωτάκης,1989). Η πρώτη τάξη για μαθητές με μερική όραση ιδρύθηκε στο Λονδίνο 1908. Στην Ελλάδα η συστηματική εκπαίδευση των τυφλών ξεκίνησε με την ίδρυση της «Φιλανθρωπικής Εταιρείας Οίκος Τυφλών στην Καλλιθέα 1906» και με τη λειτουργία του «Φάρου Τυφλών Καλλιθέας» (1946), όπου στεγάζεται η σχολή τηλεφωνητών, τυπογραφείου και άλλες υπηρεσίες επαγγελματικής εξάσκησης. Το 1949 ιδρύθηκε στα Σεπόλια η «Αγροτική και Τεχνική Σχολή Τυφλών».
Από το 1950 και μετά λειτουργούν ένα εξαθέσιο ειδικό σχολείο στο ΚΕΑΤ Καλλιθέας, ένα τριθέσιο ειδικό σχολείο Βόρειας Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη και ένα διθέσιο ειδικό νηπιαγωγείο στο ΚΕΑΤ (Lindberg,1999).

Μετάβαση στο περιεχόμενο