Οδηγός ορολογίας τομέα αναπηρίας (Γλωσσάρι) Μέρος 1ο

Φεβ 6, 2020 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οδηγός ορολογίας τομέα αναπηρίας (Γλωσσάρι)

Ο βασικός στόχος του Οδηγού είναι να δώσει μία συνοπτική απεικόνιση των όρων, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες για άτομα με αναπηρία στην Ελλάδα. Παράλληλα, περιγράφει αδρά τη ροή των ατόμων, προκειμένου αρχικά να αξιολογηθεί ο βαθμός της αναπηρίας ή / και των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών και, εν συνεχεία, να πλαισιωθούν από ένα πρόγραμμα θεραπείας ή αποκατάστασης.

Η ταξινόμηση των όρων είναι αλφαβητική για πρακτικούς λόγους. O Οδηγός σκοπεύει στην εξοικείωση του αναγνώστη με τους όρους, που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα. Η δομή της παρουσίασης ξεκινά από γενικούς όρους και προχωρά στους πιο εξειδικευμένους, περιέχει δε τις εξής ενότητες:

Α. Γενική ορολογία.
Β. Παθήσεις και Διαταραχές.
Γ. Υπηρεσίες για ΑμεΑ (Παρουσιάζεται ένα παράδειγμα της ροής των ατόμων στις Υπηρεσίες για ΑμεΑ.)
α) Υπηρεσίες Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.).
β) Υπηρεσίες Εκπαίδευσης και Κατάρτισης.
γ) Υπηρεσίες Περίθαλψης Ανοικτού / Κλειστού Τύπου.
Δ. Είδη Νομικών Προσώπων.
Ε. Οργάνωση και Λειτουργία Φορέων.
ΣΤ. Επαγγέλματα και Ειδικότητες.

Α. Γενική ορολογία.

1. Άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ).
2. Άτομα με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
3. Δομή.
α) Εκπαιδευτικό Προσωπικό.
β) Ειδικό Βοηθητικό Προσωπικό (Ε.Β.Π.).
γ) Συνοδευτικές Υποστηρικτικές Υπηρεσίες (Σ.Υ.Υ).
δ) Θεραπευτές.

4. Φορέας.

Άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ)

Ο όρος “αναπηρία” είναι τόσο ευρύς όσο και ο όρος “ικανότητα”. Για το παρόν Έργο της χαρτογράφησης του τομέα της αναπηρίας, απαιτείται ένας πιο συγκεκριμένος ορισμός, όπως εκείνος που αναφέρεται στο Νόμο “Περί Ισότητας” της Μεγάλης Βρετανίας (2010):

“Οι άνθρωποι με αναπηρίες έχουν κάποια σωματική ή διανοητική δυσλειτουργία, που επιφέρει ένα, σημαντικής βαρύτητας και μακροχρόνια αρνητικό αποτέλεσμα, στη δυνατότητά τους να πραγματοποιούν απλές καθημερινές δραστηριότητες.”

“Σημαντικής βαρύτητας” σημαίνει κάτι περισσότερο από μικρό ή επουσιώδες, ενώ “μακροχρόνια” σημαίνει δώδεκα (12) μήνες ή περισσότερο. Μία ακόμη σημαντική πτυχή του ορισμού είναι, ότι ενδέχεται να αφορά μια κατάσταση, που επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Οι άνθρωποι με χρόνιες παθήσεις, μπορούν να συγκαταλέγονται στα άτομα με αναπηρία.

Από την άλλη, ο ορισμός, όπως διατυπώνεται στον Νόμο “Περί Ισότητας” της Μεγάλης Βρετανίας του 2010, συμπεριλαμβάνει και άτομα με διάγνωση HIV, καρκίνου ή σκλήρυνσης κατά πλάκας, υπό την έννοια της επιδείνωσης, που παρουσιάζουν με την πάροδο του χρόνου οι παθήσεις αυτές, στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων από τα άτομα, που φέρουν παρόμοιες διαγνώσεις. Για τους σκοπούς του παρόντος Έργου, οι παθήσεις αυτές έχουν συμπεριληφθεί μόνο εφόσον αφορούν άτομα με κάποια συνοδή (συνυπάρχουσα) σωματική, νοητική ή ψυχική αναπηρία, που καθορίζεται από σχετική διάγνωση. Για παράδειγμα, η περίπτωση ενός ατόμου με σκλήρυνση κατά πλάκας, έχοντας χάσει την ικανότητα να μετακινείται αυτόνομα, χρειάζεται να χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο και έχει χαρακτηριστεί ότι έχει έναν βαθμό “σωματικής αναπηρίας”.

Στην Ελλάδα, ο κοινώς αποδεκτός όρος για τα άτομα με αναπηρία είναι “ΑμεΑ” και περιλαμβάνει άτομα με:

σωματικές αναπηρίες,
αισθητηριακές αναπηρίες,
νοητική καθυστέρηση, αυτισμό, διάχυτες διαταραχές της ανάπτυξης,
ψυχικές διαταραχές.
Νεότερες και ευρέως διαδεδομένες παραλλαγές των παραπάνω όρων είναι:

“κινητική αναπηρία” αντί “σωματική αναπηρία”,
“νοητική υστέρηση” αντί “νοητική καθυστέρηση”,
“αισθησιοκινητικές αναπηρίες” αντί “αισθητηριακές και σωματικές αναπηρίες”,
“διαταραχές ψυχικής υγείας” αντί “ψυχικές διαταραχές”.
Οι παραπάνω όροι είναι, επίσης, ευρύτερα αποδεκτοί από το αναπηρικό κίνημα.

Οι κινητικές αναπηρίες αφορούν σωματικά ελλείμματα, που περιορίζουν την κίνηση ενός ατόμου λόγω φυσικής απώλειας ή φυσικού ελλείμματος στη σωματική διάπλαση. Οι αισθητηριακές αναπηρίες αφορούν τις αισθήσεις, κυρίως την αίσθηση της όρασης και της ακοής, και περιλαμβάνουν την τύφλωση και κώφωση. Οι νοητική υστέρηση αφορά τη γνωστική αντίληψη ενός ατόμου και καθορίζεται από τον δείκτη νοημοσύνης του. Ο αυτισμός και οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές έχουν ένα φάσμα κλινικής εικόνας (εκφάνσεων), που εστιάζει σε διαταραχές στην γνωστική αντίληψη, την επικοινωνία, τις δεξιότητες αυτο-εξυπηρέτησης κατά την ενήλικη ζωή. Η διαταραχές της ψυχικής υγείας, που σχετίζονται με αναπηρίες, αφορούν ένα μεγάλο εύρος σοβαρών διαταραχών, που χαρακτηρίζονται από δυσπροσαρμοστικότητα (δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή) και ελλείμματα στην ικανότητα επικοινωνίας και κοινωνικής συνδιαλλαγής, χαρακτηρίζονται δε από μακρά περίοδο θεραπείας ή αντιμετώπισης, συχνά ακόμη και δια βίου.

Παραπλήσιοι όροι για τα άτομα με αναπηρία, είναι “άτομα με ειδικές ανάγκες”, “άτομα με ειδικές ικανότητες”, “άτομα με ιδιαιτερότητες”. Οι όροι αυτοί, ωστόσο, δεν είναι αποδεκτοί από το αναπηρικό κίνημα, δηλαδή τα ίδια τα άτομα με αναπηρία.

Το 2009, κυκλοφόρησε σε ελληνική έκδοση ένας συνοπτικός Οδηγός με τίτλο “Κανόνες Συμπεριφοράς στην Καθημερινή Επικοινωνία με Άτομα με Αναπηρία” από το Γραφείο της Γενικής Γραμματέως Επικοινωνίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι όροι, που χρησιμοποιούνται στην έκδοση, συνάδουν με τους θεμιτούς όρους που καθορίζει η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.ΜΕ.Α).

Βιβλιογραφία:
Γ.Γ.Ε. – Γ.Γ.Ε. (2009). Κανόνες Συμπεριφοράς στην Καθημερινή Επικοινωνία με Άτομα με Αναπηρία. Αθήνα: Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας – Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, Ελληνική Δημοκρατία.

Άτομα με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες

Τείνουμε να αναφερόμαστε στους μαθητές με αναπηρία ως “άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες”. Ο όρος αυτός αποτελεί μετεξέλιξη του όρου “άτομα με ειδικές ανάγκες”, καθώς μεταβήκαμε από την “ιατρική θεώρηση” της αναπηρίας (ειδική ανάγκη, που προκύπτει από αδυναμία του ατόμου) στην “κοινωνική θεώρηση” της αναπηρίας (ειδική ανάγκη, που προκύπτει από αδυναμία τού συστήματος). Οι ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, έχουν γνώμονα την προσαρμογή τού εκπαιδευτικού συστήματος στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών και, κατ΄ επέκταση, την υποστήριξή τους με κατάλληλα μέσα και μεθόδους.

Δομή (πλαίσιο)

Ο φυσικός χώρος, όπου παρέχονται οι υπηρεσίες ενός “φορέα” (οργανισμού), ονομάζεται “δομή” ή αλλιώς “πλαίσιο”. Ένας οργανισμός μπορεί να λειτουργεί μία ή περισσότερες δομές. Συνηθέστερα, μία δομή για άτομα με αναπηρία απαιτεί άδεια λειτουργίας και ανάλογα καταρτισμένο προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων, που αναφέρονται ως εξής:

α) Εκπαιδευτικό Προσωπικό.
Καθηγητές, δάσκαλοι, και άλλες ειδικότητες που αναλαμβάνουν “τάξη” κ.ά.

δ) Ειδικό Βοηθητικό Προσωπικό (Ε.Β.Π.).
Οδηγοί, Καθαριστές, Φροντιστές για την αυτοεξυπηρέτηση (χρήση τουαλέτας, σίτιση) κ.ά.

γ) Θεραπευτές.
Βασικές ειδικότητες: Λογοθεραπευτές, Εργοθεραπευτές, Φυσικοθεραπευτές, Ειδικοί Παιδαγωγοί κ.ά. Λοιπές ειδικότητες: Καθηγητές Ειδικής Φυσικής Αγωγής (Γυμναστές), Δραματοθεραπευτές, Χοροθεραπευτές κ.ά.

δ) Συνοδευτικές Υποστηρικτικές Υπηρεσίες (Σ.Υ.Υ).
Κοινωνικοί Λειτουργοί, Ψυχολόγοι, Ψυχίατροι κ.ά., που υποστηρίζουν τα άτομα και τις οικογένειές τους με στόχο την ολιστική αντιμετώπιση προβλημάτων που συνδέονται εν γένει με την κοινωνική ένταξη και προσαρμογή.

Φορέας (οργανισμός)

Με τον όρο “φορέας”, στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας, εννοούμε έναν Οργανισμό με τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ.). Ένας φορέας μπορεί να παρέχει υπηρεσίες σε διαφορετικές εγκαταστάσεις (δομές) ή μπορεί να παρέχει υπηρεσίες χωρίς τη φυσική ύπαρξη εγκαταστάσεων. Το καταστατικό λειτουργίας ενός Οργανισμού καθορίζει τις παρεχόμενες εξειδικευμένες υπηρεσίες για άτομα με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

Β. Παθήσεις και Διαταραχές (όροι σχετικοί με την αναπηρία)

Αναπηρίες (είδη αναπηριών).
α) Πολλαπλές Αναπηρίες.
β) Πολυαισθητηριακή ή Αισθητηριακή Αναπηρία.
Άνοια.
Διαταραχές Ψυχικής Υγείας.
Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (Αυτισμός).
Εγκεφαλική Παράλυση.
Κινητικές Αναπηρίες / Κινητικότητα (αδρή και λεπτή).
Νοητική Υστέρηση.    
Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣκΠ).
Σύνδρομο ή Συνδρομή.
Συγγενής Διαταραχή ή Οικογενές Σύνδρομο.
Χρωμοσώματα.

Αναπηρίες (είδη αναπηριών)

Τα είδη των αναπηριών διακρίνονται στα ακόλουθα τέσσερα:

“αισθητηριακές αναπηρίες”,
“κινητικές αναπηρίες”,
“γνωστικές διαταραχές”,
“διαταραχές ψυχικής υγείας”.
Παράλληλα, ένα πέμπτος όρος “πολλαπλές αναπηρίες” χρησιμοποιείται για άτομα που φέρουν έναν συνδυασμό των παραπάνω.

α) Πολλαπλές Αναπηρίες.
Τα άτομα με πολλαπλές αναπηρίες αποτελούν έναν ετερογενή πληθυσμό, ο οποίος παρουσιάζει μεγάλο εύρος δυσκολιών μάθησης και άλλες δυσκολίες. Κύριο χαρακτηριστικό των ατόμων με πολλαπλές αναπηρίες είναι η συνύπαρξη πολλών και σοβαρών φυσικών, ελλειμμάτων στην κινητικότητα, την αντίληψη, την επικοινωνία, την κοινωνική συνδιαλλαγή. Τα παραπάνω δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με ειδικά προγράμματα αποκατάστασης, που απευθύνονται στη μία μόνο από τις αναπηρίες, αλλά χρειάζονται εκτενή υποστήριξη σε ένα ευρύ πεδίο δεξιοτήτων.

β) Πολυαισθητηριακή ή Αισθητηριακή Αναπηρία.
Ο όρος “πολυαισθητηριακή αναπηρία” αναφέρεται και ως “αισθητηριακή αναπηρία” και είναι στενά συνυφασμένος με τον όρο “πολλαπλές αναπηρίες” ή τον όρο “σοβαρές μαθησιακές αναπηρίες” ή ακόμα τον όρο “σύνθετες μαθησιακές δυσκολίες”. Τα άτομα, που παρουσιάζουν πολυαισθητηριακή αναπηρία, εμφανίζουν κυρίως δυσλειτουργία ή απουσία όρασης και ακοής ταυτόχρονα. Μη αποδεκτούς όρους, επί τω προκειμένω, αποτελούν οι όροι “κωφάλαλα άτομα” ή “τυφλοκωφά άτομα”, ο πρώτος διότι παραβλέπει το γεγονός ότι ένα άτομο χωρίς ακοή μπορεί να έχει λόγο, μέσω φωνής ή νοητικής γλώσσας, ο δεύτερος διότι δεν αποδίδει επαρκώς τις σύνθετες ανάγκες, που προκύπτουν σε άτομα με προβλήματα όρασης (Α.μ.Π.Ο.) ή άτομα με σοβαρή βαρηκοΐα ή κώφωση.

Ανοια

Η άνοια αποτελεί μία εκφυλιστική νόσο, που προσβάλλει τον εγκέφαλο, και προκαλεί σταδιακή απώλεια της πρόσφατης αρχικά μνήμης και, με την πάροδο του χρόνου, πλήρη απώλεια της μνήμης. Συχνά συμπτώματα στην άνοια, εκτός της απώλειας μνήμης, είναι κατάθλιψη, άγχος, αϋπνία, υπερδιέγερση, εριστικότητα, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Η πιο συχνή μορφή της άνοιας είναι η νόσος Alzheimer. Η άνοια εκδηλώνεται συνήθως στην τρίτη ηλικία, έχει αργή εξέλιξη και στα τελευταία στάδια οδηγεί σε πλήρη ανικανότητα στην αυτοεξυπηρέτηση του ατόμου.

Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (Αυτισμός)

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται ευρέως αποδεκτό ότι οι διαταραχές, που σχετίζονται με τον αυτισμό, εμπεριέχουν ένα μεγάλο φάσμα καταστάσεων. Αλλιώς ονομαζόμενες “Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές” (Δ.Α.Δ.) είναι νευροψυχιατρικές καταστάσεις, που εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία εκφάνσεων, προκύπτουν από διάφορους παράγοντες περιβαλλοντικούς και μη. Αυτό που προκύπτει από την παραπάνω διατύπωση, είναι ο “αυτισμός” είναι ένας όρος, που σχετίζεται με διαταραχές, που εκδηλώνονται με διάφορες μορφές σε διαφορετικά άτομα (φάσμα αυτισμού ή αυτιστικό φάσμα). Τα άτομα με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή ή αυτισμό, παρουσιάζουν ένα εύρος ελλειμμάτων, σε μικρό ή σημαντικό βαθμό, στους τομείς της αντίληψης, της επικοινωνίας, της κοινωνικής συνδιαλλαγής.

Διαταραχές Ψυχικής Υγείας

Ο όρος “ψυχική διαταραχή” ή “διαταραχές ψυχικής υγείας” περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος προβλημάτων, συνυφασμένα με την ψυχική κατάσταση και τη συμπεριφορά του ατόμου. Οι διάφορες διαταραχές της ψυχικής υγείας εκδηλώνονται με μια ποικιλία συμπτωμάτων βιολογικών σωματικών, ψυχολογικών – συναισθηματικών και κοινωνικών και, ανάλογα, διακρίνονται σε πολλές διαγνωστικές κατηγορίες.

Εγκεφαλική Παράλυση

Η εγκεφαλική παράλυση ή “Νόσος του Little”, είναι μια διαταραχή που επιδρά κυρίως στις κινητικές λειτουργίες τού σώματος. Οφείλεται σε βλάβη ή ατελή ανάπτυξη περιοχών του εγκεφάλου, που ρυθμίζουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις κινήσεις και την ισορροπία του σώματος. Εκδηλώνεται με διάφορες κινητικές διαταραχές (σπαστικότητα, αθέτωση, αταξία, δυσκαμψία, ατονία), και ενίοτε συνοδεύεται από νοητική καθυστέρηση, επιληπτικές κρίσεις, διαταραχές της ανάπτυξης, της όρασης ή της ακοής και ασυνήθιστα επίπεδα κάποιων αισθήσεων ή ερεθισμάτων. Είναι μία από τις πιο σοβαρές νευροαναπτυξιακές διαταραχές, που συνήθως διαγιγνώσκεται στα πρώτα χρόνια ζωής ενός ατόμου.

Επιληψία

Επιληψία είναι μία χρόνια διαταραχή του εγκεφάλου, η οποία χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντες, δηλαδή επαναλαμβανόμενους, επιληπτικούς σπασμούς. Το επίκεντρο της διαταραχής βρίσκεται στον εγκέφαλο. Η επιληπτική κρίση είναι ένα επεισόδιο απορρύθμισης του εγκεφάλου, που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές όπως σπασμούς στα χέρια ή και τα πόδια, απώλεια συνείδησης (λιποθυμία), απώλεια ούρων, μουδιάσματα, οπτικές (π.χ. λάμψεις) ή ακουστικές διαταραχές κ.ά. Εφόσον δεν αντιμετωπίζεται με φάρμακα ή χειρουργική επέμβαση, η επιληψία μπορεί να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινή διαβίωση ενός ατόμου και, επομένως, είναι συνυφασμένη με σοβαρού βαθμού αναπηρία.

Κινητικές Αναπηρίες / Κινητικότητα (αδρή και λεπτή)

Η κινητική δεξιότητα, για τις ανάγκες της αξιολόγησης (από εργοθεραπευτικής άποψης), χωρίζεται σε αδρή και λεπτή. Με τον όρο “αδρή” εννοούμε την κίνηση του σώματος και, κυρίως, των κάτω άκρων και με τον όρο “λεπτή” εννοούμε την κίνηση των άνω άκρων του σώματος και κυρίως των δακτύλων.

Αδρή: Η “αδρή κινητικότητα” αφορά το σύνολο του σώματος και υποστηρίζεται από πολύ ευρεία διάχυση του μυϊκού τόνου. Στα μικρά παιδιά εμφανίζεται σε ηλικία λίγων μηνών ακόμη, προκειμένου να στηριχτούν, να μετακινηθούν, να μεταφέρουν αντικείμενα. Επιγραμματικά, αδρή κινητικότητα είναι τα ακόλουθα: η ισορροπία (π.χ. να περπατάμε στις μύτες – φτέρνες, να ισορροπούμε στο ένα πόδι ή σε δοκό ισορροπίας), ο κινητικός συντονισμός (π.χ. να αναπηδάμε επί τόπου), η επιδεξιότητα άνω – κάτω άκρων, η ικανότητα να πετάμε – πιάνουμε τη μπάλα.

Λεπτή: Με τον όρο “λεπτή κινητικότητα” περιγράφεται ο συντονισμός των μικρών μυϊκών ομάδων στα χέρια και τα δάκτυλα. Επιγραμματικά, λεπτή κινητικότητα είναι τα ακόλουθα: οι γραφοκινητικές δεξιότητες (π.χ. να πιάνουμε με λαβή  και να ελέγχουμε το μολύβι, να αντιγράφουμε σχήματα), οι λεπτοί χειρισμοί χεριών – δακτύλων (π.χ. βελτίωση στη δύναμη, σταθερότητα και θέση), ο οπτικο-κινητικός συντονισμός – συντονισμός ματιού και χεριού (να κόβουμε με το ψαλίδι).

Νοητική Υστέρηση

Η “νοητική υστέρηση” καθορίζεται από σημαντική και κάτω του μέσου όρου νοητική λειτουργία (δείκτης νοημοσύνης κάτω από 70), η οποία όμως θα πρέπει να σχετίζεται με δύο ή περισσότερα περιοριστικά στοιχεία από τα ακόλουθα πεδία βασικών ικανοτήτων προσαρμογής, όπως οι βασικές γνώσεις γραφής, ανάγνωσης και αριθμητικής, η αυτοεξυπηρέτηση, η αυτο-φροντίδα στο σπίτι, η σχολική και κοινωνική ένταξη, η επικοινωνία, οι κοινωνικές δεξιότητες, η αυτοδιάθεση, η φροντίδα της προσωπικής υγείας – υγιεινής και ασφάλειας. Η νοητική υστέρηση είναι μεν εμφανής πριν από την ηλικία των 18 ετών, τα δε αίτιά της είναι πολυάριθμα και ποικίλα, ταξινομούνται, ωστόσο, συνήθως σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα γενετικά αίτια και τα περιβαλλοντικά αίτια (κατά την κύηση, τον τοκετό και την παιδική ηλικία). Η νοητική υστέρηση δεν είναι ασθένεια, καθώς τα άτομα δεν νοσούν από αυτή, και αναφέρεται σωστότερα ως “διαταραχή”. Ταξινομείται ανάλογα με τη βαρύτητά σας σε:

Ήπια (ΗΝΚ): ΝΠ από 50-55 έως 70.

Μέτρια (ΜΝΚ): ΝΠαπό 35-40 έως 50-55.

Σοβαρή (ΣΝΚ): ΝΠ από 20-25 έως 35-40.

Βαριά (ΝΝΚ): ΝΠ κάτω από 20 ή 25.

Επεξηγήσεις:

ΝΠ: Υποδεικνύει το νοητικό πηλίκο ή αλλιώς δείκτης νοημοσύνης
ΝΚ: Σημαίνει νοητική καθυστέρηση.
To (ΝΠ) νοητικό πηλίκο δεν θα πρέπει να συγχέεται με το ποσοστό αναπηρίας του αποδίδεται από τα ΚΕΠΑ με βάση τον βαθμό λειτουργικότητας / βαθμό αναπηρίας ενός ατόμου. Το νοητικό πηλίκο αναφέρεται αποκλειστικά στον δείκτη νοημοσύνης του ατόμου.

Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣκΠ)

Η σκλήρυνση κατά πλάκας (Σ.Κ.Π.) ή πολλαπλή σκλήρυνση είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα, που πλήττει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δηλαδή, τις περιοχές του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Η ασθένεια προσβάλλει την ικανότητα τμημάτων του νευρικού συστήματος να επικοινωνούν, με αποτέλεσμα ένα ευρύ φάσμα ενδείξεων και συμπτωμάτων, που συμπεριλαμβάνουν τα σωματικά, πνευματικά, και μερικές φορές ψυχιατρικά προβλήματα. Η πολλαπλή σκλήρυνση παίρνει αρκετές μορφές, με τα νέα συμπτώματα είτε να λαμβάνουν χώρα με μεμονωμένες κρίσεις (υποτροπιάζουσες μορφές) ή να δημιουργούνται με την πάροδο του χρόνου (προοδευτικές μορφές). Μεταξύ των κρίσεων, τα συμπτώματα μπορεί να εξαφανίζονται τελείως, ωστόσο συχνά εμφανίζονται μόνιμα νευρολογικά προβλήματα, ειδικά καθώς προχωράει η ασθένεια.

Συγγενής διαταραχή ή οικογενές σύνδρομο

Αφορά μία συνθήκη (πάθηση, διαταραχή, σύνδρομο) που είναι παρούσα κατά τη γέννηση του ατόμου.

Σύνδρομο ή συνδρομή

Ο όρος “σύνδρομο” αναφέρεται στην ιατρική, ως το σύνολο των συμπτωμάτων και των κλινικών ευρημάτων, που συνδέονται με μία κλινική οντότητα, δηλαδή μία δεδομένη ασθένεια, πάθηση ή διαταραχή. Με την ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, πολλά σύνδρομα που συνδέονται με αναπηρίες, διαγιγνώσκονται πλέον με ειδική εξέταση του “καρυότυπου”, δηλαδή την ανάλυση του γενικού υλικού και μελέτη των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου.

Χρωμοσώματα

Κάθε κύτταρο στο σώμα του ανθρώπου, υπό φυσιολογικές συνθήκες, κουβαλά σαράντα έξι (46) χρωμοσώματα, σε ζευγάρια αριθμημένα από το ένα (1) έως το είκοσι τρία (23), το έκαστο του ζευγαριού κληρονομητέο από τη μητέρα και τον πατέρα κάθε ατόμου. Τα χρωμοσώματα περιέχουν γονίδια, δηλαδή τον ένα και μοναδικό παράγοντα κληρονομικότητας, που καθορίζουν το γενετικό κώδικα. Το σύνδρομο Down αποτελεί την πιο συνηθισμένη χρωμοσωμική ανωμαλία στους ανθρώπους.

Πηγή: www.noesi.gr

Μετάβαση στο περιεχόμενο