Προσφυγή της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία κατά του Μνημονίου στο Συμβούλιο τής Επικρατείας
Κατόπιν απόφασης της Εκτελεστικής Γραμματείας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, κατατέθηκε σήμερα η αίτηση ακυρώσεως της Ε.Σ.Α.μεΑ. και των φορέων – μελών της, με σκοπό όλες οι περικοπές, που έχουν γίνει σε συντάξεις και επιδόματα να κηρυχτούν ως αντικείμενες στο Σύνταγμα, στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας.
Οι λόγοι, που προβάλλονται αφορούν θέματα τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά. Ένας από τους βασικούς λόγους της προσφυγής του εθνικού αναπηρικού κινήματος, αποτελεί η περικοπή συντάξεων, των δώρων των εορτών, καθώς και των δώρων που αντιστοιχούν στο εξω – ιδρυματικό επίδομα (παραπληγικών και τετραπληγικών), από μια ομάδα του πληθυσμού που ακόμα και σε εύρωστες οικονομικά περιόδους επιβιώνει και διάγει υπό την δαμόκλειο σπάθη της φτώχειας και του αποκλεισμού.
Όλες αυτές οι περικοπές αποτελούν κατάφορη παραβίαση του δικαιώματος της «περιουσίας», το οποίο προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αμοιβή και η σύνταξη είναι κεκτημένα δικαιώματα όλων των πολιτών αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και των ατόμων με αναπηρία, που προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις.
Οι περικοπές αυτές θίγουν ευθέως συνταγματικά κατοχυρωμένες θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου και έχουν ως επακόλουθο την περιέλευση των ατόμων με αναπηρίες σε οικονομική δυσπραγία, με τρόπο απαράδεκτο άδικο και αντιβαίνοντα σε στοιχειώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Τέτοιου είδους μέτρα καταστρατηγούν ευθέως συνταγματικές διατάξεις όπως την αναλογική αρχή ισότητας (άρθρο 4. παρ.1), τη λήψη θετικών μέτρων υπέρ των ομάδων που τελούν υπό συνθήκες πραγματικής ανισότητας (άρθρο 116, παρ.2) και παραβιάζουν σημαντικές διατάξεις όπως το άρθρο 22 και 25 του Συντάγματος που αποτελούν τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους και την κατευθυντήρια αρχή του κράτους δικαίου. Επιπλέον, παραβιάζουν ευθέως την παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος που αναφέρεται ρητά στα άτομα με αναπηρία.
Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στους ασθενέστερους των ασθενέστερων αυτής της χώρας, τα άτομα με αναπηρία και τις οικογένειές τους, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία αμφισβητούνται, το εθνικό αναπηρικό κίνημα καταφεύγει στην δικαστική εξουσία ως την ύστατη λύση για τη διαφύλαξη των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων με αναπηρία και των οικογενειών τους, με την ελπίδα να δοθεί τέλος σε αυτό τον Γολγοθά.
Το πλήρες κείμενο της προσφυγής επισυνάπτεται.
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με τον Πρόεδρο της Ε.Σ.Α.μεΑ. κύριο Ιωάννη Βαρδακαστάνη στο κινητό τηλέφωνο 69 37 157 193.
Το πλήρες κείμενο της Αίτησης Ακυρώσεως τής Ε.Σ.Α.μεΑ. ακολουθεί
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
(Σχηματισμός Ακυρωτικής Αρμοδιότητας)
ΑΙΤΗΣΗ
Της Τριτοβάθμιας Οργάνωσης – Σωματείου – Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ «Ε.Σ.Α. με Α.» με έδρα την Αθήνα, οδός Ελευθερίου Βενιζέλου αρ. 236, Ηλιούπολη, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τα κάτωθι αναφερόμενα πρόσωπα:
1. ΒΑΡΔΑΚΑΣΤΑΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Σαλαμίνος 20, Αγ. Παρασκευή, 153 43
2. ΚΛΕΙΣΙΩΤΗΣ ΘΩΜΑΣ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Α΄ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ανδρομάχης 33, Ίλιον, 131 22
3. ΛΕΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Β΄ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Βασ. Σοφίας 90, Αθήνα, 115 28
4. ΒΕΡΑΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Γ΄ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
25ης Μαρτίου 86, Πτολεμαδα
5. ΝΑΣΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καπετάν Μάταπα 211, Πειραιάς, 185 46
6. ΚΕΣΟΓΛΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ
ΑΝΑΠΛ. ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διονύσου 5, Πυλαία Θεσ/κη, 54 250
7. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγ. Κων/νου 50, Κρήνη Κεφαλόβρυσο Δ. Μεσσάτιδος, Αχαΐα
8. ΛΥΜΒΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
ΑΝΑΠΛ. ΟΡΓΑΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καλλέργη 9, Νέο Φάληρο, 18547
9. ΓΑΡΓΑΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΤΑΜΙΑΣ
Φιλιππίδου 33, Αθήνα, 104 40
10. ΜΑΥΡΟΚΟΡΙΔΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΑΝΑΠΛ. ΤΑΜΙΑΣ
Κολοκοτρώνη 54, Κόρινθος, 20100
11. ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΥΠΕΥΘ. ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Αμμοχώστου 35, Τούμπα Θεσ/κη, 544 54
12. ΛΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΑΝΑΠΛ. ΥΠΕΥΘ. ΔΙΕΘΝ. ΣΧΕΣΕΩΝ
Γυθείου 19, Αιγάλεω, 122 41
13. ΠΑΝΑΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΥΠΕΥΘ. ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΒΑΡΙΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Λευκωσίας 26, Ηλιούπολη, 163 46
14. ΓΚΟΥΝΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΥΠΕΥΘ. ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
25ης Μαρτίου 3, Χολαργός, 15561
15. ΤΣΙΟΥΛΑΚΗΣ ΡΑΛΛΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΥΠΕΥΘ. ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΝΕΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Γ.Ν. Λαγδάρη 15, Κορινός Πιερίας, 600 62
16. ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Παλαιό Δημαρχείο, Γ. Καπέτα 26, Κιλκίς, 61 100
17. ΑΜΟΙΡΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Θεοδώρου Δούκα 6, Ξάνθη, 67 100
18. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ
ΜΕΛΟΣ
Λεωφ. Στρατού 69, Δράμα, 66100
19. ΑΨΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΜΕΛΟΣ
Ολύμπου 69, Θεσ/κη, 54631
20. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΜΕΛΟΣ
Πύργου 2, Αγ. Παρασκευή, 15343
21. ΓΚΟΡΙΛΑΣ ΘΩΜΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
ΜΕΛΟΣ
Κορίνθου 131, Πάτρα, 26223
22. ΓΡΕΚΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Δημ. Διαμερ. Μέσω Γερακαρίου, Δήμος Αλυκών, Ζάκυνθος
23. ΔΗΜΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Σίφνου 11, Θεσ/κη, 546 38
24. ΖΕΡΒΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ
ΜΕΛΟΣ
Σωρανού του Εφεσίου 2, Παπάγου, 11527
25. ΖΗΔΙΑΝΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Πλατεία Αγίων Αποστόλων, Ρόδος, 85100
26. ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ ΣΠΥΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Δελβινιώτη 28, Κέρκυρα, 49 100
27. ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Πανδώρας 9Β, Τούμπα
28. ΚΑΡΟΥΝΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ
ΜΕΛΟΣ
Μεθώνης 11, Καλαμάτα, 24100
29. ΚΛΕΙΣΟΥΡΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
ΜΕΛΟΣ
Αμμότοπος Άρτας, 48 200
30. ΚΟΤΖΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
ΜΕΛΟΣ
Δημητρίου Δούκα 15, Ηράκλειο Κρήτης, 71305
31. ΚΡΑΒΒΑΡΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Λεωνίδου 24, Λαμία, 35 100
32. ΛΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Δωδεκανήσου 61, Καλαμαριά Θεσ/κης, 551 31
33. ΛΑΣΠΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΜΕΛΟΣ
Ιωάννου Μπασιάκου 4, Θήβα 32200
34. ΜΑΡΚΟΣ ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Ευκαλύπτων 4, Περιστέρι, 121 37
35. ΜΙΧΑΛΑ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Δημοκρατίας 8 Χίος 82 100
36. ΜΙΧΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Παπαβασιλείου και Χαλμούκου, Λαμία
37. ΜΠΑΡΑΚΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Ασγούρου, Τ.Θ. 1007, Ρόδος, 85 100
38. ΝΟΥΜΠΤΑ ΦΩΦΩ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕΛΟΣ
25 Μαρτίου 17, Χολαργός, 15561
39. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
ΜΕΛΟΣ
Κωνσταντινουπόλεως 207, Ορεστιάδα, 68 200
40. ΠΟΚΑΣ ΕΤΕΟΚΛΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Μεσολογγίου 79Ε, Γλυκά Νερά Αττικής, 153 54
41. ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ
ΜΕΛΟΣ
Λητούς 20, Τ.Θ. 4525, Θέρμη Θεσ/κης, 57001
42. ΣΗΦΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Μπουμπουλίνας 41, Καλλιθέα, 176 75
43. ΣΚΑΝΔΑΛΗ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Γεωργίου Παπανδρεου 1, αλιο χατχηκωβσ, 45221
44. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
ΜΕΛΟΣ
Τέρμα Καποδιστρίου, Σαλαμίνα, 18 900
45. ΤΟΡΟΥΝΟΓΛΟΥ ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ
ΜΕΛΟΣ
40 εκκλησιών 11, 66100, Δράμα
46. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΜΕΛΟΣ
Ταγματάρχη Ζακυνθινού 36, Πάτρα
47. ΤΣΑΧΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Μοάτσου 4, Ρέθυμνο, 46 100
48. ΦΕΡΕΤΖΑΚΗΣ ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΕΛΟΣ
Εμ. Καστρινάκη 1α, Ηράκλειο Κρήτης, 71 306
49. ΧΟΡΤΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
ΜΕΛΟΣ
Ευλαμπίας 106, ΙΛΙΟΝ, 13123
Κ Α Τ Α
1. Του Υπουργού Οικονομικών
2. Του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
αμφότεροι κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα.
— Περί ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ —
1. Της υπ’ αριθμ. ΑΠΦ 80000/14254/1097/06-07-2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του ά. 3 παρ. 15 του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65 Α΄/6-5-2010) «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», περί χορήγησης των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας.
2. Πάσης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας, η οποία συνετέλεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης.
Κατά της ανωτέρω προσβαλλομένης υπ’ Αριθμ. Πρωτοκ. Φ 80000/14254/1097/06-07-2010 Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εκδοθείσα κατ΄ εξουσιοδότηση του ά. 3 παρ.15 του ν. 3845/2010(ΦΕΚ 65Α΄/6-5-2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», περί χορήγησης των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας, ως και κατά πάσας ετέρας συναφούς πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως, προσφεύγουμε, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και αιτούμεθα την ακύρωση και εξαφάνιση αυτών, δια τους παρακάτω νομίμους, βάσιμους και αληθείς λόγους και δι΄ όσους άλλους, νομίμως, προσηκόντως και εμπροθέσμως, θέλουμε εν καιρώ υποβάλουμε, ως έχοντες πρόδηλο προσωπικό, συγκεκριμένο και άμεσο έννομο συμφέρον, καθ΄ όσον, ως κατωτέρω αναλυτικά αναφέρουμε, προκαλούν αυτές βλάβη, στα έννομα συμφέροντα, της πρώτης εξ ημών και των μελών μου, καθώς η πρώτη εξ ημών είμαι ταγμένη, στην προστασία και υπεράσπιση των επαγγελματικών, εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, ηθικών και πολιτιστικών συμφερόντων των μελών μου, καθώς και στη διασφάλιση και προστασία της προσωπικότητας και της υπηρεσιακής, ηθικής και κοινωνικής υπόστασης και της αξιοπρέπειάς τους και συνεπώς εν προκειμένω με έννομο συμφέρον προσβάλλουμε την πληττόμενη κοινή υπουργική απόφαση.
Δια της ώδε προσβαλλομένης πράξεως περιεκόπησαν τα καταβαλλόμενα στους συνταξιούχους όλων των κυρίων φορέων ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας. Συγκεκριμένα, ορίστηκε ότι τα εν λόγω επιδόματα, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη χορηγούνται εφεξής στους συνταξιούχους αφενός μεν υπό την προϋπόθεση, ότι έχουν συμπληρώσει το 60 έτος της ηλικίας τους και οι αποδοχές τους δεν υπερβαίνουν συνυπολογιζομένων και των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας τα 2.500 ευρώ μηνιαίως, αφετέρου δε μόνο κατά το οριζόμενο ποσό, ήτοι ποσό 400 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων, ποσό 200 ευρώ για το επίδομα Πάσχα και το επίδομα αδείας.
Συγκεκριμένα με την παρ. 3 της ως άνω ΚΥΑ, καθορίζεται ότι «στους συνταξιούχους στους οποίους χορηγούνται περισσότερες της μίας σύνταξης ή βοήθημα τύπου σύνταξης (εξωιδρυματικό επίδομα) από ένα φορέα κύριας ασφάλισης καθώς και σε όσους λαμβάνουν περισσότερες της μιας κύριες συντάξεις από διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο ή το ΝΑΤ, τα αντίστοιχα επιδόματα καταβάλλονται μόνο για τη μεγαλύτερη σύνταξη»
ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
1. Λόγω παράβασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας
Η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους (ΣτΕ 2396/2004).
Η θεμελιώδης αυτή αρχή δεσμεύει τον νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε αντικειμενικά κριτήρια και δεν επιβάλλονται από επαρκείς λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που σαφώς, σοβαρώς και εξειδικευμένα επιτρέπουν αυτή την διάκριση. Αποκλείεται, δηλαδή, η αυθαίρετη δυσμενής διάκριση, με κριτήρια που δεν ανταποκρίνονται στις προαναφερθείσες συνταγματικές προϋποθέσεις (ΣτΕ 1252-1253/2003 Ολ. 2396/2004, 2799/1984 Ολ.,2717/1988, 1426/1989,2820/1999, 1661/80, 3027-31/80, 1463-4/78, 3217/7, 3160/7, 2080/50 κα, ΑΠ. 43/198, 1411/1984, 5/1982, 775/1982 ΝοΒ 31 (1983), σελ. 667, 1227, 1470-1/1977, ΤοΣ 4 (1978) σελ, 1960 ΟλΑΠ 1336/85, 19/89, 3/90, 1/91).
Συνεπώς αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή, μία άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, τότε η διάταξη που εισάγει αυτή τη δυσμενή διάκριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Την ανωτέρω συνταγματικώς κατοχυρωμένη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου θίγει ευθέως και η παρ. 3 της προσβαλλόμενης Κ.Υ.Α κατά την οποία ορίζεται ότι «στους συνταξιούχους στους οποίους χορηγούνται περισσότερες της μίας σύνταξης ή βοήθημα τύπου σύνταξης (εξωϊδρυματικό επίδομα) από ένα φορέα κύριας ασφάλισης καθώς και σε όσους λαμβάνουν περισσότερες της μίας κύριες συντάξεις από διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο ή το Ν.Α.Τ, τα αντίστοιχα επιδόματα καταβάλλονται μόνο για τη μεγαλύτερη σύνταξη».
Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει τη διακοπή της καταβολής των επιδομάτων εορτών και αδείας που αντιστοιχούν στο εξωϊδρυματικό επίδομα. Η διακοπή αυτή έχει ως άμεσο επακόλουθο την περιέλευση των ατόμων με αναπηρίες σε οικονομική δυσπραγία, κατά τρόπο απαράδεκτο, άδικο και αντιβαίνοντα σε στοιχειώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισονομίας και της ισοπολιτείας.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το ανωτέρω εξωϊδρυματικό επίδομα λαμβάνουν τα άτομα με παραπληγία- τετραπληγία, τα περισσότερα των οποίων είναι με ποσοστό αναπηρίας 100%. Ο σκοπός της Πολιτείας αναφορικά με τη νομοθετική πρόβλεψη του εξωϊδρυματικού επιδόματος ήτο η κάλυψη των πρόσθετων αναγκών των ατόμων με αναπηρία που διαβιούν εκτός ιδρυμάτων. Ακολούθως δι αυτού του μέσου επιτυγχάνεται η έξοδος των ατόμων με αναπηρίες από τα ιδρύματα και η ομαλή ένταξή τους στον κοινωνικοοικονομικό ιστό της χώρας.
Η παρ. 3 καταστρατηγώντας κάθε έννοια συνταγματικής ισότητας εξομοιώνει ανόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζοντας τις ρυθμιστικώς με τον αυτό τρόπο. Δεν είναι δυνατόν και απαραδέκτως τυγχάνει ίδιας μεταχείρισης η ευπαθής και ιδιαιτέρως ευαίσθητη κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρία, με τη μεταχείριση που τυγχάνουν οι λοιπές ομάδες για λόγους προφανείς και ευαπόδεικτους.
Συνεπώς η υπό κρίση ρύθμιση είναι αντισυνταγματική και πρέπει να ακυρωθεί.
2. Λόγω παράβασης της ειδικής διάταξης του αρ. 21 παρ. 6 του Συντάγματος
Στο άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος προστατεύεται η ευαίσθητη κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρίες. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι «τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας».
Η ανωτέρω συνταγματική πρόβλεψη αποτρέπει οιασδήποτε μορφής διάκριση τόσο άμεσου όσο και έμμεσου χαρακτήρα σε βάρος των ατόμων με αναπηρίες. Ειδικότερα αποτρέπεται α) άμεση διάκριση η οποία συντρέχει όταν για λόγους αναπηρίας ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτή της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση β) έμμεση διάκριση, η οποία συντρέχει όταν μία φαινομενικά ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα ορισμένης αναπηρίας, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα. Επισημαίνεται ότι δε συνιστά ανεπίτρεπτη έμμεση διάκριση τέτοια διάταξη, κριτήριο ή πρακτική, όταν δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξής του είναι πρόσφορα και αναγκαία ή όταν αφορά άτομα με αναπηρία και μέτρα που λαμβάνονται υπέρ αυτών.
Η διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικής ισότητας (αρ. 4 παρ. 1), όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2 που επιτρέπει τη λήψη θετικών μέτρων υπέρ των ομάδων, οι οποίες τελούν υπό συνθήκες πραγματικής ανισότητας, επιτρέπει στο νομοθέτη να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία και τη διευκόλυνση των ατόμων με αναπηρία. Πρόκειται για τη διάταξη ακρογωνιαίο λίθο του κοινωνικού κράτους με την οποία το Σύνταγμα της χώρας εναρμονίζεται με τα πιο προοδευτικά Συντάγματα των λοιπών Ευρωπαϊκών χωρών υιοθετώντας το κοινωνικό μοντέλο για την αναπηρία.
Η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση και ιδίως η παρ. 1 και 3 όπως προεκτέθηκαν, καταστρατηγούν ευθέως και άμεσα την προαναφερθείσα συνταγματική πρόβλεψη, όπως αυτή αναλύθηκε. Η μέριμνα που επί χρόνια παρεχόταν στα άτομα με αναπηρίες πλέον περιθωριοποιείται –αν δεν κατακερματίζεται- στο βωμό των εν γένει οικονομικών συμφερόντων, με πλήρη απαξίωση των εκ των πραγμάτων ιδιαίτερων αναγκών της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.
Συνεπώς η υπό κρίση ρύθμιση είναι αντισυνταγματική και πρέπει γι αυτό τον λόγο να ακυρωθεί.
3. Λόγω παράβασης του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος
Επειδή στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. κατοχυρώνεται πέραν της θεσμικής εγγύησης και ένα υποκειμενικό δικαίωμα για ασφάλιση, η ασφαλιστική παροχή αποτελεί γνήσια δημόσια υποχρέωση του ασφαλιστικού φορέα απέναντι στον ασφαλισμένο. Είναι αλήθεια ότι η μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου δεν αναγνωρίζει δικαίωμα σε συγκεκριμένο ποσό σύνταξης και θεωρεί συνταγματικά ανεκτή τη μείωση του επί μη θεμελιωμένων γεγεννημένων δικαιωμάτων.
Τα παραπάνω όμως ισχύουν υπό τις εξής προϋποθέσεις:
Α. Ότι υφίσταται, πράγματι, επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, ήτοι αδήριτη ανάγκη για τον περιορισμό των ασφαλιστικών ελλειμμάτων, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς σημαντική δυσμενή επίπτωση στις λοιπές κοινωνικές δαπάνες (πρόνοιας, εκπαίδευσης κ.λ.π.). Το γεγονός αυτό πρέπει να προκύπτει από σαφείς αναλογιστικές μελέτες (βλ. και ΠΕ ΣτΕ 178/2000) σε συνδυασμό με την εξέλιξη των δημόσιων οικονομικών.
Β. Να μην θίγεται ο πυρήνας, το ελάχιστο minimum του δικαιώματος, δηλαδή να μην εκφυλίζονται οι παροχές σε επίπεδα κατώτερα αυτών που επιβάλλει η αρχή της ανθρώπινης αξίας. (Σημειωτέον ότι η υφιστάμενη νομολογία αποκρούει απλώς την κατοχύρωση υποκειμενικών αξιώσεων σε όλη την έκταση της ασφαλιστικής προστασίας.)
Το άρθρο 22 του Συντάγματος ιδωμένο από τη σκοπιά των ατόμων με αναπηρίες θεμελιώνει ειδικότερα το δικαίωμα τους στην εργασία και θωρακίζει την ίδια την εργασία που αυτά παρέχουν. Ρυθμίζεται εν γένει η παροχή εργασίας, οι συνθήκες απασχόλησης, η αμοιβή και το καθεστώς της παροχής εργασίας από τα ΑΜΕΑ εν όλω, υπό την έννοια ότι απαγορεύονται διακρίσεις στα παραπάνω θέματα εις βάρος τους εξαιτίας της αναπηρίας τους.
Στην ένδικη περίπτωση ο λόγος τον οποίο επικαλείται η αιτιολογική έκθεση του εξουσιοδοτικού ν. 3845/2010 για τα ένδικα μέτρα προδήλως δεν αποτελεί συνταγματικά προβλεπόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται επί του θέματος αυτού τα εξής στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση: «Επιπλέον, εισάγονται αλλαγές στην εργατική νομοθεσία που κρίνονται διεθνώς αναγκαίες, προκειμένου να σταλεί το μήνυμα ότι η χώρα έχει λάβει την αμετακίνητη απόφαση να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να προσελκύσει επενδύσεις και με τον τρόπο αυτό να προωθήσει την απασχόληση και την αναπτυξιακή της προοπτική προς όφελος των πιο αδύνατων πολιτών.»
Συνεπώς, κατά τις αποδοχές του νομοθέτη, τα εν λόγω μέτρα δεν είναι αυτά που η κυβέρνηση, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 82 παρ. 1 κατευθυντήριας αρμοδιότητας της, θεωρεί σκόπιμα, αλλά όσα ο διεθνής παράγοντας κρίνει ως αναγκαία. Αντιθέτως προκύπτει ότι αυτά δεν λαμβάνονται για να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα καθεαυτά, αλλά «για να σταλεί το μήνυμα» (sic) προς τον διεθνή παράγοντα, για την αποφασιστικότητα της χώρας. Δεν υφίστανται, συνεπώς, επίκληση συνταγματικά ανεκτών λόγων δημοσίου συμφέροντος (βλ. σχετικά Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt servanda? Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2/2010) και, επομένως, οι περικοπές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας είναι αντισυνταγματικές.
4. Λόγω παράβασης του άρθρου 25 του Συντάγματος
Η συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 25 του Συντάγματος προασπίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου ώστε να χαίρουν αυτά σεβασμού από τον κρατικό μηχανισμό. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι:
«1. τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους …
2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη.
3. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται.
4. το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης»
Τα ΑμεΑ, ως φορείς των ανωτέρω δικαιωμάτων τελούν υπό την προστασία και την εγγύηση του κράτους προκειμένου να απολαμβάνουν όλες τις πλευρές της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Στο πλαίσιο αυτό η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος αποτελεί τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους και την κατευθυντήρια αρχή του κράτους δικαίου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα η παρ. 1 και 3 όπως προεκτέθηκαν βάλλουν ευθέως κατά των αρχών του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου. Τα μέτρα περικοπής των επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς επίσης και του εξωϊδρυματικού επιδόματος οδηγούν σταδιακά στην οικονομική εξαθλίωση τα άτομα με αναπηρία και τις οικογένειές τους, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την ήδη δυσχερή θέση τους, ωθώντας τους στην ένδεια και τον υποχρεωτικό ιδρυματικό εγκλεισμό.
Καθίσταται κατόπιν των ανωτέρω σαφής ο κατακερματισμός και παραγκωνισμός κάθε έννοιας δικαίου και κοινωνικής πρόνοιας. Συμπερασματικά είναι προφανής η αντισυνταγματικότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως των παρ. 1 και 3.
5. Λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου (μη ύπαρξη αναλογιστικής μελέτης)
Οι ένδικες δυσμενείς ρυθμίσεις ελήφθησαν χωρίς την ύπαρξη σχετικής αναλογιστικής μελέτης που να δικαιολογεί την αναγκαιότητα λήψης τους και την μη ύπαρξη λιγότερο επαχθούς μέσου για την ικανοποίηση των σχετικών σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Η υποχρέωση για την πρόβλεψη αναλογιστικών μελετών συνάγεται από την υποχρέωση για κρατική μέριμνα του άρθρου 22 παρ. 5 (πρβλ., ενδεικτικά, και ΔιοικΕφΘεσ 432/2003), προκύπτει όμως ήδη ευθέως και από την Διεθνή Σύμβαση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας, (κυρώθηκε με το Ν 1136/1981), ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 70 παρ. 3 ότι τα κράτη μέλη «έχουν γενική ευθύνη σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση των χορηγουμένων παροχών κατ’ εφαρμογή του Κώδικα, ως προς όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη του σκοπού αυτού» και ότι: «το συμβαλλόμενον μέρος (…) οφείλει να εξασφαλίζει ώστε αι μελέται και οι αναγκαίοι αναλογιστικοί υπολογισμοί οι αφορώντες την οικονομικήν ισορροπίαν, να γίνονται περιοδικώς και εν πάση περιπτώσει εκ προοιμίου και εις πάσαν τροποποίησιν των παροχών, του ποσοστού ασφαλιστικών εισφορών ή των φόρων διατιθεμένων εις την κάλυψιν των υπ’ όψει κινδύνων». (Πρβλ. σχετικά τα ΣτΕ ΠΕ 119/1996, 86/1994, 528/1994, πρβλ. και τη μειοψηφία της ΣτΕ 3096/2001)
Σημειωτέον ότι οι αναλογιστικές μελέτες δεν είναι, κατά την ανωτέρω ρύθμιση, αναγκαστικές μόνον επί αυξήσεων των παροχών αλλά «εις πάσαν τροποποίησιν των παροχών» και τούτο ώστε να καθίσταται δυνατό, υπό το φως και της αρχής της αναλογικότητας, ο έλεγχος της αναγκαιότητας και της καταλληλότητας των ληφθησομένων μέτρων.
Συνεπώς, η μη ύπαρξη σχετικής αναλογιστικής μελέτης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου που άγει στην ολική ακύρωση της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής απόφασης.
6. Λόγω παράβασης του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. (βλ. πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου των ∆ικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο εξής Ε.∆.∆.Α., Pressos Compania Naviera SA κατά Βελγίου της 20.11.1995, Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας της 2.11.1991, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, ΣτΕ 3739/1999, Ε.∆.Κ.Α. 1999, σελ. 16).
Στην έννοια της περιουσίας, όπως προστατεύεται από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα “περιουσιακής φύσεως” και τα κεκτημένα “οικονομικά συμφέροντα” και ειδικότερα απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. Ε.∆.∆.Α., Pressos Compania Naviera SA κατά Βελγίου της 20.11.1995, Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας της 2.11.1991, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, ΣτΕ 3739/1999, Ε.∆.Κ.Α. 1999, σελ. 16). Στα δικαιώματα αυτά εντάσσεται και το δικαίωμα επί των επιδομάτων εορτών και αδείας καθόσον φέρουν προεχόντως περιουσιακό και ειδικότερα οικονομικό χαρακτήρα.
Παρόμοιας φύσης είναι και τα ενοχικά δικαιώματα επί σύνταξης (Ε.∆.∆.Α. υπόθεση Αζινάς κατά Κύπρου της 20.6.2002, υπόθεση Αντωνακόπουλου κ.α. κατά Ελλάδος της 14.12.1999, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, Ε.Σ. [Ολ] 2274/1997, ΣτΕ 3739/1999) και για το λόγο αυτό το ΕΔΔΑ δέχεται ότι στα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι το ελληνικό, απαγορεύεται η ουσιώδης μείωση της σύνταξης (βλ. την απόφαση ΕΔΔΑ της 12ης Οκτωβρίου 2004, Kjartan Ásmundsson κατά Ισλανδίας, ΕΔΚΑ, 2005, σ. 97, με παρατηρήσεις Π. Πετρόγλου) και προβαίνει σε έλεγχο αναλογικότητας του μέτρου με το οποίο μειώνεται η παροχή σε σχέση με τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται και με την προστασία του πυρήνα του δικαιώματος.
Συνεπώς, η αναγνωριζόμενη από το υφιστάμενο δίκαιο απαίτηση του ήδη συνταξιούχου για καταβολή της κανονισθείσας σε αυτόν σύνταξης στο ακέραιο, η οποία έχει ήδη γεννηθεί και, επομένως, αποτελεί από τη γέννησή της στοιχείο της περιουσίας του, δεν επιτρέπεται να περιορισθεί με μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση, εάν δεν συντρέχουν λόγοι πραγματικής δημόσιας ωφέλειας, οι οποίοι να δικαιολογούν τον περιορισμό, γιατί δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 1 εδάφιο α΄ του Π.Π.Π. της Ε.Σ.∆.Α, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση προστατευόμενου από αυτό περιουσιακού αγαθού (βλ. Ε.Σ. 27/2004 [Πράξη], Ε.∆.Κ.Α., 2004, σελ. 288, 36/2006, Ε.∆.∆.∆., 2006, σελ. 360).
Η περικοπή των επιδομάτων αδείας και εορτών καθώς επίσης και η περικοπή του εξωϊδρυματικού επιδόματος έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις επιταγές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνακόλουθα η προσβαλλομένη απόφαση κατακερματίζει κάθε έννοια δικαίου προσανατολιζόμενη στη σφαίρα της περιουσίας του ατόμου. Εξειδικεύοντας την προστασία του άρθρου 1 στον τομέα των ατόμων με αναπηρίες γίνεται εύκολα αντιληπτό το μέγεθος της προσβολής των περιουσιακών τους δικαιωμάτων χωρίς να μπορεί αυτή η προσβολή-πλήρης περιορισμός να δικαιολογηθεί από οιονδήποτε λόγο γενικού συμφέροντος.
Είναι κοινός τόπος ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, να στερήσει τον δικαιούχο από γεγεννημένα ως άνω δικαιώματα, αλλά μόνο «δια λόγους δημόσιας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους», οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται και να αιτιολογούνται ειδικώς. Απαιτείται επομένως, όχι απλώς η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας (που μάλιστα πάντα υπάρχει, ως δημοσιονομικό όφελος επί απόσβεσης ή περιορισμού περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία υφίστανται έναντι του ∆ημοσίου), αλλά και η συνδρομή περαιτέρω τασσόμενων σχετικών από τον νόμο ή τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρων, όπως είναι η καθ’ ορισμένη διαδικασία διαπίστωση της δημόσιας ωφέλειας, ή η θέσπιση άλλων υπέρ των δικαιούχων παροχών ή πλεονεκτημάτων που αντισταθμίζουν την περιουσιακή απώλεια (Ελ. Συν. 1562/2005, Ε.∆.∆.∆., 2005, σελ. 822, βλ. σχετικά Π. Παπαρηγοπούλου, Ανταποδοτική και βασική σύνταξη σε αναζήτηση ακριβοδικίας, Εισήγηση στο ΔΣΑ, Ιούνιος 2010).
Στο μέτρο που τέτοιοι περιοριστικοί της ενάσκησης του περιουσιακού δικαιώματος λόγοι δεν συντρέχουν ιδίως όσον αφορά την ιδιαίτερα ευπαθή κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρίες, καθίσταται προφανής η της εν λόγω ρύθμισης.
7. Λόγω παράβασης των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αντίθετη και με σειρά προστατευτικών διατάξεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΕΚΧ), ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984, και συγκεκριμένα το άρθρο 12 (προστασία της κοινωνικής ασφάλισης), 30 (δυνατότητα παρέκκλισης από τις ρυθμίσεις του ΕΚΧ μόνο σε περίπτωση πολέμου ή δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους) και το άρθρο 31 (υποχρέωση αποτελεσματικής εφαρμογής διατάξεων του ΕΚΧ και επιβολής μόνο των αναγκαίων περιορισμών στα προστατευόμενα δικαιώματα για αυστηρά περιορισμένους λόγους που αφορούν την εγγύηση του σεβασμού των δικαιωμάτων και ελευθεριών ή την προστασία της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών)..
Στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη γίνεται ρητή πρόβλεψη στα άτομα με αναπηρίες στο Μέρος Ι. στοιχ. 15 όπου ορίζεται ότι: «Κάθε ανάπηρο πρόσωπο έχει δικαίωμα για επαγγελματική εκπαίδευση και για επαγγελματική και κοινωνική επαναπροσαρμογή, ανεξάρτητα από την αίτια και τη φύση της αναπηρίας της». Συνεπώς το σύνολο της ανωτέρω κοινοτικής νομοθεσίας όπως ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο αφορά και την ειδικότερη κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρίες, μεριμνώντας για την ομαλή κοινωνική και οικονομική τους ένταξη.
Κατά τη νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων επί των ανωτέρω διατάξεων, όταν ένα κράτος οφείλει να σταθμίσει αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα προκειμένου να διαθέσει κατά προτεραιότητα δημόσιους πόρους, τα μέτρα που πράγματι λαμβάνει θα πρέπει, σε αναφορά με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, να πληρούν απαραιτήτως τρία κριτήρια : να ισχύουν για περιορισμένο και εύλογο χρονικό διάστημα, να συμβάλλουν με μετρήσιμο τρόπο στην πρόοδο και να χρησιμοποιούν βέλτιστα τους δημόσιους πόρους που διατίθενται (βλ. σχετικά τη γενική εισαγωγή της Επιτροπής στα Συμπεράσματα (Conclusions) XIV-1, σ. 11, σ. 225, XIII-4, σ. 143στη Δήλωση Ερμηνείας του άρθρου 12, στην απόφαση της επί της Συλλογικής Καταγγελίας 43/2007- Sindicato dos Magistrados do Ministério Publico (SMMP) c. Portugal., πρβλ. Ν. Αλιπράντη (επιμ.), Τα κοινωνικά δικαιώματα σε υπερεθνικό επίπεδο ανά τον κόσμο, 2008).
Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η προσβαλλομένη βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, όπως ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο, και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί ούσα αντισυνταγματική.
8. Λόγω παράβασης της Κοινοτικής Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία
Η Οδηγία 2000/78/ ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 27ης Νοεμβρίου 2000 θεσπίζει- σε συνδυασμό με τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη- το γενικό πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω κάθε είδους διαφοροποίησης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της διαφοροποίησης λόγω αναπηρίας. Στόχος του ανωτέρω θεσμικού πλαισίου είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη. Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω νομικό κείμενο δεν αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα σε πρόσωπα με αναπηρίες αλλά δημιουργεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να διευκολύνονται στην άσκηση του συνόλου των δικαιωμάτων όπως οι υπόλοιποι πολίτες χωρίς να αποτελούν θύματα διακρίσεων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως προβλέπει περικοπή των επιδομάτων αδείας και εορτών καθώς επίσης και περικοπή του εξωϊδρυματικού επιδόματος. Ειδικά ως προς την πρώτη πρόβλεψη τονίζεται η πλήρης αντιπαράθεση αυτής με τις επιταγές για ισότητα στην αγορά εργασίας. Πρόκειται για μέτρα που θίγουν ευθέως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ειδικότερη συνιστώσα αυτής ήτοι το δικαίωμα του ανθρώπου σε εργασία και αμοιβή ανεξαρτήτως ιδιαιτεροτήτων.
9. Λόγω παράβασης των άρθρων 2, 9 και 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Πολιτιστικά και Κοινωνικά Δικαιώματα των ΗΕ
Οι ένδικες ρυθμίσεις είναι ευθέως αντίθετες και με τις προστατευτικές ρυθμίσεις του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (κυρώθηκε με τον νόμο 1532/85) και ειδικότερα με αυτές του άρθρου 9 που εγγυάται το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλεια και τις γενικές διατάξεις των άρθρων 2 και 11 παρ. 1, που επιβάλλουν στα κράτη την υποχρέωση των κρατών να ενεργούν με όλα τα διαθέσιμα μέσα ώστε να εξασφαλίζουν το δικαίωμα του καθενός σε ένα ελάχιστο επίπεδο ζωής, και στη “συνεχή βελτίωση των βιοτικών συνθηκών”..
Κατά τηνομολογία της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών που εποπτεύει την εφαρμογή του Συμφώνου, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης κάθε κράτος πρέπει να διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή απόλαυση των υπό κρίση θεμελιωδών δικαιωμάτων και να προστατεύει τα ευάλωτα μέλη της κοινωνίας (βλ. σχετικά Γενικό Σχόλιο υπ’ αριθμό 3 της Επιτροπής, §§ 11-12, πρβλ. Γ. Κατρούγκαλου,. Θεσμοί κοινωνικής πολιτικής και προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, Αθήνα, 2009).
Η κοινωνική ομάδα των προσώπων με αναπηρίες την οποία εκπροσωπούμε, συνιστά μία εκ των πλέον ευπαθών κοινωνικών ομάδων πανελλαδικώς, ευρωπαϊκώς και διεθνώς. Η προστασία της θα έπρεπε να είναι γνώμονας του συνόλου της κοινωνικοοικονομικής πολιτικής ενός κράτους. Αντ’ αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση εντασσόμαστε στο ρυθμιστικό πλαίσιο που αφορά στο σύνολο των κοινωνικών ομάδων εξομοιούμενοι με αυτές. Η ιδιαιτερότητά μας ουδόλως γίνεται σεβαστή στο μέτρο που αντιμετωπιζόμαστε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες. Επιπροσθέτως η λήψη των προβλεπόμενων από την προσβαλλομένη απόφαση μέτρων καταστρατηγεί το ήδη βεβαρημένο επίπεδο ποιότητας ζωής μας δυσχεραίνοντας τις συνθήκες διαβίωσής μας.
10. Λόγω παράβασης των άρθρων 34, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Δεδομένου ότι στα μνημόνια, τα οποία περιέχονται ως παραρτήματα στο ν. 3845/2010, τον εξουσιοδοτικό νόμο της προσβαλλομένης) περιλαμβάνεται κοινό πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας που έχει καταρτιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έχει έδαφος εφαρμογής και στην ένδικη περίπτωση ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης/12/2000 (2007/C 303/01), ο οποίος είναι ισόκυρος με τους κανόνες του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου. Οι ένδικες ρυθμίσεις είναι ευθέως αντίθετες στις προβλέψεις του άρθρου 34 προστασία της κοινωνικής ασφάλισης και της γενικής απαγόρευσης επιβολής περιορισμών ευρύτερων από των επιτρεπομένων στον Χάρτη.
• Επειδή, κατ΄ ακολουθία η πληττόμενη κοινή υπουργική απόφαση, είναι μη νόμιμη, για τους προεκτεθέντες παραδεκτούς, νόμιμους και βάσιμους λόγους και δέον όπως ακυρωθεί και εξαφανισθεί
• Επειδή, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, η Αίτησή μας αυτή πρέπει να γίνει καθ΄ ολοκληρία δεκτή και να ακυρωθεί και εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση.
• Επειδή, η παρούσα Αίτησή μας είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, ασκείται δε και εμπρόθεσμα.
• Επειδή, τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως, επιφυλασσόμεθα να αναπτύξουμε δια του Υπομνήματός μας.
ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Και τα κατά τη συζήτηση προστεθησόμενα και με τη ρητή επιφυλάξει παντός εν γένει δικαιώματός μας, ως και του τοιούτου να ασκήσουμε Προσθέτους Λόγους Ακυρώσεως, πληρεξούσιούς μας δε Δικηγόρους και Αντίκλητους, διορίζουμε τους υπογράφοντες το δικόγραφο αυτό Δικηγόρους Αθηνών, Λουκά Θ.Αποστολίδη και Κατρούγκαλο Γεώργιο.
ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ
– Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ακυρώσεως.
– Να ακυρωθούν και εξαφανισθούν, δια τους ανωτέρω λόγους, η πληττόμενη με Αριθμ. Πρωτοκ. Φ80000/14254/1097/06-07-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του ά. 3 παρ. 15 του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65 Α΄/6-5-2010) «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», περί χορήγησης των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας, επειδή έρχεται ευθέως σε πλήρη αντίθεση με τον ίδιο αυτό Ν. 3845/2010 και με τη λοιπή κείμενη νομοθεσία καθώς με τις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, ως και πάσα ετέρα συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως, ως μη νόμιμες,
– Να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη και στην νόμιμη αμοιβή των Πληρεξουσίων Δικηγόρων μας.
Αθήνα, 13 Σεπτεμβρίου 2010
Οι Πληρεξούσιοι Δικηγόροι
Λουκάς Αποστολίδης, Δικηγόρος,
πρ. Αντιπρόεδρος της Βουλής
Τηλ.: 2103619650, 2103610116,
Fax: 2103619760,
Email: lapostol@otenet.gr
http:/www.loukasapostolidislawfirm.gr
Γιώργος Σ.-Π. Κατρούγκαλος
Δικηγόρος, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Π. Ιωακείμ 30-32, Αθήνα 10675
τηλ./φαξ 21064993486, 2107248551
Web: http://utopia.duth.gr/~gkatroug/
Πηγή: http://www.esaea.gr/
