ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1. Το θεσμικό πλαίσιο για την αναπηρία και την απασχόληση στην Ελλάδα, ιστορική αναδρομή
Το θεσμικό πλαίσιο στην ελληνική επικράτεια αναφορικά με την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας και ευρύτερα στην καταπολέμηση των διακρίσεων θεμελιώνεται και λαμβάνει ουσιαστική οντότητα στο Σύνταγμα της Ελλάδας (1975, όπως αναθεωρήθηκε το 2001). Στο άρθρο 4 παρ. 1 γίνεται αναφορά στην ισότητα όλων των πολιτών της επικράτειας ενώπιον του νόμου: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Με περισσότερο έκδηλο τρόπο το άρθρο 21 παρ.2 αναφέρεται στα δικαιώματα των αναπήρων δίδοντας έμφαση στην υποχρέωση της πολιτείας για την παροχή ειδικής φροντίδας σε αυτούς: «Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το κράτος». Συνεχίζοντας στο ίδιο άρθρο παρ. 3 αναφέρεται η υποχρέωση της πολιτείας για τη λήψη ειδικών μέτρων με στόχο την προστασία των ευάλωτων πληθυσμιακά ομάδων και μεταξύ αυτών και των ανάπηρων: «Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων». Στο ίδιο άρθρο παρ. 6 αποτυπώνεται η υποχρέωση της πολιτείας για στήριξη των αναπήρων στον τομέα της απασχόλησης: «Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική τους ένταξη και τη συμμετοχή τους στην οικονομική και πολιτική ζωή». Κατ` αυτόν τον τρόπο διακρίνεται η ανθρωποκεντρική και κοινωνική αντίληψη του δικαίου και του κράτους, κατοχυρώνοντας την ισότητα αλλά και την υποχρέωση για παροχή μέτρων στήριξης σχετικά με τους ανάπηρους. Ωστόσο οι νομοθετικές διατάξεις της τελευταίας πενταετίας, εξαιτίας των οικονομικών μέτρων που απαιτούσε το μνημόνιο επηρέασαν με έναν τρόπο ιδιαίτερα αρνητικό την ζωή τους.
Έξι έτη μετά από το Σύνταγμα του 1975 ο νόμος 1136/1981: «Ευρωπαϊκός Κώδικας Κοινωνικής Ασφάλισης» συγκεκριμενοποιεί την υποστήριξη των αναπήρων προβλέποντας παροχές για την κοινωνική τους ένταξη μέσω της χορήγησης επιδομάτων (άρθρα: 53, 54, 55, 56, 57, 58) . Οι παροχές προβλέπεται να παρέχονται συστηματικά και συνεχώς: «παροχαί δέον να απονέμωνται καθ` όλην την διάρκειαν του κινδύνου ή μέχρις της αντικαταστάσεως αυτών υπό παροχής γήρατος» (άρθρο 58). Ενώ στο άρθρο 54 γίνεται αναφορά στην στήριξη των ατόμων με αναπηρία που είναι πρόσκαιρα ανάπηροι: «Ο καλυπτόμενος κίνδυνος θα είναι η αδυναμία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος καθωρισμένου βαθμού, όταν είναι πιθανόν ότι η αδυναμία αύτη θα είναι διαρκής, ή όταν αύτη εξακολουθή υφισταμένη μετά την παύσιν του επιδόματος ασθενείας». Τρία έτη αργότερα ο νόμος 1424/1984: προβλέπει την επικύρωση της 111 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα». Στο πρώτο άρθρο προβλέπεται ότι: « Επικυρώνεται και έχει ισχύ νόμου η 111 Διεθνής Σύμβαση Εργασίας “για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα” που ψηφίστηκε στη Γενεύη από την 42η Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, στις4 Ιουνίου 1958». Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζεται αφενός η ύπαρξη των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης αφετέρου δε προβλέπεται η υποχρέωση για λήψη μέτρων για την άρση τους. Στο δεύτερο άρθρο αναφέρεται: «Κάθε μέλος για το οποίο ισχύει η σύμβαση αυτή, είναι υποχρεωμένο με μεθόδους προσαρμοσμένες στις περιστάσεις και τις εθνικές συνήθειες, να διατυπώσει και να εφαρμόσει εθνική πολιτική που ν` αποβλέπει στην προαγωγή της ισότητας ευκαιριών και μεταχειρίσεως σχετικά με την απασχόληση και το επάγγελμα, με σκοπό την εξάλειψη κάθε διάκρισης στο αντικείμενο αυτό». Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον έχει η αναφορά στις θετικές διακρίσεις ως τρόπος άρσης των κοινωνικών ανισοτήτων στον τομέα της απασχόλησης. Στο πέμπτο άρθρο αναφέρεται ότι: «Ειδικά μέτρα προστασίας ή βοήθειας που προβλέπονται από άλλες συμβάσεις ή συστάσεις της Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας δεν θεωρούνται διακρίσεις. 2. Κάθε μέλος μπορεί, μετά από γνώμη των αντιπροσωπευτικών Ενώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων, όπου υπάρχουν, να μη θεωρεί διακρίσεις άλλα ειδικά μέτρα που λαμβάνουν υπόψη ιδιαίτερες ανάγκες προσώπων για τα οποία αναγνωρίζεται κατά τρόπο γενικό ότι είναι αναγκαία κάποια προστασία ή ειδική βοήθεια, για λόγους όπως το φύλο, η ηλικία, η αναπηρία, τα οικογενειακά βάρη και το κοινωνικό ή μορφωτικό επίπεδο.
Το 1984 κομβικό σημείο για την εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου αποτελεί η κύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Ο νόμος 1426/1984: «Για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη» προβλέπει στο άρθρο 15 ότι « Κάθε ανάπηρο πρόσωπο έχει δικαίωμα για επαγγελματική εκπαίδευση και για επαγγελματική και κοινωνική επαναπροσαρμογή, ανεξάρτητα από την αιτία και τη φύση της αναπηρίας του». Σηματοδοτείται με αυτόν τον τρόπο η υποχρέωση της πολιτείας για λήψη μέτρων στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης των αναπήρων με απώτερο στόχο την απασχόληση και την κοινωνική επανένταξη. Ένα έτος αργότερα ψηφίζεται ο νόμος 1532/1985: «Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα», στον οποίο δίδεται έμφαση στην επαγγελματική εκπαίδευση όλων των πολιτών, ιδιαίτερα δε των αδύναμων αποβλέποντας στην στήριξη του δικαιώματος στην εργασία: Άρθρο 6 «Τα συμβαλλόμενα Κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα της εργασίας, το οποίο περιλαμβάνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει τη δυνατότητα να κερδίζει τα απαραίτητα για τη ζωή του με εργασία την οποία διαλέγει ή δέχεται ελεύθερα και θα λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση του δικαιώματος αυτού. Τα μέτρα στα οποία θα προχωρήσει καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη για την εξασφάλιση της πλήρους ασκήσεως αυτού του δικαιώματος πρέπει να περιλαμβάνουν και την κατάλληλη ενημέρωση και τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, την εκπόνηση προγραμμάτων τακτικής και τεχνικής για την εξασφάλιση σταθερής οικονομικής, κοινωνικής και μορφωτικής ανάπτυξης και πλήρους αποδοτικής απασχόλησης, με όρους που να εξασφαλίζουν στα άτομα την απόλαυση των βασικών πολιτικών και οικονομικών ελευθεριών».
Σημαντικό ρόλο στο προφίλ του θεσμικού πλαισίου διαδραμάτισε ο νόμος 2643/1998: « Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών κλπ». Αν και δεν απέβλεπε αποκλειστικώς στην μέριμνα στήριξης των αναπήρων, διότι συμπεριλήφθηκαν οι ανάπηροι σε ένα ευρύτερο πλήθος «ευάλωτων» κοινωνικά ομάδων όπως λ.χ. οι πολύτεκνοι ή μέλη εθνικής αντίστασης κλπ, ωστόσο ο εν λόγω νόμος έθετε ένα σύνολο σημαντικών ζητημάτων στις διατάξεις του. Στο 11ο άρθρο αναφέρονται ως προστατευόμενα άτομα: « Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.). Επίσης προστατεύονται όσοι έχουν τέκνο, αδελφό ή σύζυγο με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, εξαιτίας βαριών ψυχικών και σωματικών παθήσεων, οι οποίες διαπιστώνονται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές του νόμου αυτού. Κατ` εξαίρεση όταν τα άτομα πάσχουν από νοητική στέρηση ή αυτισμό, για την παροχή της προστασίας απαιτείται ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό» Στο δεύτερο δε άρθρο γίνεται μνεία στην υποχρέωση των επιχειρήσεων να προσλαμβάνουν άτομα με αναπηρία και να τους εντάσσουν στο εργατικό τους δυναμικό: ¨Προστασία σε φορείς του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα “1. Α) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου, σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης». Με τον ίδιο τρόπο η υποχρέωση αυτή εκτείνεται και σε φορείς του δημόσιου τομέα: «Οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8, με την εξαίρεση όσων εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%), το οποίο κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1.β) Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης δ` της παρ. 1 του άρθρου 1. στ) Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στα πρόσωπα της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1». Στην γενική αυτή διαδικασία εμπλέκεται με ενεργό τρόπο ο ΟΑΕΔ εποπτεύοντας αλλά και συμμετέχοντας στην διαδικασία των προσλήψεων: « Ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευόμενους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά με οποιονδήποτε νόμο καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας τους. Για την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. σχετική αίτηση που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Αν ο περιφερειακός διευθυντής αποφασίσει τη μείωση του ποσοστού υποχρεωτικής πρόσληψης ή επιτρέψει την απόλυση ορισμένου αριθμού προστατευομένων, με την απόφασή του ορίζει, κατά περίπτωση, το ποσοστό της μείωσης ή το συγκεκριμένο αριθμό απολυομένων και τα κριτήρια για την επιλογή των προσώπων που απολύονται. Τέτοια κριτήρια είναι: ο χρόνος πρόσληψης του απολυομένου, η οικονομική ή η οικογενειακή του κατάσταση, η ηλικία του και ο βαθμός τυχόν αναπηρίας του». Διαφαίνεται με σαφήνεια αφενός η προσπάθεια για λήψη μέτρων και αφετέρου η πρακτική εφαρμογή αυτών για να προσληφθούν άτομα με αναπηρία και να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Στο άρθρο 2 παρ. 5 προβλέπεται ότι: «Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι τράπεζες και οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 υποχρεούνται, επιπλέον από τα προστατευόμενα πρόσωπα που οι φορείς αυτοί προσλαμβάνουν σύμφωνα με την παράγραφο 1, να προσλαμβάνουν: α) Στο 80% των κενών θέσεων τηλεφωνητών οικιακών τηλεφωνικών κέντρων, τυφλούς πτυχιούχους των σχολών εκπαίδευσης τυφλών τηλεφωνητών, οι οποίες εποπτεύονται από τα Υπουργεία Υγείας και Πρόνοιας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τυχόν κλάσμα που προκύπτει κατά τον υπολογισμό του αριθμού των θέσεων εάν υπερβαίνει τη μισή μονάδα υπολογίζεται ως ακέραιη μονάδα. β) Στο ένα πέμπτο (1/5) των κενών θέσεων κλητήρων, νυχτοφυλάκων, καθαριστών-καθαριστριών, θυρωρών, κηπουρών και τραπεζοκόμων, θύματα πολέμου, αναπήρους πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου και αναπήρους πολέμου άμαχου πληθυσμού και αναπήρους του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή τέκνα των αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης ή θανόντων αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής αντίστασης, εφόσον κατοικούν στην περιφέρεια όπου προσλαμβάνονται και είναι σε θέση να εκτελέσουν την εργασία που τους ανατίθεται. 6. Οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 υποχρεούνται να προσλαμβάνουν ως δικηγόρους προστατευόμενα πρόσωπα του άρθρου 1, σε ποσοστό 8% επί του συνολικού αριθμού των δικηγόρων που απασχολούνται στη νομική τους υπηρεσία. Η κατανομή του ποσοστού αυτού στις κατηγορίες των προστατευόμενων προσώπων γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 8». Στα αρνητικά του παρόντος θα μπορούσε να επισημάνει κανείς την πρόβλεψη ηλικιακού ορίου στις προσλήψεις των προστατευόμενων, γεγονός που οδηγεί άμεσα στο περιθώριο τα άτομα ηλικίας άνω των 45 ετών. Άρθρο 2 παρ. 7 « Για τους προστατευόμενους του παρόντος άρθρου, ως κατώτατο όριο για την τοποθέτηση ή πρόσληψη ορίζεται το εικοστό πρώτο (21ο) έτος και ως ανώτατο το τεσσαρακοστό πέμπτο (45ο) έτος. Για τον υπολογισμό των ορίων αυτών, ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης για το κατώτατο και η 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους για το ανώτατο». Επίσης ενδιαφέρον προκαλεί στο 3ο άρθρο η ξεχωριστή μέριμνα για τοποθέτηση σε θέσεις στο δημόσιο τομέα, τυφλών ατόμων και η απουσία προσέγγισης του ζητήματος με ένα καθολικό τρόπο για όλους τους αναπήρους λ.χ. αυτούς με ψυχιατρικές παθήσεις. «Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. και οι Ο.Τ.Α., κάθε βαθμίδας, υποχρεούνται επιπλέον από τα προστατευόμενα πρόσωπα που προσλαμβάνουν θέσεις της παραγράφου 1, να διορίζουν ή να προσλαμβάνουν: α) Στο 80% των κενών θέσεων τηλεφωνητών οικιακών τηλεφωνικών κέντρων, τυφλούς, πτυχιούχους των σχολών εκπαίδευσης τυφλών τηλεφωνητών που υπάγονται στην εποπτεία των Υπουργείων Υγείας και Πρόνοιας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τυχόν κλάσμα που προκύπτει κατά τον υπολογισμό του αριθμού των θέσεων, εάν υπερβαίνει τη μισή μονάδα υπολογίζεται ως ακέραιη μονάδα υπέρ των προκηρυσσόμενων θέσεων». Στον αντίποδα της κριτικής, στα θετικά του νόμου σημειώνεται, η για πρώτη φορά αναφορά σε αναλυτικό σύστημα αντικειμενικής μοριοδότησης των υποψηφίων ανέργων. Επίσης σημαντικό γεγονός αποτελεί η για πρώτη φορά μέριμνα για οικονομική στήριξη των επιχειρήσεων που απασχολούν άτομα με αναπηρία. : στο άρθρο 8 σχετικά με την «Επιχορήγηση εργοδοτών, εργονομική διευθέτηση, επαύξηση χρόνου αδείας, ηθικές αμοιβές» αναφέρεται ότι : « Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παραγράφου 8 του άρθρου 2, που απασχολούν άτομα με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, δύναται να επιχορηγούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ. για μέρος των αποδοχών που τους καταβάλλουν. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, τα ειδικότερα προσόντα κατά κατηγορία προστατευόμενων ατόμων, η φύση της εργασίας και τα λοιπά κριτήρια για τη χορήγηση της επιδότησης αυτής, καθώς και η διαδικασία και ο τρόπος καταβολής της και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια». Επίσης είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά που γίνεται αναφορά σε οικονομική ενίσχυση για εργονομική διευθέτηση για τις επιχειρήσεις που απασχολούν αναπήρους, καθώς και εφαρμογή προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης των αναπήρων, υπό την εποπτεία του ΟΑΕΔ. Άρθρο 8 : «2. Σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παραγράφου 8 του άρθρου 2, που απασχολούν άτομα με ειδικές ανάγκες της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ. μέρος της δαπάνης για την εργονομική διευθέτηση του χώρου εργασίας των ατόμων αυτών. Το ύψος της συμμετοχής του Οργανισμού στη δαπάνη αυτή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Ο.Α.Ε.Δ.. 3. Με βάση τα στοιχεία, που υποβάλλουν σύμφωνα με το άρθρο 6 οι υπόχρεες επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς, σχετικά με τις ανάγκες τους σε ειδικότητες, ο Ο.Α.Ε.Δ. καταρτίζει κάθε χρόνο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για την κάλυψη των αναγκών σε ειδικότητες που ζητούνται από τις επιχειρήσεις αυτές. Ο καθορισμός των ειδικοτήτων αυτών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Η επαγγελματική κατάρτιση γίνεται στις εκπαιδευτικές μονάδες του Ο.Α.Ε.Δ. μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον τα παραπάνω άτομα με ειδικές ανάγκες μπορούν να παρακολουθήσουν τα προγράμματα, που εφαρμόζονται σε αυτές ή σε ειδικά ιδρύματα ή φορείς, που καθορίζονται με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Υπουργού στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγονται τα ιδρύματα αυτά. Για όσους παραπέμπονται στα ειδικά ιδρύματα ή φορείς, ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να καταβάλει μέρος ή το σύνολο της δαπάνης που απαιτείται για την επαγγελματική τους κατάρτιση. Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταβολής της δαπάνης αυτής καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ..».
Το 1998 επίσης, ψηφίζεται ο νόμος 2646/1998: «Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Φροντίδας». Γίνεται αναφορά σε μέτρα προστασίας των ατόμων με αναπηρίες, τα οποία αναφέρονται ως άτομα με ειδικές ανάγκες και παράλληλα γίνεται μια προσπάθεια κατηγοριοποίησης αυτών. Επιπλέον, προβλέπεται η ξεχωριστή παρέμβαση στις κατηγορίες των αναπήρων αποσκοπώντας σε διαφορετικά επιτεύγματα: Στο άρθρο 17 Μέτρα προστασίας Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες αναφέρεται: «Στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος για τα Άτομα με Ειδικές Ανάγκες καθορίζονται Ειδικά Προγράμματα για τη νοητική υστέρηση, τον αυτισμό, τις βαριές ψυχοσωματικές και πολλαπλές αναπηρίες στη βάση ενιαίων κριτηρίων παροχής υπηρεσιών, χρηματοδότησης και αξιολόγησης. Σκοπός των προγραμμάτων αυτών είναι α. η εξασφάλιση της δυνατότητας για ισότιμη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, β. η συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, η επαγγελματική απασχόληση είτε στην ελεύθερη αγορά εργασίας είτε σε εναλλακτικές μορφές απασχόλησης, γ. η δημιουργία προϋποθέσεων για αυτόνομη ή ημιαυτόνομη διαβίωση. 2. Τα Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, καθώς και οι ειδικώς πιστοποιημένοι φορείς του άρθρου 5, που αναπτύσσουν δραστηριότητες που αφορούν άτομα με νοητική υστέρηση, αυτισμό, βαριές σωματικές και πολλαπλές αναπηρίες δύναται να λειτουργήσουν προστατευόμενα παραγωγικά εργαστήρια. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας, ρυθμίζονται η νομική μορφή, η οργάνωση, η λειτουργία, οι προϋποθέσεις απασχόλησης και οι όροι χρηματοδότησης των Π.Π.Ε. και ορίζεται η σχέση εργασίας και ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής των ως άνω ατόμων που απασχολούνται σε αυτά, καθώς και η διαδικασία προώθησης των προϊόντων των Π.Π.Ε.. 3. Στα Π.Π.Ε. τουλάχιστον τα τρία πέμπτα (3/5) των απασχολούμενων είναι άτομα με νοητική υστέρηση, αυτισμό, βαριές σωματικές και πολλαπλές αναπηρίες, ανεξαρτήτως αν λαμβάνουν σύνταξη από αποθανόντα γονέα ή προνοιακό επίδομα. Τα άτομα αυτά εντάσσονται ως απασχολούμενοι, εφόσον έχουν συμπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας τους και έχουν παρακολουθήσει τουλάχιστον διετές πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης». Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται η προσπάθεια για μια ευρύτερη παρέμβαση προώθησης στην απασχόληση του συνόλου των αναπήρων εστιάζοντας στις ιδιαιτερότητες που οφείλονται στο είδος της αναπηρίας.
Το 2001 αποτελεί ένα ιδιαίτερο έτος για το θεσμικό πλαίσιο αναφορικά με την αναπηρία στην απασχόληση. Ψηφίζεται ο νόμος 2956/2001, ο οποίος αφορά στην Αναδιάρθρωση του Ο.Α.Ε.Δ. Προβλέπεται η σύσταση της εταιρείας «Επαγγελματική Κατάρτιση ΑΕ» αποβλέποντας κυρίως στην επαγγελματική κατάρτιση των ανέργων και την σύνδεση αυτών με την αγορά εργασίας. Πρόκειται για μια αναδιάρθρωση της δομής του ΟΑΕΔ, καθώς και του έργου που επιτελεί. «Σκοπός της Εταιρείας είναι η εφαρμογή της Επαγγελματικής Κατάρτισης, της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης και της δια βίου μάθησης. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού η Εταιρεία: α) Συνιστά και έχει την ευθύνη της λειτουργίας των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) του Ο.Α.Ε.Δ., Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) του Ο.Α.Ε.Δ., Κέντρων Καταπολέμησης Κοινωνικού Αποκλεισμού (Κ.Ε.Κ. Καταπολέμησης Κοινωνικού Αποκλεισμού) και Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης Ατόμων με Αναπηρίες σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εγκεκριμένο Επιχειρησιακό Σχέδιο. Συνδέει την εκπαιδευτική διαδικασία με την απασχόληση. Επίσης υποστηρίζει το ανθρώπινο δυναμικό, μέσω της δια βίου μάθησης, με στόχο τη συνεχή βελτίωσή του και την προσαρμογή των προσόντων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων του στις εκάστοτε μεταβολές του τεχνολογικού και παραγωγικού περιβάλλοντος. ε) Διευκολύνει την επαγγελματική ένταξη των νέων και ενηλίκων στην αγορά εργασίας με την παροχή της Επαγγελματικής Κατάρτισης στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Επαγγελματικής Κατάρτισης, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. στ) Εφαρμόζει ειδικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης για άτομα με αναπηρίες. ζ) Οργανώνει και υλοποιεί προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης που της ανατίθενται».
Δύο έτη αργότερα ψηφίζεται ο νόμος που προβλέπει τη δημιουργία του Εθνικού Παρατηρητήριου Ατόμων με Αναπηρίες. Ο Ν. 3106/2003 αφορά την: Αναδιοργάνωση Εθν. Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις. Στο 10ο άρθρο προβλέπεται «Εθνικό Παρατηρητήριο Ατόμων με Αναπηρίες” 1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Εθνικό Παρατηρητήριο Ατόμων με Αναπηρίες” (Ε.ΠΑ. – ΑμεΑ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. 2. Σκοποί του Ε.ΠΑ. – ΑμεΑ είναι: α) Η συστηματική έρευνα, ανάλυση και παρουσίαση των εξελίξεων και των τάσεων, σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες στην Ελλάδα και διεθνώς. β) Η προώθηση και ο έλεγχος της εφαρμογής μέτρων και προγραμμάτων που πραγματοποιούνται για τα άτομα με αναπηρίες, με σκοπό την ενεργό και ισότιμη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. γ) Ο έλεγχος της εφαρμογής προδιαγραφών και προτύπων σχετικών με την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στο φυσικό περιβάλλον, τις μεταφορές, τις επικοινωνίες, την πληροφορική, την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση, την απασχόληση, την ψυχαγωγία και τον αθλητισμό και η υποβολή σχετικών παρατηρήσεων και προτάσεων στους αρμόδιους φορείς της κεντρικής διοίκησης. δ) Η υποστήριξη της έρευνας για την ανάπτυξη τεχνολογιών και βοηθημάτων που απευθύνονται σε άτομα με αναπηρία. ε) Η παρακολούθηση, καταγραφή και αξιοποίηση πρακτικών και πρωτοβουλιών στο πεδίο της κοινωνικής ένταξης των αναπήρων που αναπτύσσονται από Διεθνείς Οργανισμούς. στ) Η υποβολή εισηγήσεων στον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις δεσμευτικές δράσεις Διεθνών Οργανισμών. ζ) Η δημιουργία και ανανέωση τράπεζας πληροφοριών με βάσεις δεδομένων για το θεσμικό πλαίσιο, τις πολιτικές και τις πρακτικές, τα στατιστικά στοιχεία και τους δείκτες που αφορούν τα ΑμεΑ στην Ελλάδα και διεθνώς. η) Η παρακολούθηση της εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας για τα ΑμεΑ από τους φορείς της κεντρικής διοίκησης». Ανακύπτει από το κείμενο του νόμου η τάση για την συστηματική παρακολούθηση των ζητημάτων που αφορούν στους αναπήρους, προσβλέποντας στην εξομοίωση με τα διεθνή τεκταινόμενα, πρακτικές και πρότυπα.
Το 2003 ψηφίζεται ο νόμος που αφορά στη μερική απασχόληση των αναπήρων. Οι διατάξεις του Ν. 3174/2003: «Μερική απασχόληση-υπηρεσίες κοινων. χαρακτήρα, απόσπαση εγκύων, παράταση ΣΣΕ κλπ» προβλέπουν στο άρθρο 8: «Ρυθμίσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες: Για άτομα με αναπηρίες τα οποία είτε προσλαμβάνονται από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, είτε έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις εργασίας με βάση το πρόγραμμα επιχορήγησης Νέων Θέσεων Εργασίας Ατόμων με Αναπηρίες, δεν απαιτείται, κατ` εξαίρεση, να είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2643/1998». Κατά αυτόν τον τρόπο οι ανάπηροι μπορούν να ενταχθούν στα προγράμματα μερικής απασχόλησης, εισπράττοντας τα θετικά αλλά και τα αρνητικά που συνεπάγεται το συγκεκριμένο καθεστώς απασχόλησης, δηλαδή περιορισμένο εισόδημα, στέρηση επιδομάτων, επαγγελματική αβεβαιότητα.
Το ίδιο έτος ψηφίζεται ο Ν. 3144/2003: «Κοινωνικός διάλογος για την προώθηση της απασχόλησης και την κοινωνική προστασία και άλλες διατάξεις». Συστήνεται η Εθνική Επιτροπή για την Απασχόληση, στην οποία συμμετέχει ένα πλήθος φορέων. Ειδικότερα προβλέπεται στο 1ο άρθρο: «Εθνική Επιτροπή Απασχόλησης» Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστάται Εθνική Επιτροπή για την Απασχόληση. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως Πρόεδρο με αναπληρωτή του τον Υφυπουργό, τους γενικούς Γραμματείς των Υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τους Γενικούς γραμματείς Ισότητας, Νέας Γενιάς και της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), τον Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ., από έναν (1) εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (Ε.Ν.Α.Ε.), από τρεις (3) εκπροσώπους της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), από έναν (1) εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) και της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.) και από έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.Ε.Α.). Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται με διετή θητεία». 3. Σκοπός της Επιτροπής είναι η προώθηση του Κοινωνικού Διαλόγου για τη διαμόρφωση πολιτικών που αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, η γνωμοδότηση για τη διαμόρφωση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση και γενικώς για τις πολιτικές σε εργασιακά θέματα και για θέματα εργατικού δικαίου». Η συμμετοχή του αναπηρικού κινήματος καταγράφεται στα θετικά της επιτροπής, ωστόσο η δύναμη που έχει στην επιρροή για τη λήψη αποφάσεων εγείρει πρακτικά ερωτήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ψήφιση του νόμου 3227/2004: Μέτρα κατά της ανεργίας, εργασιακά, ΟΕΚ, Εργατ. Εστία, Οργανωτικά Υπ. Εργασίας και άλλες διατάξεις». Γίνεται η προσπάθεια για επιβράβευση των επιχειρήσεων που απασχολούν ανάπηρους. Άρθρο 8: “Ηθικά βραβεία. Θεσπίζεται ηθικό βραβείο το οποίο κάθε χρόνο την 3η Δεκεμβρίου απονέμεται σε τρεις επιχειρήσεις που έχουν κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο ενσωματώσει στη λειτουργία τους την απασχόληση ατόμων με αναπηρίες, διασφαλίζοντας τη δυνατότητα παραγωγικής απόδοσής τους και απρόσκοπτης ανέλιξής τους. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Αποφάσεων ύστερα από γνώμη των Εθνικών Επιτροπών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται η διαδικασία προκήρυξης και τα ειδικότερα κριτήρια για τη συγκριτική αξιολόγηση και επιλογή».
Ένα έτος αργότερα ψηφίζεται ο νόμος 3329/2005 «Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις» ο οποίος προσβλέπει στην ίδρυση των Στεγών Υποστηριζόμενης Διαβίωσης Ατόμων με Αναπηρία, με στόχο την πρόληψη της ιδρυματοποίησης των αναπήρων. Στο άρθρο 22 προβλέπεται: « Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, το απαραίτητο προσωπικό και οι πόροι για την ίδρυση και λειτουργία Στεγών Υποστηριζόμενης Διαβίωσης Ατόμων με Αναπηρία (“Σ.Υ.Δ.ΑμεΑ”), είτε για το σύνολο των Ατόμων με Αναπηρία είτε για κατηγορίες τούτων, όπως άτομα με νοητική υστέρηση, προς το σκοπό της πρόληψης της ιδρυματοποίησης των Ατόμων με Αναπηρία. 2. Οι φορείς που μπορούν να ιδρύουν και να λειτουργούν Σ.Υ.Δ. και να παρέχουν τις υπηρεσίες υποστήριξης και την όλη οργάνωση και επίβλεψη των Σ.Υ.Δ. (“Φορείς”) είναι είτε φυσικά πρόσωπα είτε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα. 3. Οι Φορείς υποχρεούνται να έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ως φορείς παροχής οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσιών. 4. Οι Σ.Υ.Δ. ιδρύονται και λειτουργούν με σκοπό την εξασφάλιση μόνιμης διαβίωσης και κατοικίας στα Άτομα με Αναπηρία που διαβιούν σε αυτές. Οι 88 Σ.Υ.Δ. αποτελούν υποχρεωτικά μικρές μονάδες. Οι Σ.Υ.Δ. διαμερίσματα προορίζονται για τη διαβίωση ενός έως τεσσάρων ΑμεΑ ενώ οι Σ.Υ.Δ. οικοτροφεία προορίζονται για τη διαβίωση έως εννέα ΑμεΑ. Η αρχιτεκτονική και ο εξοπλισμός των Σ.Υ.Δ. δεν είναι ενιαίος αλλά διαφέρει ανάλογα με την αναπηρία των ΑμεΑ που θα διαβιώσουν σε αυτές». Το ίδιο έτος ψηφίζεται ο νόμος 3341/2005: Αφορά δε στη ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, η οποία μετά την αρνητική γνώμη που επικράτησε στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας εν τέλει δεν υιοθετήθηκε. Προβλέπει την απαγόρευση των διακρίσεων. Έτσι στο άρθρο 21 προβλέπεται η “ Απαγόρευση διακρίσεων” «Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού». Ταυτόχρονα γίνεται αναφορά στην κοινωνική ένταξη των αναπήρων: Άρθρο 26 “ Ένταξη των ατόμων με αναπηρίες” «Η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να επωφελούνται μέτρων που θα τους εξασφαλίζουν την αυτονομία, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή στον κοινοτικό βίο».
Παράλληλα την ίδια χρονιά στο ίδιο επίπεδο (της διεθνούς εξωστρέφειας) ψηφίζεται ο νόμος 3309/2005: «Πρωτόκολλο Συνεργασίας με Μολδαβία στην κοινων. ασφάλιση, αγορά εργασίας κλπ.» και αφορά στη συνεργασία σε διάφορους τομείς σχετικούς με την απασχόληση. Ειδικότερα: στο άρθρο 3 «Τα Μέρη θα αναπτύξουν τις σχέσεις και τη συνεργασία τους στους τομείς της κοινωνικής ασφάλισης, κοινωνικής προστασίας και της αγοράς εργασίας και οι οποίες συνίστανται σε: α) ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών και την ανάληψη δράσεων πληροφόρησης σχετικά με την ανάπτυξη του εθνικού νομοθετικού πλαισίου στους ανωτέρω τομείς, β) ανταλλαγή εμπειριών σε θέματα ανάπτυξης πολιτικών κοινωνικής ασφάλισης γενικά, σχεδιασμού για την βραχυχρόνια και ιδιαίτερα για την μακροχρόνια εξέλιξη των συστημάτων της κοινωνικής ασφάλισης καθώς και πρόβλεψης βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών τους συστημάτων, γ) ανταλλαγή εμπειριών σε θέματα οργάνωσης, διοίκησης και μηχανογράφησης». Επίσης το ίδιο έτος ψηφίζεται ο νόμος 3304/2005: Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Σκοπός του είναι όπως παρατίθεται στο 1ο άρθρο: «Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση του γενικού πλαισίου ρυθμίσεως για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής καθώς και για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, σύμφωνα με τις Οδηγίες 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 και 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το 10 άρθρο που αναφέρεται στη μέριμνα που οφείλουν να επιδείξουν οι εργοδότες απέναντι στους εργαζόμενους αναπήρους. «Άρθρο 10. Εύλογες προσαρμογές για τα άτομα με αναπηρία. Για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι ατόμων με αναπηρία, ο εργοδότης υποχρεώνεται στη λήψη όλων των ενδεδειγμένων κατά περίπτωση μέτρων, προκειμένου τα άτομα αυτά να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, να ασκούν αυτήν και να εξελίσσονται, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής στην επαγγελματική κατάρτιση, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη. Δεν θεωρείται δυσανάλογη η επιβάρυνση, όταν αντισταθμίζεται από μέτρα προστασίας που λαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής υπέρ των ατόμων με αναπηρία». Καθώς και στο 12ο άρθρο: “Θετική δράση και ειδικά μέτρα 2. Δεν συνιστά διάκριση, όσον αφορά στα άτομα με αναπηρία, η θέσπιση ή η διατήρηση διατάξεων που αφορούν στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας στο χώρο εργασίας ή μέτρων που αποβλέπουν στη δημιουργία ή τη διατήρηση προϋποθέσεων ή διευκολύνσεων για τη διαφύλαξη ή την ενθάρρυνση της ένταξής τους στην απασχόληση και την εργασία». Αξιοσημείωτη είναι η για πρώτη φορά στα ελληνικά δεδομένα ποινικοποίηση της διάκρισης έναντι των αναπήρων: «Άρθρο 16. Ποινικές κυρώσεις. 1. Όποιος παραβιάζει την κατά τον παρόντα νόμο απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης για λόγους εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, κατά τη συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσιών στο κοινό τιμωρείται με φυλάκιση έξι (6) μηνών μέχρι τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή χιλίων (1.000) έως πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ».
Το 2006 θεσπίζεται ο νόμος 3454/2006: Ενίσχυση της οικογένειας και λοιπές διατάξεις που αφορά στην ίδρυση του “Εθνικού Παρατηρητηρίου Ατόμων με Αναπηρίες” (Ε.ΠΑ. – ΑμεΑ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σκοπός του οποίου μεταξύ άλλων, είναι η συστηματική έρευνα, ανάλυση και παρουσίαση των εξελίξεων και των τάσεων, σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες στην Ελλάδα και διεθνώς. β) Η προώθηση και ο έλεγχος της εφαρμογής μέτρων και προγραμμάτων που πραγματοποιούνται για τα άτομα με αναπηρίες, με σκοπό την ενεργό και ισότιμη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή». Ένα έτος αργότερα με τον νόμο 3614/2007: Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007 -2013, προβλέπεται η σύσταση της εθνικής αρχής συντονισμού η οποία: «συντονίζει τον προγραμματισμό και την εφαρμογή των επιχειρησιακών προγραμμάτων του ΕΣΠΑ και καθοδηγεί τις διαχειριστικές αρχές με στόχο την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της νομιμότητας της διαχείρισης και της εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων» (άρθρο1ο ). Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι για μια ακόμη φορά τονίζεται η απαγόρευση των διακρίσεων: Άρθρο 21. “Απαγόρευση διακρίσεων”1. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
Σε διεθνές επίπεδο οι Συμβάσεις, Διακηρύξεις και Κανονισμοί Προστασίας για Αναπήρους παραθέτονται συνοπτικά με χρονολογική ταξινόμηση ως εξής: Η Παγκόσμια Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (1948.) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (1950). Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Κοινωνική και Ιατρική Αντίληψη (1953). Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (1961). Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (ΟΗΕ 1966.) Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Πνευματικά Καθυστερημένων Ατόμων (ΟΗΕ 1971). Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Αναπήρων Ατόμων (ΟΗΕ 1975). Η Διεθνής Σύμβαση για την Κατάργηση κάθε μορφής Διακρίσεων σε βάρος των Γυναικών (ΟΗΕ 1979). Η Διακήρυξη SUNDBERG για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ (1981). Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΟΗΕ 1989). Ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων (1989). Η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Συνθήκη του Μάαστριχ (1992). Οι Πρότυποι Κανόνες για Εξίσωση των Ευκαιριών για τα ΑμεΑ (ΟΗΕ 1993). Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για την Ευρώπη (2000). Η Οδηγία του Συμβουλίου 2000/78/ΕΚ για την Ίση Μεταχείριση στην Απασχόληση και την Εργασία (2000). Η Πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “e-Europe: Κοινωνία των Πληροφοριών για Όλους” (1999). Η Πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 2010: Ευρωπαϊκή Κοινωνία της Πληροφορίας για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση” (2005). Από την Ευρωπαϊκή επιτροπή έχει θεσπιστεί η στρατηγική Ευρώπη 2020. Η Στρατηγική «Ευρώπη 2020» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2010) έρχεται επικουρικά στην «Στρατηγική της Λισσαβόνας» (23 και 24 Μαρτίου 2000) όσο και στην Αναθεωρημένη Στρατηγική της Λισσαβόνας (2005). Μεταξύ των στόχων αυτής της Στρατηγικής μέχρι το έτος 2020 περιλαμβάνεται: α) η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης της ομάδας των εργαζομένων 20 έως 64 ετών (ανδρών και γυναικών) έως ποσοστό συνολικά 75% (στόχος 1) και β) η μείωση κατά 25% του αριθμού των Ευρωπαίων που ζουν κάτω από τα εθνικά όρια φτώχειας, το οποίο σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει 20 εκατ. ευρωπαίους πολίτες (στόχος 5). Στο πλαίσιο της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020» τα κράτη – μέλη υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση: α) Προγράμματα Συνοχής πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού τους για το επόμενο έτος και β) Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων, στα οποία θα περιλαμβάνονται στοιχεία αναφορικά με τους στόχους που η Στρατηγική θέτει. Σύμφωνα με τον τομέα δράσης «4 – Απασχόληση» που περιλαμβάνεται στην «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αναπηρία 2010-2020: Ανανέωση της δέσμευσης για μια Ευρώπη χωρίς εμπόδια – 2010 (Βρυξέλλες, 15.11.2010 – COM (2010), 636 Τελικό)».
