5.3. Η ελληνική οικογένεια
Αναλύοντας την εξέλιξη της δομής της ελληνικής οικογένειας μέσα από τη συστημική οπτική η Κατάκη, παρατηρεί για τις έννοιες που προαναφέραμε τα εξής:
«Το περιεχόμενο της γνωστικής κατηγορίας σκοπός εξηγεί γιατί τα μέλη της οικογένειας είναι και παραμένουν μαζί….Ο σκοπός έχει αναγνωριστεί ως κεντρική έννοια για την κατανόηση των ζωντανών συστημάτων αλλά και το σχεδιασμό των παρεμβάσεων….Ο Shannon επέμενε ότι ο σκοπός θα πρέπει να είναι αναπόσπαστο μέρος ενός ολοκληρωμένου μοντέλου επικοινωνίας και προειδοποίησε ότι δε θα έπρεπε να αρχίζουμε με την ανάλυση των μηνυμάτων που παράγονται, (αναφέρεται εδώ στη θεραπευτική διαδικασία). Αντίθετα, υποστήριξε ότι θα πρέπει να προηγείται η προσπάθεια να κατανοήσουμε τις διεργασίες που οδηγούν στην παραγωγή των μηνυμάτων. Σε παλιότερη εργασία μας εισάγαμε την έννοια της τελεονομικής εντροπίας, την οποία ορίσαμε ως το μέτρο της αταξίας στα πολυεπίπεδα συστήματα που επεξεργάζονται πληροφορίες και λαμβάνουν αποφάσεις. Συνδέσαμε δηλαδή άμεσα το βαθμό αταξίας ενός συστήματος με τη σκοποστρεφή του συμπεριφορά. Η απώλεια της κατεύθυνσης είναι στενά συνδεμένη με την αύξηση της αταξίας σε ένα ζωντανό σύστημα».
Η ελληνική οικογένεια και οι άλλοι θεσμοί στους οποίους εντάσσεται, αλλά και η ελληνική κοινωνία ως σύνολο, αποτελούν συγκεκριμένα, ανοικτά, ζωντανά συστήματα με κατεύθυνση, (goal oriented), με όλα τα υποσυστήματα και την ιεραρχία τους.
Η σημερινή ελληνική κοινωνία είναι σαφώς προϊόν εξελικτικής διαδικασίας σαφείς πληροφορίες της οποίας έχουμε κυρίως από την μέση και ύστερη εποχή της τουρκοκρατίας. Οι δεσμοί μέσα στην κλειστή κοινότητα που επιβίωνε στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν τόσο ισχυροί και καθοριστικοί, ώστε να μην μπορεί να τους διαχωρίσει κανείς από τις εξίσου ισχυρές ενδοοικογενειακές αλληλεξαρτήσεις. Με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και με την αστικοποίηση του ελληνικού χώρου, ο θεσμός της κοινότητας κλονίστηκε και η κοινοτική ζωή συρρικνώθηκε στην ευρεία οικογένεια. Οι διαπροσωπικές σχέσεις και αλληλεξαρτήσεις αναπτύχθηκαν μέσα στον κύκλο των «δικών μας ανθρώπων». Στην ελληνική κοινωνία η ένταξη στον κύκλο αυτό δεν βασίζεται μόνο στο βαθμό συγγένειας, αλλά σε συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς που προωθούν τις αλληλεξαρτήσεις, την αμοιβαιότητα, τη συμπαράσταση και προϋποθέτουν τη συμμόρφωση στους κοινούς σκοπούς της ομάδας. Η εσω-ομάδα ορίζεται κατά τρόπο υποκειμενικό. Είναι «οι άνθρωποι που νοιάζονται για μένα και με τους οποίους μπορώ να δημιουργήσω αλληλεξαρτήσεις». Με βάση τον ορισμό των Βασιλείου αυτό που ενδιαφέρει είναι όχι το ποιος είσαι και ποιος είναι ο άλλος, αλλά το τι κάνεις εσύ για εκείνον και τι κάνει αυτός για σένα. Οι σχέσεις, λοιπόν, με τα άτομα της έσω-ομάδας χαρακτηρίζονται από συνεργασία και άμιλλα ενώ, αντίθετα, οι σχέσεις με πρόσωπα που δεν ανήκουν στον κύκλο των “δικών μας ανθρώπων” είναι έντονα ανταγωνιστικές. Το φιλότιμο συνιστά την κατεξοχήν κοινωνική αξία που καθορίζει τη συμπεριφορά των ατόμων στο πλαίσιο του κύκλου των «δικών μας ανθρώπων». Οι αξίες της συμμόρφωσης, της υπακοής, της υπευθυνότητας, οι στενοί δεσμοί, η αλληλεξάρτηση, οι αλληλοϋποχρεώσεις, η αρραγής ενότητα χαρακτηρίζουν τις σχέσεις που αναπτύσσουν οι Έλληνες στην εσω-ομάδα που ανήκουν. Οι κοινοτικές αξίες αναπαράγονται στο αστικό περιβάλλον συρρικνωμένες στο πλαίσιο της ευρείας οικογένειας, η οποία αναφέρεται στο είδος των αλληλεξαρτήσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή του κύκλου δικών που αναφέρεται στα πάγια δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργάνωσης μιας ομάδας. Η οικολογία του αστικού περιβάλλοντος, ωστόσο, ευνοεί την ατομική ανεξαρτησία, την προστασία της προσωπικής ζωής, την ανωνυμία, τη χαλάρωση των δεσμών και υπονομεύει τις παραδοσιακές αξίες της ελληνικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, με τις ραγδαίες εξελίξεις σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, η σύγχυση αξιών χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Ο έλληνας βιώνει μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στα πολιτιστικά βιώματα της συλλογικότητας και τις νέες τάσεις ατομιστικής πορείας που χαρακτηρίζουν την εποχή μας.
Η οικογένεια είναι σημαντικός παράγοντας που επιδρά στη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ερμηνεύει τις κοινωνικές αξίες μεταδίδοντας στα άτομα το νόημα των θεσμών και διαμορφώνει τους δεσμούς με την κοινότητα. Έκδηλο είναι ότι σε κοινότητες που δεν υπάρχει ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, η ένταξη του παιδιού στην κοινότητα γίνεται κατευθείαν μέσω της συμμετοχής του στη δουλειά, της μύησής του στις θρησκευτικές παραδόσεις κ.ο.κ. Η μορφή της οικογένειας διαφέρει από περιφέρεια σε περιφέρεια, αλλά και από περιοχή σε περιοχή. Στις αγροτικές περιοχές κύριο χαρακτηριστικό είναι η εκτεταμένη οικογένεια, που περιλαμβάνει τρεις ή περισσότερες γενεές προσώπων που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς καταγωγής. Άλλο είδος είναι η πολυγαμική οικογένεια, που αποτελείται από πολλαπλές και παράλληλες νόμιμες γενετήσιες ενώσεις ενός των συζύγων και από τα τέκνα που προέρχονται από τις ενώσεις αυτές. Η πυρηνική οικογένεια παρατηρείται σε αστικές περιοχές και αποτελείται από δύο γενεές προσώπων.
Η μονογονεϊκή οικογένεια αποτελείται από ένα γονέα. Είναι η μορφή όταν ο γονέας είναι άγαμος ή διαζευγμένος και παρατηρείται συχνά στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Βασικός παράγοντας που κινεί τα νήματα σε όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, είναι η δυναμική της, όπως διαμορφώνεται από τους σκοπούς, τις αξίες, τους επιμέρους στόχους και τις μορφές συμπεριφοράς μεταξύ των μελών της και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των δυαδικών σχέσεων στα πλαίσια συγκεκριμένου συναισθηματικού κλίματος. Ο ρόλος του πατέρα, ο οποίος με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα, υποχρεωνόταν παλιότερα να είναι συνεπής μόνο στις οικονομικές υποχρεώσεις του προς την οικογένεια μεταβλήθηκε. Ο πατέρας διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και αυτό είναι ο καλύτερος δείκτης της ψυχοδυναμικής της οικογένειας και του είδους των επιδράσεών της στο παιδί, ακόμη σε σχέση και με τη μητέρα.
Χαρακτηριστικός τύπος της ελληνικής παραδοσιακής αγροτικής οικογένειας ήταν η πατριαρχική-εκτεταμένη, η οποία χαρακτηρίζεται από την αυστηρή ιεράρχηση των ρόλων των μελών της, όπως την έχουν περιγράψει πολλοί Έλληνες κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι κ.ά. Ο χαρακτηριστικός τύπος της οικογένειας στις αστικές ελληνικές περιοχές είναι η πυρηνική κάτι που χαρακτηρίζει και τις βιομηχανικά αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Η εσωτερική μετανάστευση, από τις απομονωμένες ορεινές και νησιωτικές περιοχές προς τις αστικές περιοχές και κυρίως την Αθήνα, έχει αλλάξει την κατανομή του πληθυσμού και τον τρόπο κατοικίας. Η αλλαγή του τρόπου επιβίωσης οδήγησε στην ανάπτυξη του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα απασχόλησης (βιομηχανία, μεγάλες επιχειρήσεις, δημόσιο, τουρισμό), με συνακόλουθες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο, όσον αφορά τη θέση της γυναίκας στην παραγωγή, τη λειτουργία της οικογένειας κλπ. Παράλληλα, η ιδιομορφία της εξάρτησης της χώρας μας από τα μεγάλα μονοπωλιακά κέντρα, αλλά και η συνεχής απειλή των εξωτερικών κινδύνων, δημιούργησαν έδαφος για συνεχείς αντιστάσεις και αναζήτηση νέων πολιτικών θεσμών, που θα διαφυλάσσουν την έννοια της δημοκρατίας, παράλληλα με τη συσπείρωση των οικογενειών γύρω από τις αξίες για τις οποίες διώχτηκαν επί χρόνια ορισμένα μέλη τους. Γι΄ αυτό και η έννοια της «λαϊκής κυριαρχίας», όπως και η έννοια της «λαϊκής συμμετοχής», είναι βαθιά ριζωμένη ως αξίωση στη συνείδηση του Έλληνα, πράγμα που για χρόνια τον διαφοροποίησε από τους λαούς των άλλων δυτικών κοινωνιών, με εξαίρεση ίσως την Ιταλία που βίωσε τη μακρόχρονη δικτατορία του Μουσολίνι και την Ισπανία με τους αγώνες των Βάσκων. Παράλληλα, η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση οδήγησαν σε συνεχείς αναζητήσεις ως προς το ζήτημα μιας εκπαίδευσης αντίστοιχης με τον τρόπο παραγωγής και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στόχος να παραμένει η μόρφωση μια αξία και να ανεβαίνει το εκπαιδευτικό επίπεδο τόσο των νέων όσο και των ενηλίκων. Αυτά δε παρόλο που η έλλειψη παγίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος οδήγησε για χρόνια σε σύγχυση τους αποδέκτες, δηλαδή τα μέλη των οικογενειών, ως προς το τι απαιτείται για να έχουν τα παιδιά τους μια πιθανή μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση.
Οι διαχρονικά σταθερές μεταβλητές του παραδοσιακού οικολογικού- κοινωνικού προτύπου, οι οποίες μεταβλήθηκαν κατά τα τελευταία 30 χρόνια και χαρακτηρίζουν τον τρόπο ζωής στην Αθήνα, έχουν αναλυθεί τα τελευταία χρόνια από πολλούς μελετητές και συνοψίζονται στην οικολογική – ψυχολογική θεωρία του Γεώργα, σε αναφορά και με τις συνέπειες στη δομή, τις λειτουργίες και το σύστημα αξιών της οικογένειας.
Το πρώτο σημείο που εντοπίζεται είναι η μεταβολή της δομής της οικογένειας από την εκτεταμένη στην πυρηνική. Ωστόσο, σε έρευνα που έγινε στην Αθήνα (Georgas,1992, Ιούλιος) με την ερώτηση, με ποια πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος κατοικούν κοντά, διαπιστώθηκε ότι: «σε ένα αξιόλογο ποσοστό των οικογενειών στην Αθήνα, οικογένειες οι οποίες φαινομενικά παρουσιάζονται ως πυρηνικές, (διότι κατοικούν στο διαμέρισμα μόνον ο πατέρας, η μητέρα και τα ανήλικα παιδιά), έχουν σε διπλανό διαμέρισμα ή σε διπλανό σπίτι ή στην ίδια γειτονιά στενούς συγγενείς, δηλαδή παππούδες, θείους, ξαδέρφια, πεθερικά, κ.ά. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι στην Αθήνα έχει διατηρηθεί, με κάποια μορφή, ο παραδοσιακός τρόπος διαμονής της εκτεταμένης οικογένειας στο χωριό, με το να κατοικούν οι στενοί συγγενείς σε παρακείμενα διαμερίσματα και κατοικίες ή στην ίδια συνοικία. Έχουμε δηλαδή μία μεταφορά της εκτεταμένης οικογένειας από το χωριό στο Αθηναϊκό διαμέρισμα».
Από την άλλη πλευρά, σε μελέτες για την κοινωνική υποστήριξη οικογενειών, χρησιμοποιείται η ερώτηση για το πόσο συχνά και με ποιους συνήθως από την ευρύτερη οικογένεια επικοινωνούν τα άτομα. Και εδώ πάλι βλέπουμε ότι: «Σε σύγκριση με τη διεθνή βιβλιογραφία, φανερό είναι ότι ο Αθηναίος έχει πολύ υψηλή συχνότητα επαφών με τους συγγενείς του. Αυτό είναι μία άλλη ένδειξη της διατήρησης χαρακτηριστικών της εκτεταμένης οικογένειας σε αστικό περιβάλλον». Οι ίδιες διαστάσεις, (συναισθηματική απόσταση που νιώθουν οι ερωτώμενοι φοιτητές από μητέρα, πατέρα, αδέρφια, παππούδες, θείους και ξαδέρφια, εγγύτητα κατοικίας με συγγενικά πρόσωπα, συχνότητα επισκέψεων και τηλεφωνικής επικοινωνίας) έγιναν αντικείμενο έρευνας και σε διαπολιτισμική μελέτη στην Κύπρο, τη Γερμανία, την Αγγλία και την Ολλανδία. Σημαντικό εύρημα είναι ότι δε βρέθηκαν διαφορές για όλες τις μεταβλητές στις πέντε χώρες ανάμεσα στα μέλη της πυρηνικής οικογένειας. Αντίθετα, στην Ελλάδα και την Κύπρο, η συναισθηματική απόσταση με τα μέλη της εκτεταμένης οικογένειας ήταν πιο μικρή, με περισσότερες τηλεφωνικές επικοινωνίες και επισκέψεις από ό,τι στην Αγγλία, στη Γερμανία και την Ολλανδία. Έτσι διαπιστώθηκε ότι: Πρώτον, δε φάνηκαν να υπάρχουν διαφορές στις μεταβλητές ανάμεσα στις πυρηνικές οικογένειες, στις χώρες αυτές. Δεύτερον, παρόλο που οι σχέσεις με τους συγγενείς στην Ελλάδα και την Κύπρο βρέθηκαν να είναι πιο στενές, τα δεδομένα στην Αγγλία, τη Γερμανία κατέδειξαν ότι υπάρχουν σχέσεις με τα μέλη της ευρείας οικογένειας και σ΄ αυτές τις χώρες, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι δε λειτουργεί στις χώρες αυτές ο θεσμός της ευρύτερης οικογένειας.
Τα χαρακτηριστικά που διατηρούνται στη σύγχρονη ελληνική οικογένεια του αστικού χώρου, οι αξίες που διατηρεί η σύγχρονη ελληνική οικογένεια μελετήθηκαν μέσω των ιεραρχικών ρόλων του πατέρα και της μητέρας, καθώς και οι σχετικές αξίες της παραδοσιακής αγροτικής εκτεταμένης οικογένειας. Φαίνεται ότι ο πατέρας πρέπει να είναι ο αρχηγός της οικογένειας, να κουμαντάρει τα χρήματα του σπιτιού, να είναι χρηματοδότης, να δίνει προίκα στην κόρη του. Η μητέρα πρέπει να ζει για τα παιδιά της, να δέχεται τις αποφάσεις του πατέρα, να συμφωνεί με τη γνώμη του πατέρα, να ψηφίζει όπως ο πατέρας και η θέση της είναι στο σπίτι.
Από έρευνες που πραγματοποιήθηκαν βρέθηκε ότι:
• Οι νέοι γενικά απορρίπτουν τις αξίες αυτές σε σύγκριση με τους γονείς.
• Οι φοιτήτριες, είτε κατοικούν στην Αθήνα είτε στην επαρχία, απορρίπτουν πολύ περισσότερο από τους φοιτητές τις αξίες για τους ιεραρχικούς ρόλους του πατέρα και τις μητέρας.
• Οι μητέρες μεγάλης ηλικίας, παρόλο που δεν τις απορρίπτουν, δεν συμφωνούν με τις αξίες αυτές όσο οι πατέρες.
• Τα αγόρια συμφωνούν περισσότερο με τις απόψεις των πατέρων τους σε σύγκριση με τα κορίτσια.
• Οι κάτοικοι της Αθήνας απορρίπτουν περισσότερο ή διαφωνούν με τις αξίες αυτές, σε σύγκριση με τους κατοίκους της επαρχίας.
• Οι μετανάστες διαφωνούν πολύ περισσότερο με τις αξίες αυτές απ΄ ό,τι οι Έλληνες.
Παράλληλα έχει διαπιστωθεί ότι στην παραδοσιακή εκτεταμένη οικογένεια οι ιεραρχικοί ρόλοι ήταν αυστηρά προσδιορισμένοι, με τον πατέρα να αναλαμβάνει τα οικονομικά της οικογένειας και να ελέγχει τη διαχείρισή τους, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την κοινωνική του ισχύ και στην οικογένεια και τη μητέρα να περιορίζεται στην ανατροφή των παιδιών και τις οικιακές απασχολήσεις, ενώ όλες οι γυναίκες της οικογένειας τη βοηθούσαν στα θέματα αυτά. Στη σύγχρονη αθηναϊκή πυρηνική οικογένεια, οι ίδιες ευθύνες ανήκουν επίσης κατά προτεραιότητα στη μητέρα, παρόλο που ακόμη η μητέρα της είναι διαθέσιμη και τη βοηθάει σε πολλά θέματα της ανατροφής και φύλαξης των παιδιών. Η καθοδήγηση του παιδιού, για επιτυχία στο γνωστικό τομέα, με βάση τις προσδοκίες της μητέρας για την κοινωνική άνοδο του ιδίου και ιδιαίτερα της οικογένειας από την οποία προέρχεται, υποδαυλίζει ακόμη και σήμερα τα εσωτερικά κίνητρα του νέου ατόμου για δραστηριότητα στον τομέα που επιθυμεί. Στην ουσία, δηλαδή, τα βασικά στοιχεία που συνδέονται με τους ρόλους και τις αξίες μέσα στην οικογένεια δεν έχουν αλλάξει, αλλά θεωρούνται αποδεκτά ακόμη και σήμερα. Όμως, όσον αφορά τις αξίες που έχουν σχέση με τους ιεραρχικούς ρόλους του πατέρα και της μητέρας, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι καθώς μεταβάλλεται η δομή της εκτεταμένης οικογένειας, απορρίπτονται οι συναφείς με τη δομή αυτή αξίες και υιοθετείται στις αστικές περιοχές η δομή της πυρηνικής οικογένειας με ατομιστικές αξίες .
Άλλες κατηγορίες αξιών που έχουν σχέση με τις θετικές οικογενειακές σχέσεις και το φιλότιμο, είναι πως:
• Οι γονείς δεν πρέπει να μαλώνουν μπροστά στα παιδιά τους,
• Να μαθαίνουν τα παιδιά να φέρονται σωστά,
• Πρέπει να είμαστε φιλότιμοι,
• Τα προβλήματα της οικογένειας λύνονται μέσα στην οικογένεια,
• Η μητέρα πρέπει να είναι σύμβουλος,
• Η μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση είναι η καλύτερη προίκα για τη γυναίκα.
Επίσης αξίες που έχουν σχέση με τις υποχρεώσεις των παιδιών προς την οικογένεια και τους συγγενείς, όπως:
• Τα παιδιά έχουν την υποχρέωση να φροντίσουν τους γονείς όταν γεράσουν,
• Να δουλεύουν για να βοηθούν την οικογένεια,
• Να βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού,
• Να σέβονται τους παππούδες,
• Να διατηρούν καλές σχέσεις με συγγενείς.
Σε αντίθεση με την απόρριψη των αξιών των ιεραρχικών ρόλων του πατέρα και της μητέρας, οι νέοι συμφώνησαν με τις δύο παραπάνω γνωστικές κατηγορίες αξιών.
Το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις παραπάνω έρευνες είναι ότι οι νέοι δεν απορρίπτουν συλλήβδην όλες τις παραδοσιακές αξίες της εκτεταμένης οικογένειας, αλλά μόνον αυτές οι οποίες έχουν σχέση με την αυστηρή ιεράρχηση των ρόλων του πατέρα και της μητέρας, με τον απόλυτο έλεγχο από μέρους του άνδρα των οικονομικών του σπιτιού, τον αυταρχικό ρόλο του πατέρα και την υποδεέστερη θέση της μητέρας. Αντίθετα, φαίνεται ότι συμφωνούν αρκετά ακόμα και με παραδοσιακές αξίες της εκτεταμένης αγροτικής οικογένειας σχετικές με αλληλοβοήθεια, με σεβασμό, με υποχρεώσεις προς γονείς, συγγενείς, κ.ά.
Ευρήματα από διαπολιτιστικές έρευνες δείχνουν επίσης ότι παρόλο που τυπικά υιοθετείται η μορφή της πυρηνικής οικογένειας, συγκριτικά με άλλες χώρες του δυτικού κόσμου οι Έλληνες τοποθετούνται να κλίνουν προς τις συλλογικές και όχι τις ατομικές αξίες.
Επομένως στη χώρα μας, η στενή επαφή μεταξύ των μελών της ευρύτερης οικογένειας (εσω-ομάδα), που επί αιώνες αποτέλεσε στοιχείο της επιβίωσης των ελληνικών κοινοτήτων στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχει αναδυθεί σε αυταπόδεικτη αξία που αναπαράγεται και μεταφέρεται από τις ορεινές περιοχές στα αστικά κέντρα και από εκεί στην πρωτεύουσα και που δύσκολα κλονίζεται από τη σαρωτική επίδραση του δυτικού πολιτισμού και της κοινωνικής ανάπτυξης, πράγμα πολύ παρήγορο για τις επόμενες γενιές. Αυτό αποτελεί και ένα αισιόδοξο μήνυμα προς τους νέους, γιατί φαίνεται ότι ορισμένες θετικές αξίες αποτελούν βάση για τις νέες που διαμορφώνονται και επομένως η ελληνική οικογένεια δεν φαίνεται να κινδυνεύει τόσο από τη χαλάρωση των δεσμών μεταξύ των μελών της, όπως συμβαίνει με τις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου.
