1.7. Στερεότυπα
Με την έννοια «στερεότυπο» κατανοούμε το (συν)αίσθημα αποδοχής ή απόρριψης ενός ατόμου ή μιας ομάδας, το οποίο πηγάζει από πραγματική εμπειρία που παράγει συγκινησιακή αντίδραση. Στην έννοια του συμπεριλαμβάνονται και γνωστικές διεργασίες, όπως π.χ. η αυθαίρετη κατηγοριοποίηση, δηλαδή γενικεύσεις που δημιουργούνται βάσει αμφιλεγόμενων παρατηρήσεων και εμπειριών (Αζίζι- Καλαντζή Α., κ.ά., 1996, σ. 2).
Ένας άλλος ορισμός είναι ο ακόλουθος: «Τα στερεότυπα είναι η αντίληψη που δημιουργεί ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων για οποιοδήποτε γεγονός ή ομάδες ατόμων και σχηματίζεται σε συνάρτηση με τις στάσεις και προκαταλήψεις τους, συναισθηματικά φορτισμένες και όχι σαν αποτέλεσμα αντικειμενικής παρατήρησης. (…) Διαπιστώθηκε ότι οι αντιστάσεις και η εμμονή στα στερεότυπα είναι τόσο πιο έντονες όσο το στοιχείο που πρέπει να αλλάξει διατηρεί περισσότερες σχέσεις με άλλα στοιχεία, όσο περισσότερο βρίσκεται σε ένα πιο βαθύ επίπεδο της κοινωνικής πραγματικότητας και όσο περισσότερο είναι ασυνειδητοποίητο στα άτομα» (Μακρίδου Ε.- Τέττερη Ι., 1985, σ. 153-7).
Κατά τον Γκότοβο Αθ., το στερεότυπο είναι αποτέλεσμα της στερεοτυπικής σκέψης. Στερεοτυπική σκέψη ονομάζεται στην κοινωνική ψυχολογία εκείνη η σκέψη, η οποία με αφετηρία την ταξινόμηση ενός ατόμου σε μια κοινωνική κατηγορία π.χ. λευκός, Έλληνας, νέος κτλ. οδηγείται σε ατεκμηρίωτες γενικεύσεις ως προς τις ιδιότητες που υποτίθεται ότι έχει κάθε άτομο που ανήκει σε μια ή περισσότερες από τις παραπάνω κατηγορίες. Η στερεοτυπική σκέψη είναι εργαλείο της στερεοτυπικής αντίληψης του άλλου και αυτή με τη σειρά της οδηγεί στο στερεότυπο, δηλαδή σε μια γενίκευση για το πώς συγκροτείται κάθε φορά ο άλλος.
Χαρακτηριστικά για το στερεότυπο είναι αφενός η αξιολογική διάσταση που περιέχεται στην (στερεοτυπική) εικόνα για τον «άλλο», ανάλογα με την κατηγορία στην οποία αυτός εντάσσεται, η αξιολόγησή του μπορεί να είναι από άκρως θετική μέχρι και άκρως αρνητική (Tumin M.M., 1958, σ. 256-63) και αφετέρου η υπερβολή, με την έννοια της μη ρεαλιστικής απόδοσης των ιδιοτήτων (θετικών ή αρνητικών) που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζουν μια ομάδα και κατ’ επέκταση κάθε της μέλος (Γκότοβος Αθ., 1996, σ. 16, βλ. και Allport G., (1954, σ. 203) κατά τον οποίο το κύριο πρόβλημα των διομαδικών στερεότυπων αντιλήψεων είναι ότι τα χαρακτηριστικά των διαφόρων ομάδων υπεραπλουστεύονται.
Τα στερεότυπα έχουν θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Θετικές γιατί βοηθούν τον άνθρωπο να προβλέπει και να προλαμβάνει κάποιους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης κάποιου ο οποίος ανήκει σε μια ομάδα-κατηγορία και αρνητικές γιατί πολλά από τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά που προσάπτονται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων μπορεί να ανταποκρίνονται στο ελάχιστο ή και να μην ανταποκρίνονται καθόλου στην πραγματικότητα (Αζίζι-Καλαντζή Α., κ. ά., 1996, σ. 21 βλ. και Τajfel Η., 1981).
Όταν δεχόμαστε ένα στερεότυπο πολλές φορές ασυναίσθητα περιμένουμε από τον άλλον στον οποίο αναφέρεται το στερεότυπο να συμπεριφερθεί μ΄ ένα συγκεκριμένο τρόπο που είναι σύμφωνος με το στερεότυπο που του έχουμε προσάψει. Ταυτοχρόνως βέβαια και η δική μας συμπεριφορά είναι ανάλογη των στερεοτυπικών χαρακτηριστικών που δημιουργήσαμε γι΄ αυτόν. Μερικές φορές ο Άλλος εκπληρώνει αυτές τις προσδοκίες όχι γιατί είναι αυτό που το στερεότυπο του προσάπτει αλλά γιατί αναμένεται από αυτόν να συμπεριφερθεί έτσι χωρίς να του δίνονται ουσιαστικές ευκαιρίες να αποδείξει το αντίθετο (Αζίζι-Καλαντζή Α., κ. ά., 1996, σ. 24).
Ας μην ξεχνάμε για παράδειγμα την «αυτοεκπληρώμενη προφητεία» (fullfilling profecy) στο χώρο της εκπαίδευσης των Rosenthal R. & Jacobson L. (1968).
Κοινωνικό στερεότυπο υπάρχει, όταν πολλά μέλη μιας ομάδας τονίζουν τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα μέλη της ομάδας τους και τα μέλη μιας άλλης ομάδας, ενώ, ταυτόχρονα, τονίζουν και τις ομοιότητες που υφίστανται μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας. Ο Bourdieu P. για παράδειγμα (1979) δείχνει πώς κατασκευάζονται οι κοινωνικές (κοινωνιοψυχολογικές μάλλον) ταυτότητες περνώντας μέσα από τη διαδικασία διαφοροποίησης, για θέματα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, όπως οι αισθητικές προτιμήσεις, η διατροφή κλπ. (Παπαστάμου Στ., 1993, σ. 206).
“Το στερεότυπο εστιάζεται πάνω σε κάποιο χαρακτηριστικό, το οποίο διαχωρίζει μια κοινωνική κατηγορία από άλλες ομοειδείς. Το χαρακτηριστικό αυτό κινείται πάνω σε κάποιον άξονα διαχωρισμού των κοινωνικών υποκειμένων. Τα στερεότυπα δηλαδή προϋποθέτουν την κατηγορική αντίληψη του άλλου, την ταξινόμησή του σε κάποια από τις γνωστές κατηγορίες. Οι διαχωριστικές γραμμές (χρώμα, καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία, επάγγελμα, ανατομία κλπ.) είναι τα όρια ανάμεσα στις κατηγορίες αυτές” (Γκότοβος Αθ., 1996, σ. 20).
Αν θέλουμε να διαπιστώσουμε τι είδους στερεότυπα υπάρχουν ανάμεσα σε δυο διαφορετικές ομάδες και το κυριότερο πώς αυτά εκφράζονται από τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη αρκεί πολλές φορές να προσέξουμε και αξιολογήσουμε τις λέξεις που έρχονται αυτόματα στο μυαλό, ενώ εκφράζονται η μία ομάδα για την άλλη. Στην περίπτωση αυτή η χρήση των επιθέτων (που συνήθως εμπεριέχουν υποτιμητική σημασία) παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο συγκριτικά με τα υπόλοιπα μέρη του λόγου (Maisonneuve J., 1996, σ. 110 βλ. και Παπαστάμου Στ., 1989, Mugny G., Παπαστάμου Στ., Moscovici S. ed,. 1984, Triandis H.C. & Vassiliou V., 1967, Asch S.E., 1946, 41, 263, Οsgood C.E., 1964, 66, σ. 171-200).
Πιο συγκεκριμένα ο Osgood θεωρεί ότι η συναισθηματική φόρτιση του λόγου με βάση την κλίμακα σημασιολογικής διαφοροποίησης έχει τρεις διαστάσεις την αξιολόγηση (π.χ. καλό-κακό, τίμιο-άτιμο), τη δυναμικότητα (π.χ. δυνατό–αδύνατο, δύσκολο-εύκολο), την ενεργητικότητα (π.χ. νεανικό–γέρικο, περίεργο-αδιάφορο). Άλλωστε ο Osgood έχει δείξει ότι οι έννοιες, οι λέξεις, οι στάσεις σε κάθε γλώσσα, εκφράζονται από τις τρεις παραπάνω διαστάσεις με τη σημαντική διαφορά ότι τα χαρακτηριστικά επίθετα που εκφράζουν την κάθε διάσταση διαφέρουν από γλώσσα σε γλώσσα και τέλος η ίδια η λέξη ενδέχεται να έχει διαφορετική συναισθηματική φόρτιση σε διαφορετικούς πολιτισμούς.
